Βλέπετε όλες τις γλώσσες εκεί πάνω; Μεταφράζουμε τα άρθρα του Global Voices, έτσι ώστε να είναι προσβάσιμα σε όλους τα παγκόσμια μέσα των πολιτών.

Ύπνος ή Θάνατος – Μέρος Τρίτο: Η σκέψη είναι έγκλημα

PHOTO: Public Domain from Pixabay.

Φωτογραφία: Χωρίς πνευματικά δικαιώματα. Pixabay.

Ιδού το τρίτο μέρος από το “Ύπνος ή Θάνατος”, μια σειρά έξι δημοσιεύσεων από τον ακτιβιστή Sarmad Al Jilane σχετικά με την εμπειρία του σε φυλακή της Συρίας. Διαβάστε εδώ το πρώτο και το δεύτερο μέρος.

Απομνημονεύεις το πρόσωπο του εκτελεστή σου από τον ήχο των βημάτων του. Πέφτουμε σαν από ελεύθερη πτώση, από τόσο ψηλά, ή έτσι το νιώθουμε τουλάχιστον, όταν ανοίγει τις αλυσίδες ξαφνικά και μετά τις χειροπέδες. Μας σηκώνει όρθιους και μας τραβάει ως την πόρτα με χτυπήματα και φωνές.

Κραυγές και αγκομαχητά γεμίζουν το διάδρομο. Οι αισθήσεις σου ενώνονται στον ήχο που λαμβάνουν τα αυτιά σου. Βαθιά μέσα μας όλοι τρέμουμε απ’ το φόβο. Μονάχα ο θάνατος τριγυρνά ελεύθερα, ήρεμα, χωρίς να φοβάται ούτε το θύμα ούτε τον εκτελεστή, χωρίς να νοιάζεται ούτε για το κρέμασμα ούτε το καλώδιο ούτε το λάστιχο, χωρίς να τον απασχολούν οι ανακριτές ή οι “προδότες” ούτε καν ο Mohammed, που προσπαθεί να μας στραγγίξει από όποια σταγόνα ζωής μέσα μας.

Επιστρέφουμε στο κελί μας. Δυο βήματα και σωριαζόμαστε στο πάτωμα. Οι άλλοι καθαρίζουν τα αίματα από τα χέρια και τα πόδια μας. Καθένας τους μας έχει φυλάξει ένα μικρό κομμάτι ψωμί. Μας ταΐζουν και αποκοιμόμαστε μέχρι θανάτου – ή ακόμα παραπέρα.

Για τρεις μέρες, αυτή ήταν η καθημερινή μας ρουτίνα, που επαναλαμβανόταν με κάθε λεπτομέρεια. Ημέρα τέταρτη: ξεκινά το κάλεσμα, τελειώνει το κάλεσμα, τα ονόματά μας δεν τα έχουν φωνάξει. Το να είσαι στη φυλακή είναι δυσκολότερο απ’ ό,τι φαντάζεσαι. Βαριές οι μέρες, βαριές κι οι νύχτες. Βαρύ το σκοτάδι. Ακόμα κι όταν δε σε βασανίζουν, ακόμα και η αναμονή αποτελεί μαρτύριο. Μας ξεχάσανε; Θα μείνουμε εδώ μέσα για πάντα; Γιατί δε μας φωνάξανε σήμερα; Βρήκανε το κινητό, το λάπτοπ; Ατέλειωτη η σειρά των ερωτήσεων που θέτεις στον εαυτό σου.

Η μέρα περνά. Όλες οι μέρες είναι οι ίδιες: η βρώμα σαπίλας και αίματος, τα αγκομαχητά τριγύρω σου. Απομνημονεύεις κάθε χαρακιά στο δέρμα των άλλων κρατουμένων και στους τοίχους, που μοιάζουν ολόγυρα. Η αποκρουστική οικειότητα των πάντων.

Ίδια ρουτίνα την πέμπτη μέρα, μέχρι το απόγευμα. Ο φύλακας ανοίγει την πόρτα, φωνάζει: “Sarmad, έξω!” Βγαίνω έξω, περιμένω να μου καλύψουν το κεφάλι και να μου περάσουν χειροπέδες στα χέρια. Διασχίζω το διάδρομο και μπαίνω σε ένα δωμάτιο. Το φαντάζομαι παρόμοιο με το πρώτο. “Πέσε στα γόνατα!” Γονατίζω, με το κεφάλι κάτω. Ο ήχος μιας πένας που γράφει αργά πάνω σε χαρτί συνοδεύει την ομιλία: πλέον υπάρχουν δυο άτομα. “Sarmad, αχ Sarmad. Πραγματικά φαίνεσαι ματσωμένος, φαίνεσαι και μεγαλύτερος απ’ ό,τι είσαι, και εφόσον είσαι και γιος γιατρού, υποθέτω και καλοαναθρεμμένος. Για ποιο λόγο τότε να κουβαλάς όπλο;”

Ξεκινά με μια κατηγορία για οπλοκατοχή, αναμένοντας να ομολογήσω τουλάχιστον τη συμμετοχή μου σε διαμαρτυρίες. “Δεν κουβαλούσα όπλο και δεν έχω τέτοια πρόθεση”. Μια καμτσικιά με το μαστίγιο από πίσω και πέφτω στο πάτωμα και κάποιος—προφανώς ένα τρίτο πρόσωπο—κάθεται πάνω μου. Τα γόνατά του με πιέζουν ακριβώς κάτω από τους ώμους. “Απάντα στον ανακριτή με σεβασμό για να συνεχίσουμε να σε σεβόμαστε κι εμείς!”, λέει, προσπαθώντας να κρύψει την αληθινή του προφορά.

Ο Ανακριτής συνεχίζει: “Κοίτα, Sarmad, μπορείς να μας τα πεις ήρεμα όλα. Θα σου φέρουμε ακόμα και ένα φλιτζάνι τσάι. Θα σε πιστέψω λοιπόν: δεν κουβαλούσες όπλο. Μη μου λες όμως ότι δεν πήγαινες σε πορείες και τραβούσες βίντεο, γιατί θα εκνευριστούμε πολύ”. Το άτομο που καθόταν πάνω στην πλάτη μου σηκώνεται. “Ναι, πήγαινα σε διαδηλώσεις, ακόμα πηγαίνω”. Tο μαστίγιο και τα χτυπήματα πέφτουν βροχή για αρκετή ώρα, μέχρι που αποφασίζει να σταματήσει.

“Λοιπόν, Sarmad, ας το ακούσουμε παρέα αυτό εδώ”. Παίζει ένα βίντεο που με δείχνει να συμμετέχω σε πορεία. “Ακούς, Sarmad; Δε συμπεριφερόμαστε σε κανέναν άδικα εδώ πέρα. Τούτη εδώ είναι η φωνή σου και το βίντεο είναι από το Al-Jazeera”. Μια σκέψη μου περνάει από το μυαλό: “Το ίδιο Al-Jazeera που λέτε ότι κατασκευάζει ειδήσεις; Τότε κι αυτό κατασκευασμένο είναι”.

Η δήλωση αυτή σηματοδοτεί το τέλος της προφορικής ανάκρισης. Έπειτα αρχίζει να μου μιλά στη μόνη γλώσσα που καταλαβαίνει. Ξεκινά να με χτυπά, συνεχόμενα, με μικρά διαλείμματα εδώ κι εκεί. Υπολογίζω θα πέρασε περίπου μια ώρα. Σταματάει εν τέλει κι εγώ παραπατώντας επιστρέφω στο κελί.

Ξυπνάω από μια κλωτσιά. Νιώθω ότι κοιμάμαι σαν σε νάρκη από την πρώτη ανάκριση και μετά. Το πρόσωπο με κουκούλα, τα χέρια με χειροπέδες, πάμε ξανά την ίδια πρωινή πορεία, στην ίδια κατεύθυνση. Οι ίδιες φωνές αντηχούν ξανά. Γονατίζω. Έχω ένα πρόβλημα με το ιγμόρειο, που έχει ως αποτέλεσμα να αναπνέω βαριά. “Αν δεν μπορείς να κάνεις λιγότερη φασαρία, τότε καλύτερα σταμάτα να αναπνέεις, αλλιώς θα το σταματήσω εγώ!” Φαντάζομαι είναι απασχολημένος με κάτι. Αναπνέω πολύ αργά και όσο το δυνατόν πιο αθόρυβα γίνεται. Τρέμω: από φόβο ή από το κρύο; Δεν έχει διαφορά, τα δόντια μου χτυπάνε μεταξύ τους. “Λοιπόν, Sarmad, γιατί δεν ομολογείς απλά και να το προσπεράσουμε, να τελειώσω κι εγώ από εδώ και να πάω σπίτι και να σε αφήσω ελεύθερο να πας και συ σπίτι σου; Ποιος άλλος τραβούσε βίντεο μαζί σου; Πώς έστελνες το υλικό στα τηλεοπτικά κανάλια; Τίποτα άλλο που να μην ξέρουμε; Αν και ξέρουμε ήδη τα πάντα, θα λάτρευα να τ’ ακούσω κι από σένα”.

Δε χρειάζεται πολλή σκέψη εδώ: το γρηγορότερο που απαντήσεις, αμφιβάλλουν λιγότερο. “Δε βιντεοσκοπούσα τίποτα. Θα μπορούσα να αρνηθώ τα πάντα και να πω ότι δεν έκανα τίποτα, αλλά σας είπα ότι όντως πήγαινα σε πορείες, γιατί πιστεύω ότι γίνονται για το καλό αυτής της χώρας”. Δίνει διαταγή να μου ξεσκεπάσουν τα μάτια. “Βλέπεις; Εγώ είμαι καλύτερος από σένα, σου ξεσκέπασα τα μάτια, ώστε να με βλέπεις. Άκουσε τη συμβουλή μου, Sarmad, είσαι ακόμα νέος και το μέλλον είναι μπροστά σου. Μπορούμε είτε να σου κλείσουμε κατάμουτρα όλες τις πόρτες ή να ανοίξουμε χιλιάδες μπροστά σου. Είσαι ελεύθερος να διαλέξεις. Κάτσε εδώ. Να, ένα λάπτοπ. Μπες στο λογαριασμό σου στο Facebook ή σε αυτό το Yahoo ή ό,τι άλλο χρησιμοποιείς για να στείλεις τα βίντεο που στέλνεις και πες μου σε ποιον τα στέλνεις κι ας τελειώνουμε κι οι δυο με αυτό το πράγμα”.

Οι μαρτυρίες όλων των κρατουμένων διασταυρώνονται μες στο μυαλό σου σε στιγμές όπως αυτή. Η αξία της ζωής σου είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την αξία των ζωών των γύρω σου. Ξεκινάς να βάζεις προτεραιότητες: ποιος θα πρέπει να μείνει ασφαλής ό,τι και να γίνει; Και ποιον θα μπορούσες να θυσιάσεις, αν έπρεπε οπωσδήποτε να το κάνεις; Η μητέρα μου πάντοτε μιλούσε για “συμφορές που δεν εύχεσαι ούτε στο χειρότερο εχθρό σου”. Τέτοια είναι αυτή εδώ. Δε θέλω κανείς να περάσει ό,τι βιώνω εγώ αυτή τη στιγμή.

“Το email μου δεν το έχω για τίποτε άλλο πέρα από καθημερινή συνηθισμένη επικοινωνία. Να, ορίστε, να συνδεθώ”. Αφότου δέχτηκα μια σειρά χτυπήματα στην πλάτη και στο λαιμό, επειδή έβαζα λάθος κωδικούς—αν και είχα ετοιμάσει αυτό το λογαριασμό-μαϊμού εκ των προτέρων για περιπτώσεις σαν αυτή—καταφέρνω να συνδεθώ με την τρίτη προσπάθεια. Ιστοσελίδες γνωριμιών, δωμάτια τσατ και δεκάδες διαδικτυακά φόρουμ. Δεν έχει πειστεί. “Ποιος στο διάολο νομίζεις ότι είμαι; Κάνας άχρηστος πράκτορας της Δίωξης; Δεν έχεις καταλάβει πραγματικά τι σημαίνει Ανακριτής της Στρατιωτικής Ασφάλειας, έτσι; Κανένα πρόβλημα”.

Μου καλύπτει τα μάτια, μου βάζει τις χειροπέδες, παίρνει τα πράγματά του από το τραπέζι και φεύγει. Περνάνε τα λεπτά, κανείς δε μετράει τις ανάσες μου, δεν υπάρχει φύλακας, δεν υπάρχει μαστίγιο να γδέρνει τη ζωή από μέσα μου. Η πόρτα ανοίγει. “Πέσε στα γόνατα!” Η φωνή αλλάζει. Σφίγγει ένα λάστιχο γύρω από το σώμα μου και ξεκινά να με χτυπά με το μαστίγιο. Ξεκινά από τα πόδια και προχωράει προς τα πάνω. Δεν ελέγχω τον εαυτό μου και τις κραυγές που βγαίνουν. Συνεχίζει, με μικρά διαλείμματα, οπότε και με καταβρέχει με παγωμένο νερό. Αυτό συνεχίζεται για ώρες, στο διάστημα αυτό φτιάχνει ένα ρόφημα, από το οποίο τον ακούω να ρουφάει γουλιές. Μυρίζω και τη μυρωδιά από τσιγάρα. Δυστυχώς το δωμάτιο είναι μη-καπνιστών, οπότε είναι αναγκασμένος να τα σβήνει πάνω μου.

Είμαι εξουθενωμένος. Αποφασίζει να με αφήσει, με την προϋπόθεση ότι μπορώ να σταθώ όρθιος χωρίς βοήθεια. Τα καταφέρνω, μετά από αρκετές προσπάθειες. Σερνάμενος, με οδηγεί πίσω στο κελί. Μπαίνω μέσα και χάνω τις αισθήσεις μου.

Αυτό είναι απλά μια ανέκδοτη στιγμή από ένα ανόητο σύστημα, το οποίο αντιλαμβάνεται τη σκέψη ως έγκλημα και όσους σκέπτονται ως εγκληματίες, που αξίζουν να σαπίσουν στη φυλακή. Ένα σύστημα, που θέλει να σταματήσουμε να έχουμε ψευδαισθήσεις περί ελευθερίας, μια ελευθερία που μισεί η δικτατορία αυτή, καθώς εκθέτει την αλήθεια.

“Sarmad… Sarmad, δε γίνεται να κοιμάσαι συνέχεια, πρέπει να ξυπνήσεις και να πλυθείς”. Είναι ο Abdel Rahman. Φαίνεται πως κοιμήθηκα όλο το επόμενο απόγευμα—εκτός από μια σύντομη στιγμή για το συνηθισμένο κάλεσμα. “Ήρεμα, φίλε, είτε θα σε μεταφέρουν είτε θα σε αφήσουν ελεύθερο όπως όλο τον κόσμο εδώ πέρα”, μου λέει χαμογελώντας.

Ο Abdel Rahman είναι ένας νεαρός από την πόλη Tabka. Είναι ένας από τους λίγους διανοούμενους εδώ μέσα, μιλά σε όλους με ένα χαμόγελο, που δεν ξεθωριάζει ποτέ. Εργαζόταν στο πολιτιστικό κέντρο της Raqqa, κάτι που του έδωσε την ευκαιρία να διαβάσει πολλά βιβλία. Εισέβαλαν στο σπίτι του και βρήκαν κάποια απαγορευμένα βιβλία και φωτογραφίες του σε πορείες. Αυτό ήταν αρκετό για να τον συλλάβουν.

Κάποιοι νεοφερμένοι φτάνουν την επόμενη ημέρα. Όλοι μιλάνε για τον Taher, που μεταφέρθηκε στο κελί της απομόνωσης κοντά στο δικό μας. “Δεν κατάφεραν να τον συλλάβουν, παρά μόνο όταν τον πυροβόλησαν στο πόδι. Τους έκανε τη ζωή ακόμα πιο δύσκολη, κόβοντας με μια λεπίδα την καρωτίδα του”, λέει ένας από τους νεοφερμένους, εντυπωσιασμένος από τη δύναμη του Taher. Συνεχίζει: “Είναι ψηλός και μεγαλόσωμος, ήταν καλός αντίπαλος”.

Περνάνε οι ώρες, προτού φωνάξουν τον Taher για ανάκριση. Τρέχουμε σιωπηλά στην μικρή τρύπα στην πόρτα για να ρίξουμε μια κλεφτή ματιά: ένας ψηλός άνδρας με φαρδιές πλάτες και μια επιγονατίδα για να κρατάει ενωμένα τα κόκαλα που έσπασε η σφαίρα. Ράμματα στο λαιμό του. Οι φρουροί τον φοβούνταν!

Τον φέρνουν έξω στο διάδρομο. Είμαστε όλοι σιωπηλοί, περιμένοντας να ακούσουμε ό,τι τυχόν ακουγόταν. Τίποτα! Η αναμονή του να δούμε τι θα γίνει με τον Taher σπάει την καθημερινή ρουτίνα. Φαίνεται να τον πήγαν στο ακριανό δωμάτιο ανάκρισης. Ο χρόνος περνά χωρίς κανένας να λέει λέξη. Ο καθένας επιστρέφει σε αυτό που έκανε, δηλαδή τίποτα, αλλά τι να κάνεις, όταν όταν δεν έχεις καμία άλλη επιλογή από το να κάθεσαι και να περιμένεις.

Η πόρτα του διαδρόμου ανοίγει βαριά. Ο ήχος από τα βήματα του φρουρού πλησιάζει. Η πόρτα του κελιού ανοίγει και ρίχνουν τον Taher στο πάτωμα ανάμεσά μας. Η πόρτα κλείνει. Περιμένουμε το φρουρό να φύγει κι έπειτα αρχίζουμε και καθαρίζουμε τις πληγές του Taher από την κορυφή ως τα νύχια. Αν ήμαστε σκυλιά σε τούτα εδώ τα μακρινά εδάφη, θα καθόμαστε τώρα δίπλα στη φωτιά, θα τρώγαμε και θα μας περιποιούνταν, μπορεί και να μας προστάτευαν κιόλας. Εδώ όμως, αν είσαι άνθρωπος, περιμένεις τη σειρά σου. Είτε καθαρίζεις εσύ τις πληγές τους είτε οι άλλοι τις δικές σου.

Σε λιγότερο από ώρα, ο Taher ξυπνά και σε λίγα λεπτά καταφέρνει μετά βίας να σταθεί όρθιος. Βάσει το χέρι του στο άνοιγμα της πόρτας! Μοιάζει περισσότερο με παράθυρο ενός τάφου. Κανείς μας δεν είχε τολμήσει να το πλησιάσει τόσο πολύ, καθώς χρησιμοποιούνταν μονάχα από το φύλακα και τους φίλους του.

“Έι, κύριε Ανακριτά! Ήμουν ένας ξεροκέφαλος νεαρός, που κορόιδευε ένα μάτσο κοπέλες. Ήταν κι η αδερφή σου μια από αυτές; Γι’ αυτό έχεις θυμώσει τόσο πολύ μαζί μου; Να σε έδειρα μια φορά παλιότερα και γι’ αυτό να μου το κρατάς μανιάτικο από τότε; Αν μου το ‘χες πει, θα το λύναμε φιλικά έξω. Δε χρειαζόταν να μπεις σε τέτοιο κόπο”.

Ο Taher ουρλιάζει και γελά. Μπορούσα να ακούσω το καρδιοχτύπι όλων γύρω μου κι ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι άκουγαν και το δικό μου. “Ζούμε μονάχα μια φορά κι έχουμε μονάχα ένα Θεό. Από την αρχή, γνωρίζαμε ότι μπορεί να πεθάνουμε. Τουλάχιστον ας πεθάνουμε φοβίζοντάς τους. Νομίζετε ότι όλοι αυτοί οι δολοφόνοι γύρω μας σκοτώνουν μονάχα, επειδή τους φοβόμαστε; Όχι. Εμάς μας φοβούνται περισσότερο απ’ ό,τι εμείς αυτούς”.

Μας μιλάει δυνατά, ώστε να μπορούν να ακούνε οι φρουροί. Τρεις φρουροί ανοίγουν με βία την πόρτα και χιμάνε μες στο κελί. Χτυπάνε άγρια τον Taher και τον σέρνουν έξω.

Ήταν η τελευταία φορά που είδα τον Taher στo Τμήμα Στρατιωτικής Ασφάλειας της Ντέιρ Αλ Ζορ.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.