
Διαδηλωτές εναντιώνονται στην πώληση όπλων του ΗΒ προς το Ισραήλ στις 21 Νοεμβρίου 2014 στο Λονδίνο. Πηγή: Κίνημα BDS.
Η βιομηχανία όπλων του Ηνωμένου Βασιλείου κατατάσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες παγκοσμίως, δεύτερη μετά των Ηνωμένων Πολιτειών. Έχει εμπλακεί σε απάνθρωπες πράξεις και βιοπραγίες σε διάφορα θέματα, προσφάτως εμφανείς στον εξοπλισμό βομβών διασποράς στον κύριο καταναλωτή της, τη Σαουδική Αραβία, κατά τον πόλεμό της με την Υεμένη. Η Εκστρατεία Κατά του Εμπορίου Όπλων (CAAT) έχει οδηγήσει την κυβέρνηση του ΗΒ στο δικαστήριο για αυτούς τους ισχυρισμούς σε πολλαπλές περιπτώσεις:
Why we're in court to say UK must #StopArmingSaudi pic.twitter.com/GEtfb7tYYk 3,500 children killed or injured in Yemen https://t.co/Ku6I1wDhKh
— CAAT (@CAATuk) 8 Φεβρουαρίου 2017
Είμαστε στα δικαστήρια για να δείξουμε ότι το ΗΒ πρέπει να #ΣταματήσειναΟπλίζειτηΣαουδικήΑραβία. 3.500 παιδιά σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν στην Υεμένη
Παράλληλα με τα συχνά αναφερόμενα παραδείγματα της Σαουδικής Αραβίας, του Μπαχρέιν και του Ισραήλ, τα όπλα που κατασκευάζονται στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν επίσης πωληθεί μαζικά στο Μεξικό, όπου δολοφονίες, μαζικές εξαφανίσεις και μετακινήσεις πολιτών στον εν εξελίξει πόλεμο για τα ναρκωτικά έχουν καταστήσει τη χώρα μία από τις πιο βίαιες του πλανήτη. Οι άδειες ασφάλειας και στρατιωτικών εξαγωγών του Ηνωμένου Βασιλείου προς την Τουρκία αποτιμήθηκαν σε 466 εκατομμύρια λίρες από το 2013 έως το 2016 και έχουν χρησιμοποιηθεί από την Τουρκία για την εκτεταμένη, βίαιη καταστολή της κοινωνίας των πολιτών και των Κούρδων.
Μέσω «ανοιχτών» εμπορικών συμβάσεων, όπως της έκθεσης Ασφάλειας και Αστυνόμευσης και κλειστών εκδηλώσεων, όπως της διεθνούς έκθεσης Άμυνας και Εξοπλισμού Ασφαλείας, το Ηνωμένο Βασίλειο επιτρέπει σε τοπικές και διεθνείς εταιρείες να εκθέσουν μερικά από τα πιο θανατηφόρα όπλα του κόσμου. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι επίσης η χώρα ενός από τους κορυφαίους προμηθευτές του πλανήτη λογισμικού παρακολούθησης, του Gamma Group.
Το δίκτυο «Σταματήστε την Έκθεση Όπλων», μια ομάδα ακτιβιστών, οι οποίοι προσπαθούν να σταματήσουν την επερχόμενη έκθεση ΑΕΑ το Σεπτέμβριο του 2017, επισήμαναν πρόσφατα το ρόλο του Ηνωμένου Βασιλείου στην τακτική πώληση εργαλείων παρακολούθησης και όπλων σε κυβερνήσεις περιβόητες για παράβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανωμένων της Σαουδικής Αραβίας, του Μπαχρέιν, της Αιθιοπίας και της Βενεζουέλας.
“Closed to public” UK arms fair sells surveillance gear and poison gas to torturers. https://t.co/ptMPHgXAhf
— Stop The Arms Fair! (@StopTheArmsFair) 11 Μαρτίου 2017
Η «κλειστή στο κοινό» έκθεση όπλων του Ηνωμένου Βασιλείου πουλάει εργαελία παρακολούθησης και δηλητηριώδη αέρια σε βασανιστές
Ο δημοσιογράφος Cahal Milmo έγραψε πρόσφατα στον ιστότοπο inews.co.uk:
Η Κυβέρνηση έχει εγκρίνει περισσότερες από 152 άδειες εξαγωγής μη θανατηφόρων όπλων στο εξωτερικό από το 2010, συμπεριλαμβανομένων μερικών δακρυγόνων κόστους 182.000 λιρών και ερεθιστικών πυρομαχικών, για να σταλούν στη Σαουδική Αραβία το 2015 και πυρομαχικά ελέγχου πλήθους κόστους 6,1 εκατομμυρίων λιρών, έτοιμων για πώληση στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα το 2014.
Καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο διαπραγματεύεται την έξοδό του από την Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει το βλέμμα του στραμμένο στην εξάπλωση αυτού του τομέα, σύμφωνα τόσο με την πράσινη βίβλο μετά το Brexit και με τον David Jones, έναν από τους υπουργούς της Εξόδου από την ΕΕ και μέλος του Κοινοβουλίου.
Τον φετινό Φεβρουάριο, το Ηνωμένο Βασίλειο ενίσχυσε αυτή τη θέση, όταν ανακοίνωσε σχέδια να κάνει παράνομο για τοπικά συμβούλια, Σωματεία Εθνικής Υπηρεσίας Υγείας, δημόσιους φορείς και συγκεκριμένες φοιτητικές ενώσεις πανεπιστημίων να μποϊκοτάρουν, εκποιήσουν ή να κυρώσουν μια βιομηχανία «άλλων εκτός των επίσημων νομικών κυρώσεων, εμπάργκο και περιορισμών που έχουν τεθεί από την Κυβέρνηση».
Το ΗΒ επιθυμεί να καταστήσει παράνομο για τους δημόσιους φορείς υπό κρατική χρημοατοδότηση να μποϊκοτάρουν, εκποιήσουν ή κυρώσουν μια βιομηχανία.
Ο νόμος περί μποϊκοτάζ βασίζεται στις συνεχείς προσπάθειες του Τμήματος για τις Κοινότητες και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης να εμποδίσει τους χρηματοδοτούμενους από το δημόσιο φορείς να μποϊκοτάρουν χώρες ή προσφορές από προμηθευτές, που βρίσκονται σε άλλες χώρες, για ηθικούς λόγους. Αυτό επηρεάζει τις πολιτικές χρηματηστηριακής προμήθειας για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών, καθώς αρκετοί δημόσιοι φορείς έχουν πολιτικές ηθικών συμβάσεων, που τους αποτρέπει από την επένδυση ή αγορά συγκεκριμένων ειδών προϊόντων. Επίσης επηρεάζει τον τρόπο, με τον οποίο αυτοί οι φορείς επενδύουν ή αγοράζουν συγκεκριμένα είδη προϊόντων. Επηρεάζει επίσης τον τρόπο, με τον οποίο αυτοί οι φορείς επενδύουν σε συνταξιοδοτικά ταμεία, όπου τα κεφάλαια συγχωνεύονται σε «κοινά ταμεία» ή «ταμεία πλούτου». Κυβερνητικοί υπουργοί έχουν προειδοποιήσει ότι οι κυρώσεις για την παραβίαση αυτού του νόμου θα είναι «σοβαρές».
Σε απάντηση αυτής την οδηγίας, ένα από τα μεγαλύτερα συνδικάτα του Ηνωμένου Βασιλείου, το UNISON, τόνισε:
Η επενδυτική πολιτική θα έπρεπε να είναι ζήτημα ων ασφαλισμένων και των φορέων τους λήψης αποφάσεων και όχι να εμπλέκεται μια κυβέρνηση.
Τον προηγούμενο χρόνο, η Ένωση Συντάξεων και Αποταμιεύσεων, που εκπροσωπεί 1.300 συνταξιοδοτικά συστήματα, επισήμανε επίσης ότι αυτοί οι κανόνες μπορούν να δυσκολέψουν τα βέλτιστα συμφέροντα των μελών των συνταξιοδοτικών ταμείων.

Διαδήλωση «Σταματήστε την ΈΚθεση Όπλων» κατά του εξοπλισμού του Ηνεμένου Βασιλείου προς το Ισραήλ στις 7 Σεπτεμβρίου 2015. Πηγή: Facebook.
Πολλές εκστρατείες αναγνωρίζουν τον ιστορικό κρίσιμο ρόλο των τοπικών συμβουλίων στην προώθηση των ανθρωπίνων δικαιώματων και στην ενδυνάμωση των διαδικασιών, που επηρεάζουν τους διεθνείς κανόνες. Κατά τις δεκαετίες του '60 και του '70, περισσότερες από 100 τοπικές Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου επέλεξαν να απαγορεύσουν προϊόντα προερχόμενα από τη Νότια Αφρική και το 1981 το Συμβούλιο Στράθκλαϊντ σταμάτησε τις επενδύσεις του συνταξιοδοτικών ταμείων σε εταιρείες με θυγατρικές στη Νότια Αφρική.
Προσφάτως, το 2014, το Δημοτικό Συμβούλιο Λέστερ πέρασε μια πολιτική να μποϊκοτάρει προϊόντα από παράνομους ισραηλινούς αποικισμούς στη Δυτική Όχθη, σε μια προσπάθεια προφύλαξης των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων. Το 2015, το Δημοτικό Συμβούλιο του Μπέρμιγχαμ απείλησε να μην ανανεώσει το συμβόλαιο διάθεσης αποβλήτων με τη γαλλική εταιρεία διαχείρισης αποβλήτων Veolia, εκτός εάν σταματούσε τις εργασίες της στη Δυτική Όχθη. Σε απάντηση αυτών των πράξεων, ο Γραμματέας Κοινοτήτων Sajid Javid υποστήριξε: «Θα περιορίσουμε αυτά τα ανεπίτρεπτα και περιττά μποϊκοτάζ μια για πάντα». Ο Υπουργός του γραφείου του Υπουργικού Συμβουλίου, Matthew Hancock, πρόσθεσε ότι η απαγόρευση μποϊκοτάζ «θα βοηθήσει στην πρόληψη ζημίας και αντιπαραγωγικών τοπικών εξωτερικών πολιτικών, που υπονομεύουν την εθνική ασφάλειά μας».
«Θα περιορίσουμε αυτά τα ανεπίτρεπτα και περιττά μποϊκοτάζ μια για πάντα».
Η Ryvka Barnard, ανώτερη υπεύθυνη εκστρατειών στην ακτιβιστική οργάνωση «War on Want» με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, λέει ότι η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έχει στοχοποιήσει ρητά το Κίνημα Μποϊκοτάζ, Απόσυρσης Επενδύσεων και Κυρώσεων (BDS), το οποίο, μεταξύ άλλων, ζητά τον τερματισμό της κατοχής παλαιστινιακής γης από το Ισραήλ, και τα κινήματα κατά του εμπορίου όπλων, στο πλαίσιο μιας γενικής καταστολής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της επιλογής των καταναλωτών.
Ryvka Barnard, @WarOnWant – govt has explicitly targeted #BDS movement and anti-arms trade – part of general govt crackdown on liberties
— Oxford IAW 2017 (@OxfordIAW) 24 February 2016
Ryvka Barnard, @WarOnWant – η κυβέρνηση έχει στοχοποιήσει ρητά το κίνημα #BDS και το εμπόριο όπλων – μέρος της γενικής κυβερνητικής καταστολής των ελευθεριών.
Διευκολύνοντας ισραηλινές καταχρήσεις
Ο κανονισμός για την απαγόρευση των μποϊκοτάζ υποτίθεται ότι θα ακολουθεί τη Συμφωνία Δημοσίων Συμβάσεων (GPA) του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, με επίκεντρο την πρόσβαση στη διεθνή αγορά, ώστε να αντιμετωπίζονται οι προμηθευτές χωρίς φόβο ή εύνοια. Η συμφωνία έχει «ανοίξει δραστηριότητες προμηθειών αξίας περίπου 1,7 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ ετησίως στον διεθνή ανταγωνισμό (δηλαδή σε προμηθευτές από μέρη της GPA που προσφέρουν αγαθά, υπηρεσίες ή κατασκευαστικές υπηρεσίες)». Ενώ μπορεί να είναι άβολο για το Ηνωμένο Βασίλειο να το αναγνωρίσει, το War on Want τονίζει ότι η GPA «επιτρέπει απολύτως τα μποϊκοτάζ/αποκλεισμούς εταιρειών με βάση τις πρακτικές τους, απλώς όχι αυθαίρετα με βάση τις χώρες προέλευσής τους».
Οι κανονισμοί του Ηνωμένου Βασιλείου επικεντρώνονται επί του παρόντος στα ορυκτά καύσιμα, τα προϊόντα καπνού, τα προϊόντα, που κατασκευάζονται σε ισραηλινούς οικισμούς στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, και στις εταιρείες, που εμπλέκονται στο εμπόριο όπλων. Ωστόσο, ο Andrew Smith της CAAT υποστηρίζει ότι αυτοί οι περιορισμοί θα μπορούσαν να έχουν σοβαρές επιπτώσεις σε όλες τις ομάδες εκστρατείας .
Ο κύριος στόχος της απαγόρευσης του μποϊκοτάζ στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι η εξάλειψη των πιέσεων, που ασκούνται από τις εκκλήσεις για αμφίδρομο εμπάργκο όπλων στο Ισραήλ από ομάδες, όπως το War on Want, και από συμβούλια για μποϊκοτάζ των προϊόντων των ισραηλινών εποικισμών. Ως εκ τούτου, ο νόμος κατά του μποϊκοτάζ θα αναγκάσει τα δημόσια χρηματοδοτούμενα ιδρύματα να υποταχθούν στα συμφέροντα της εξωτερικής πολιτικής του Ηνωμένου Βασιλείου. Μια διαφωτιστική κίνηση ενόψει του εμπορίου όπλων του Ηνωμένου Βασιλείου, ιδίως όσον αφορά το Ισραήλ.
Ο νόμος κατά του μποϊκοτάζ θα αναγκάσει τα δημόσια χρηματοδοτούμενα ιδρύματα να υποταχθούν στα συμφέροντα της εξωτερικής πολιτικής του Ηνωμένου Βασιλείου.
Οι αιτήσεις όπλων του Ηνωμένου Βασιλείου για άδειες εξαγωγής υποτίθεται ότι «αξιολογούνται κατά περίπτωση με βάση αυστηρά κριτήρια», με απαγορεύσεις για όπλα που χρησιμοποιούνται για εξωτερική επιθετικότητα, εσωτερική καταστολή ή άλλη εγκληματική συμπεριφορά. Ωστόσο, οι όροι, υπό τους οποίους ένα συγκεκριμένο όπλο ταξινομείται ως τέτοιο, είναι ασαφείς.
Στην πράξη, φαίνεται ότι πραγματοποιούνται ελάχιστες αξιολογήσεις. Τα κριτήρια αξιολόγησης είναι ανοιχτά σε ευρεία ερμηνεία και πολύ λίγες άδειες εξαγωγής όπλων έχουν απορριφθεί ή ανακληθεί. Ο Barnard έχει τονίσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν ρυθμίζει επαρκώς τις πωλήσεις όπλων: ενώ τόνισε το Ισραήλ ως χώρα που προκαλεί ανησυχία μέσω της δικής του διαδικασίας αξιολόγησης, το 2016 ενέκρινε εξαγωγές όπλων προς το Ισραήλ αξίας άνω των 100 εκατομμυρίων λιρών .
Το αμφίδρομο εμπόριο όπλων Ηνωμένου Βασιλείου-Ισραήλ
Το εμπόριο όπλων μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ισραήλ είναι αμοιβαία επωφελές και εξαιρετικά κερδοφόρο και για τις δύο κυβερνήσεις.
Με τον στρατιωτικό του τομέα να αποτελείται από πάνω από 200 ιδιωτικές και δημόσιες εταιρείες και διαφημίσεις που υπόσχονται όπλα «αποδεδειγμένα μαχητικά στα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη», το Ισραήλ έχει γίνει ο κορυφαίος εξαγωγέας μη επανδρωμένων αεροσκαφών στον κόσμο. Το 2012 κατατάχθηκε ως ο έκτος μεγαλύτερος εξαγωγέας όπλων, με την αξία των εξαγωγών του να διπλασιάζεται από 3,5 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ το 2004-2007 σε 7,1 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ από το 2008-2011.
Το Ισραήλ πωλεί όπλα στο Ηνωμένο Βασίλειο αξίας εκατομμυρίων λιρών και η εταιρεία ασφάλειας πληροφορικής Elbit Systems βοήθησε στην παροχή στο Ηνωμένο Βασίλειο τεχνολογίας μη επανδρωμένων αεροσκαφών αξίας 110 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ για χρήση στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Ταυτόχρονα, ο ισραηλινός στρατός και οι ισραηλινές εταιρείες βασίζονται σε εξειδικευμένες βρετανικές αμυντικές εταιρείες για όπλα «διπλής χρήσης», που μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο για στρατιωτική όσο και για πολιτική ανάπτυξη.
Η CAAT, η War on Want και η Εκστρατεία Αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη (PSC) κατέγραψαν αυτή τη σχέση σε μια κοινή έκθεση με τίτλο «Οπλισμός του Απαρτχάιντ: Συνενοχή του Ηνωμένου Βασιλείου στα εγκλήματα του Ισραήλ κατά του παλαιστινιακού λαού».
Αυτή η έκθεση περιλαμβάνει λεπτομέρειες σχετικά με τον ρόλο της G4S, μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες ασφαλείας στον κόσμο, με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο. Κατηγορούμενη για συνενοχή σε μια σειρά καταχρήσεων, το 2014 η εταιρεία διέκοψε ορισμένες πτυχές της συνεργασίας της με το Ισραήλ. Ωστόσο, η εκστρατεία κατά της G4S στο Ισραήλ δεν έχει τελειώσει ακόμη.

Διαμαρτυρία κατά της G4S με την πρωτοβουλία «Πόλεμος κατά της Επιθυμίας» στις 10 Μαρτίου 2016. Πηγή: Facebook
Το 2005, ο Υπουργός Άμυνας χορήγησε μια σύμβαση κοινοπραξίας αξίας σχεδόν 1 δισεκατομμυρίου λιρών στην UAV Tactical Systems Ltd (U-TacS), μια επιχείρηση των Thales UK και Elbit Systems. Αυτό διασφάλισε την ανάπτυξη του βρετανικού drone επιτήρησης Watchkeeper WK450, το οποίο, σύμφωνα με το War on Want, βασίζεται σε ένα μοντέλο, που «δοκιμάστηκε στο πεδίο» σε κατεχόμενα Παλαιστίνιους κατά τη διάρκεια επιθέσεων στη Γάζα.
Το Ηνωμένο Βασίλειο εγκρίνει επίσης άδειες για εταιρείες, που πωλούν εξαρτήματα όπλων στο Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένου του drone Hermes. Οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις (IDF) χρησιμοποιούν αυτό το drone τόσο για την παρακολούθηση όσο και για τον βομβαρδισμό των Παλαιστινίων στη Γάζα. Αυτό ήταν ιδιαίτερα εμφανές κατά τη διάρκεια της Επιχείρησης Προστατευτική Αιχμή το 2014, στην οποία σκοτώθηκαν περίπου 1.460 Παλαιστίνιοι.
Χρησιμοποιώντας εξελιγμένη τεχνολογία επιτήρησης για τον εντοπισμό στόχων και την καθοδήγηση επιθέσεων με πυραύλους και έξυπνες βόμβες, το drone Hermes έχει περιγραφεί από την ισραηλινή πολεμική αεροπορία ως «η ραχοκοκαλιά αποστολών στόχευσης και αναγνώρισης».
Το Ηνωμένο Βασίλειο όχι μόνο παρέχει στο Ισραήλ μη επανδρωμένα αεροσκάφη και τεχνολογία μη επανδρωμένων αεροσκαφών, εξαρτήματα όπλων, έλεγχο όπλων, εξοπλισμό στόχευσης και πυρομαχικά, αλλά και αλεξίσφαιρα ενδύματα, πυρομαχικά φορητών όπλων και τεθωρακισμένα οχήματα, πολλά από τα οποία χρησιμοποιούνται για τη στόχευση, τη δολοφονία και την καταστολή Παλαιστινίων.
Είναι σαφές ότι, εάν ο νόμος περί μποϊκοτάζ προχωρήσει όπως έχει προγραμματιστεί, θα περιορίσει τις δημόσιες ελευθερίες. Το να θεωρηθούν ποινικά αδικήματα οι μη βίαιες εκκλήσεις για μποϊκοτάζ και απόσυρση επενδύσεων θα εκφοβίσει τους δημόσιους φορείς και θα τους αρνηθεί την ευκαιρία να αποστασιοποιηθούν από το βαθιά ριζωμένο και εκτεταμένο εμπόριο όπλων μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ισραήλ. Και όπως ρώτησε ο διευθυντής του προγράμματος οικονομικών σχέσεων της Διεθνούς Αμνηστίας για το Ηνωμένο Βασίλειο, Peter Frankental:
Πού είναι το κίνητρο για τις εταιρείες να διασφαλίζουν ότι δεν θα υπάρχουν παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων… όταν οι δημόσιοι φορείς δεν μπορούν να τις θεωρήσουν υπόλογες αρνούμενοι να τους αναθέσουν συμβάσεις;






