Βλέπετε όλες τις γλώσσες εκεί πάνω; Μεταφράζουμε τα άρθρα του Global Voices, έτσι ώστε να είναι προσβάσιμα σε όλους τα παγκόσμια μέσα των πολιτών.

Δημοσιογραφία στο Αφγανιστάν: Πίεση όπως πουθενά αλλού στον κόσμο

First female journalists trained in Afghanistan in more than a decade, and first ever trained in digital media, produce a documentary as part of a groundbreaking training program for Afghan women journalists supported by The Asia Foundation, a leading non-governmental organization active in Asia since 1954. The hour-long documentary captures the stories of women in Afghanistan, describing both their lives under the Taliban and their hopes for the future. www.asiafoundation.org. (PRNewsFoto/The Asia Foundation)

Οι πρώτες γυναίκες δημοσιογράφοι στο Αφγανιστάν παράγουν ένα ντοκιμαντέρ, στο πλαίσιο ενός πρωτοποριακού προγράμματος κατάρτισης για Αφγανές δημοσιογράφους, που υποστηρίζονται από το Asia Foundation. Φωτογραφία: PRNewsFoto / The Asia Foundation, Creative Commons.

Με την κατάρρευση του καθεστώτος των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν πριν από περίπου 15 χρόνια, προέκυψε μια δημοκρατική κυβέρνηση με ένα σχετικά φιλελεύθερο σύνταγμα, που επέτρεψε – θεωρητικά – την ελευθερία τύπου και έκφρασης. Αλλά η εξασφάλιση της βασικής ασφάλειας των εργαζομένων στα ΜΜΕ στη χώρα ήταν κάπως πιο δύσκολη.

Τα ΜΜΕ αυξήθηκαν εκθετικά μετά την ανατροπή των ενάντιων του τύπου Ταλιμπάν, χάρη εν μέρει σε γενναιόδωρη χρηματοδότηση προερχόμενη από ΜΚΟ, διεθνείς οργανισμούς και ξένες χώρες.

Καθώς, όμως, τα ξένα στρατεύματα αποσύρθηκαν, η χρηματοδότηση για αυτές τις επιχειρήσεις άρχισε να μειώνεται και μόνο λίγες από αυτές παρέμειναν εμπορικά βιώσιμες, καθώς πολλές άλλες έκλεισαν.

Οι κίνδυνοι που απειλούν τους δημοσιογράφους είναι πολλοί. Οι εργαζόμενοι στα ΜΜΕ αποτελούν στόχους, καθώς τονίζουν τη βιαιότητα της εξέγερσης υπό την ηγεσία των Ταλιμπάν και άλλων μαχητικών ομάδων, εντοπίζοντας παράλληλα τις αδυναμίες της κυβέρνησης και τα αδικήματα πολέμαρχων και βουλευτών.

Σύμφωνα με έκθεση που δημοσίευσε η Deutsche Welle τον Ιανουάριο του 2015, το 2014 σημειώθηκαν 125 περιστατικά βίας κατά δημοσιογράφων, αποτελώντας “το πιο βίαιο έτος για δημοσιογράφους στη χώρα”, καθώς χιλιάδες στρατεύματα από το συνασπισμό υπό την ηγεσία των ΗΠΑ αποσύρθηκε από τη χώρα.

Τα πράγματα δεν έχουν βελτιωθεί από τότε. Τον Αύγουστο του 2015, η Azizullah Hamdard του πρακτορείου ειδήσεων Pajhwok πυροβολήθηκε και τραυματίστηκε στην Καμπούλ από άγνωστους δράστες, αφότου μετέδωσε περιστατικό εκλογικής απάτης.

Αλλά ήταν το φθινόπωρο του περασμένου έτους όταν τα πράγματα πήγαν πραγματικά προς το χειρότερο για τα ΜΜΕ της χώρας, καθώς οι Ταλιμπάν κατέλαβαν δραματικά τη στρατηγική βόρεια πόλη Kουντούζ, ένα από τα μεγαλύτερα πραξικοπήματά τους τα τελευταία χρόνια.

Όπως αναφέρθηκε σε έκθεση της International Media Support (IMS), μιας μη κερδοσκοπικής οργάνωσης, η οποία υποστηρίζει τα δικαιώματα για τα ΜΜΕ και την ασφάλεια ανά τον κόσμο:

In the months leading up to the attack, the Taliban had exhibited increasing hostility towards media workers following a spate of years in which the terrorist group had built up stable relationships with mainstream media, providing regular press statements from spokesmen and utilising social media with great effect to broaden their outreach. In September and October 2015, this strategy changed abruptly, as the Taliban proceeded to openly target journalists during the terrorist group’s capture of the Northern city of Kunduz. According to the IMS-supported Afghan Journalists Safety Committee (AJSC), the Taliban actively sought out journalists, searching and raiding the offices of media outlets.

Κατά τους μήνες που προηγήθηκαν της επίθεσης, οι Ταλιμπάν είχαν εκδηλώσει μια αυξανόμενη εχθρότητα απέναντι σε εργαζόμενους στα ΜΜΕ έπειτα από πολλά χρόνια, κατά τα οποία η τρομοκρατική ομάδα είχε δημιουργήσει σταθερές σχέσεις με τα κυρίαρχα ΜΜΕ, με τους εκπροσώπους να κάνουν τακτικές δηλώσεις τύπου, ενώ αξιοποιούσαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με μεγάλη αποτελεσματικότητα για να διευρύνουν την εμβέλειά τους. Το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 2015, η στρατηγική αυτή άλλαξε απότομα, καθώς οι Ταλιμπάν προχώρησαν στο να στοχεύουν ανοιχτά δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας της τρομοκρατικής ομάδας στη βόρεια πόλη Kουντούζ. Σύμφωνα με την υποστηριζόμενη από την IMS Επιτροπή Ασφαλείας των Αφγανών Δημοσιογράφων (AJSC), οι Ταλιμπάν κυνήγησαν ενεργά δημοσιογράφους, αναζητώντας και κάνοντας επιδρομές στα γραφεία διαφόρων ΜΜΕ.

Μεταξύ των ΜΜΕ, την οργή των Ταλιμπάν ένιωσε και ο TOLO News, ένας δυναμικός οργανισμός του ομίλου ΜΜΕ MOBY που έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη μεγάλου μέρους του Αφγανού κοινού παρέχοντας 24ωρη κάλυψη που συμπεριλαμβάνει μερικές από τις πιο επικίνδυνες και δυσπρόσιτες περιοχές της χώρας.

Στις 21 Ιανουαρίου, το προσωπικό του TOLO News αποτέλεσε στόχο ενός βομβιστή αυτοκτονίας στην Καμπούλ [en], ο οποίος σκότωσε εφτά εργαζομένους του.

Οι Ταλιμπάν ήταν ιδιαίτερα θυμωμένοι με τον TOLO News για ό,τι περιέγραψε ως προσπάθεια εξευτελισμού, αφότου το μέσο περιέγραψε περιστάτικά βίας και βιασμού προς τον άμαχο πληθυσμό της Κουντούζ τον μήνα Οκτώβριο [2015].

Η επακόλουθη επίθεση στο κανάλι προκάλεσε δημόσια αγανάκτηση.

Ελευθερία σημαίνει να έχεις φωνή @TOLOnews & @TOLO_TV μας έδωσαν φωνή και ελευθερία έκφρασης #FreedomOfExpression. Συντασσόμεθα με τον MOBY & καταδικάζουμε την επίθεση.

4η επίθεση κατά Αφγανών δημοσιογράφων σε 3 εβδομάδες, μια μόνο ένδειξη αποτυχίας του 15ετούς πολέμου για την αποκατάσταση της ειρήνης

Σε απάντηση στην επίθεση των Ταλιμπάν, κάποιοι δημοσιογράφοι πρότειναν το μποϊκοτάζ της κάλυψης μελλοντικών επιθέσεων, στερώντας από την ομάδα μιας ζωτικής σημασίας πηγή δημοσιότητας.

Κατά συνέπεια, ο βομβαρδισμός της 1ης Φεβρουαρίου [2016] στην Καμπούλ που αφαίρεσε τη ζωή 20 ανθρώπων δεν καλύφθηκε από την TOLO TV και το TOLO news.

Ωστόσο, η πρωτοβουλία έλαβε ανάμικτες αντιδράσεις:

Από την επίθεση κατά του προσωπικού της TOLO TV, το TOLO news έχει σταματήσει τη ζωντανή κάλυψη των επιθέσεων. Τίποτα για τη σημερινή επίθεση στην Καμπούλ. Μην υποκύπτετε στον φόβο.

Παρά την επίθεση των Ταλιμπάν στο προσωπικό του TOLO news, σήμερα πάλι όλα τα αφγανά ΜΜΕ μετέδωσαν την επίθεση αυτοκτονίας στην Καμπούλ. Ξεχνάμε γρήγορα τις υποσχέσεις μας!

Εν τω μεταξύ, οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης προσπαθούν να διαγράψουν από την ατζέντα των ΜΜΕ τη διαφθορά, την υπεξαίρεση, το σφετεριμό γης και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων .

Την πρώτη ημέρα ανάληψης των καθηκόντων του, ο Πρόεδρος Ghani επέτρεψε [en] στον δημοσιογράφο Matthew Rosenberg των ‘New York Times’, ο οποίος είχε απελαθεί από την αφγανή κυβέρνηση με την κατηγορία της υπονόμευσης των εθνικών συμφερόντων του Αφγανιστάν, να επιστρέψει στη χώρα, προβάλλοντας τη δέσμευση της διοίκησης για ελευθερία τύπου και έκφρασης.

Ο ίδιος επίσης υπέγραψε [en] τον Νόμο για την Πρόσβαση στις Πληροφορίες που είχε προηγουμένως ψηφιστεί από το κοινοβούλιο και ο οποίος δηλώνει ότι πληροφορίες που ελέγχονται από την κυβέρνηση πρέπει να είναι διαθέσιμες στο κοινό, “εξαιρουμένων των περιπτώσεων απειλής της εθνικής ασφάλειας, διακύβευσης της ιδιωτικότητας ή επέμβασης σε ποινική έρευνα”.

Η διοίκηση του Ghani, ωστόσο, επέτυχε να εκπληρώσει αυτές τις υποσχέσεις.

Η αμφιλεγόμενη Επιτροπή Έρευνας Παραβίασης των ΜΜΕ (MVIC) της κυβέρνησης, η οποία βρίσκεται σε ισχύ από το 2005, έχει κληθεί να ηγηθεί καθημερινών εφημερίδων σε πολλές περιπτώσεις.

Οι Hasht-e Subh Daily, Daily Open Society και Etilaat-e Roz Daily είναι μεταξύ αυτών, οι αρχισυντάκτες των οποίων κλήθηκαν από αξιωματούχους ως αποτέλεσμα του επικριτικού ρεπορτάζ.

Επιπλέον, όταν η ανώνυμη, σατιρική σελίδα Kabul Taxi στο Facebook αστειεύτηκε με τον πανίσχυρο επικεφαλής της ασφάλειας του Ghani, Hanif Atmar, ο Atmar ξεκίνησε ένα ανεπιτυχές κυνήγι μαγισσών προσπαθώντας να βρει αν πίσω από αυτή τη σελίδα βρίσκονταν καταξιωμένοι εργαζόμενοι των ΜΜΕ. Τελικά έκλεισε [en].

Παρόλο που η τηλεόραση προσελκύει ένα σημαντικό μέρος του κοινού σε όλη τη χώρα, το ραδιόφωνο εξακολουθεί να παραμένει η πρωταρχική πηγή ειδήσεων για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.

Το αναγνωστικό κοινό των έντυπων μέσων ενημέρωσης παραμένει χαμηλό, η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όμως, αυξάνεται και οι συνδέσεις στο διαδίκτυο γίνονται όλο και ταχύτερες και πιο προσβάσιμες.

Τις τάσεις αυτές συνοδεύουν η δημοσιογραφία των πολιτών και το blogging, που εκτιμά ιδιαίτερα το νεαρό μορφωμένο αναγνωστικό κοινό.

Η φαινομενική ανάπτυξη ανεξάρτητων ΜΜΕ στο Αφγανιστάν της μετά-ταλιμπάν εποχής είναι ένα από τα σημαντικά επιτεύγματα που ακόμα μπορεί να υποδείξει μια κυβέρνηση γεμάτη διαφθορά και ανίκανη να παρέχει πολλές δημόσιες υπηρεσίες.

Παρ’ όλους τους τρόπου πιέσεων, τα ΜΜΕ εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους και υπερασπίζονται το κοινό συμφέρον. Παρόλο που οι θυσίες που χρειάστηκαν να γίνουν προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός είναι πάρα πολλές.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.