
Το indie ροκ συγκρότημα The Psychoacoustics κατά τη διάρκεια μιας από τις συναυλίες τους στην Καζαμπλάνκα. Πηγή: Σελίδα The Psychoacoustics στο Facebook. Χρησιμοποιείται με άδεια.
Τα τελευταία χρόνια, ένας αυξανόμενος αριθμός ανεξάρτητων ροκ συγκροτημάτων έχει αρχίσει να γράφει τα τραγούδια του στην νταρίγια, τη διάλεκτο της αραβικής γλώσσσας, που ομιλείται στις καθημερινές συζητήσεις στο Μαρόκο.
Το αποτέλεσμα είναι μουσική εμπνευσμένη τόσο από τη σύγχρονη τέχνη όσο και από την τοπική κληρονομιά. Σε αντίθεση με την κυρίαρχη σύγχρονη μαροκινή μουσική, η οποία πιέζεται να συμμορφωθεί με καθορισμένα πρότυπα, η ανεξάρτητη τέχνη στην νταρίγια ωθεί τα όρια, χρησιμοποιεί αργκό και χυδαιότητες, αγγίζει εξαιρετικά αμφιλεγόμενα θέματα και πειραματίζεται με ποικίλα στυλ.
Η εναλλακτική μουσική σκηνή στο Μαρόκο εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και ονομάστηκε Nayda (νεολογισμός που σημαίνει «αφύπνιση», που χρησιμοποιείται ως επίθετο για να περιγράψει μια εορταστική ατμόσφαιρα). Η κύρια παρουσίασή της ήταν το Festival du Boulevard des Jeunes Musiciens (Φεστιβάλ Νέων Μουσικών της Λεωφόρου). Μετά την πρώτη του διοργάνωση το 1999, έναν διαγωνισμό για ντόπιους ράπερ, DJ και συγκροτήματα, το φεστιβάλ αυτό είχε ως στόχο να δημιουργήσει μια underground σκηνή και να την παρουσιάσει στο κοινό και τα κυρίαρχα ΜΜΕ.
Οι εμφανίσεις αυτής της πρώτης γενιάς ήταν περιορισμένες και γραμμένες σχεδόν αποκλειστικά στα αγγλικά και τα γαλλικά. Ο Amine Hamma, συν-συγγραφέας του βιβλίου «Jil L'Klam: Urban Poets» και πρώην κιθαρίστας των Haoussa και Betweenatna, προσφέρει μια μερική εξήγηση στο Global Voices:
Le mouvement lui-même est inspiré des idoles. Il a commencé dans les années 1990 quand les télés comme MTV, MCM et VIVA sont devenues accessibles. De cette manière, ce n'est pas que la musique qui a été diffusée, mais toute la culture. Et quand on parle de rock, la plupart des influences étaient anglophones.
Το ίδιο το κίνημα εμπνέεται από είδωλα. Ξεκίνησε τη δεκαετία του '90, όταν τηλεοπτικά κανάλια όπως το MTV, το MCM και το VIVA έγιναν προσβάσιμα. Με αυτόν τον τρόπο, δεν μεταδιδόταν μόνο η μουσική, αλλά ολόκληρη η κουλτούρα. Και όταν μιλάμε για ροκ, οι περισσότερες επιρροές ήταν αγγλόφωνες.
Εκείνη την εποχή, η διάλεκτος νταρίγια ήταν εμβληματική για παραδοσιακές μουσικές μορφές όπως το μαλχούν (ή «μελωδικό ποίημα»), το οποίο με τη σειρά του ήταν εμπνευσμένο από την αραβοανδαλουσιανή μουσική, τίποτα ιδιαίτερα ελκυστικό για τους νέους, που αγαπούσαν την ξένη μουσική και την ποπ κουλτούρα.
Οι Aurora εμφανίζονται στο Hardzazat Hardcore Fest. Πηγή: Σελίδα της Aurora στο Facebook. Με άδεια.
Η κατάσταση της νταρίγια στο Μαρόκο δεν έχει βοηθήσει επίσης. Όπως εξήγησε στο Global Voices ο Khalil Bahhaj, δημιουργός του μουσικού project The Missing String και τραγουδιστής των Riot Stones:
Il y a une idée communément partagée que le darija n'est pas compatible avec les genres musicaux où ce dernier est vu par beaucoup comme une langue associée au manque d'instruction, et où l'acquisition de certaines langues étrangères apporte un plus.
Υπάρχει μια κοινά αποδεκτή άποψη ότι η νταρίγια δεν είναι συμβατή με μουσικά είδη, όπου θεωρείται από πολλούς ως μια γλώσσα, που συνδέεται με την έλλειψη εκπαίδευσης και όπου η εκμάθηση ορισμένων ξένων γλωσσών παρέχει ένα πλεονέκτημα.
Αλλά τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Για ορισμένους μουσικούς, η μουσική δεν έχει επίσημη γλώσσα και έτσι, όταν οι στίχοι γράφονται στα αγγλικά, γίνονται προσιτοί σε ένα παγκόσμιο κοινό. Άλλοι όμως πιστεύουν ότι ο μόνος τρόπος για να επεκτείνουν την τοπική τους εμβέλεια είναι να βασιστούν στη μητρική τους γλώσσα.
Έτσι αναδύθηκε ένα νέο κύμα ανεξάρτητων καλλιτεχνών στο Μαρόκο, ομάδες επηρεασμένες από την ηλεκτρονική μουσική, τη μέταλ και την πανκ, με στίχους στα νταρίγια (μαροκινά αραβικά). Σήμερα, αυτοί οι καλλιτέχνες έχουν πολύ περισσότερους χώρους και ευκαιρίες να κερδίσουν αναγνώριση.
«Μας πήρε χρόνο για να βρούμε μια ταυτότητα στο πλούσιο πολιτιστικό μας περιβάλλον και μόλις πρόσφατα τα καταφέραμε», λέει ο Zouheir Mejd, τραγουδιστής των Wana Mali (πρώην Aurora).
Μια σημαντική επιτυχία για τη διάλεκτο, λέει η Dominique Caubet, ομότιμη καθηγήτρια Αραβικής Γλώσσας του Μαγκρέμπ στο Εθνικό Ινστιτούτο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμών στο Παρίσι (INALCO) και συν-συγγραφέας του Jil L'klam: «Η φερόμενη χρήση της νταρίγια από καλλιτέχνες της νέας σκηνής ήταν πολύ σημαντική για την προώθηση αυτής της γλώσσας στην μαροκινή κοινωνία των πολιτών εδώ και μια δεκαετία».
Ο Ghassan El Hakim, σκηνοθέτης, ηθοποιός, μουσικός και ένθερμος υποστηρικτής της νταρίγια, πιστεύει ότι είναι πιο κοντά στη μαροκινή ταυτότητα παρά στα αραβικά και ως εκ τούτου πιο προσιτό στο τοπικό κοινό:
Τα αραβικά, όπως και τα γαλλικά, είναι μια γλώσσα κατοχής, σε αντίθεση με τα νταρίγια, τα οποία δανείζονται από διάφορες γλώσσες. [Τα νταρίγια] είναι μια γλώσσα προσαρμογής. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, τα κλασικά αραβικά συνδέονταν με την ιδέα της «ευγενούς» τέχνης. Για μένα, το θέατρο, ή η τέχνη γενικότερα, ήταν αδύνατη χωρίς τη δυνατότητα επικοινωνίας με το κοινό. Από αυτή την άποψη, τα αραβικά δεν διέφεραν από τα γαλλικά.
Για πολλούς Μαροκινούς, αυτή η νέα γενιά θυμίζει τη γενιά των Γκιουάν των δεκαετιών του '70 και του '80, της οποίας οι πρωτοπόροι ήταν ομάδες όπως οι Nass El Ghiwane , Jil Jilala και Lemchaheb.
Εκείνη την εποχή, η λογοτεχνική νταρίγια, η νταρίγια που χρησιμοποιούνταν για να γράφονται ποιήματα μαλχούν, ήταν ακόμα σε χρήση. Μέχρι την ανεξαρτησία του Μαρόκου το 1956, ήταν η γλώσσα που ομιλούνταν σε όλη τη χώρα. Σήμερα, ομιλείται μόνο από μια χούφτα ιθαγενών κατοίκων της πόλης Φεζ. Η Caubet εξηγεί ότι «η σημερινή γενιά δεν είναι βυθισμένη στην ίδια ατμόσφαιρα με τη γενιά Γκιουάν. [Η σημερινή γενιά] έχει υιοθετήσει την νταρίγια της εποχής της και έχει αρχίσει να εργάζεται με τη γλώσσα για τη δημιουργική της διαδικασία».
«Η εναλλακτική σκηνή αναπτύσσεται, αθόρυβα»
Η χρήση της νταρίγια δεν περιορίζεται στη ροκ ή ακόμα και στη μουσική: από τη ραπ μέχρι τη φιούζιον, από το θέατρο μέχρι τις εικαστικές τέχνες, και άλλες καλλιτεχνικές μορφές έχουν αρχίσει να αντλούν από την τοπική κληρονομιά.
Οι ανεξάρτητες ή εναλλακτικές τέχνες στο Μαρόκο διακρίνονται για την ποικιλομορφία τους, σε σύγκριση με το mainstream.
«Η εναλλακτική σκηνή ενσαρκώνει την ελευθερία των μουσικών ειδών· την ελευθερία να εξερευνάς και να δημιουργείς νέα είδη», λέει ο Aaron Moniz, ιδρυτικό μέλος των μέταλ συγκροτημάτων Into The Evernight και Struggle Session. «Τα τραγούδια τους συχνά μεταφέρουν μηνύματα ελευθερίας, ισότητας, της οπτικής των καταπιεσμένων και του πραγματικού, συνεχώς μεταβαλλόμενου Μαρόκου».
Ο Ghassan El Hakim πρόσθεσε: «Ο στόχος της εναλλακτικής τέχνης είναι να δημιουργήσει συζήτηση. Ο όρος «εναλλακτικό» φέρει από μόνος του μια κάπως πολιτική στάση. Όχι ακριβώς προσήλωση σε ένα κόμμα, αλλά το να έχεις κάτι σαφές να μεταφέρεις και να το υπερασπίζεσαι».
Ένα από τα κύρια προβλήματα που αντιμετωπίζει η εναλλακτική τέχνη στο Μαρόκο είναι η πληροφόρηση. Το Amplify.ma είναι ένας από τους ιστότοπους, που προσπαθεί να παρέχει πληροφορίες για τη ροκ σκηνή από την ίδρυσή του. Ο δημιουργός του, Reda Hmidi, δήλωσε στο Global Voices ότι «η πρώτη πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι νέοι μουσικοί είναι η ηχογράφηση ενός άλμπουμ με καλή ποιότητα ήχου. Πολλοί νέοι μουσικοί δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να το κάνουν».
Η άλλη πρόκληση είναι η χρηματοδότηση. «Η εναλλακτική σκηνή αναπτύσσεται, αλλά αθόρυβα», λέει ο Amine Nawny, κειμενογράφος του περιοδικού TLBB και ηθοποιός στο θεατρικό θίασο JAA. «Υπάρχουν περισσότεροι ανεξάρτητοι καλλιτέχνες, αλλά με την πιθανότητα να εξαφανιστούν λόγω έλλειψης οικονομικής υποστήριξης».
Στατική εικόνα από το ντοκιμαντέρ «Ο Σαίξπηρ στην Καζαμπλάνκα». Η θεατρική ομάδα JAA παρουσιάζει το «Όνειρο Θερινής Νυκτός» του Σαίξπηρ στην νταρίγια. Η εικόνα δημοσιεύεται με άδεια.
Παρόλο που υπάρχουν πισωγυρίσματα, ορισμένοι πιστεύουν ότι η εναλλακτική σκηνή βρίσκεται αυτή τη στιγμή στην πιο ακμάζουσα περίοδό της.
«Σε σύγκριση με το παρελθόν, η ανεξάρτητη τέχνη είναι πλέον καλύτερα ενσωματωμένη στην κοινωνία», λέει ο Marouane Youssoufi, μέλος της συλλογικότητας Hardzazat. «Έχει γίνει ακόμη πιο ορατή στα ΜΜΕ. Τώρα έχει το κοινό της και οι καλλιτέχνες της έχουν συνειδητοποιήσει τον κοινωνικό και πολιτιστικό τους αντίκτυπο».
Αυτή η εκτίμηση δεν είναι ομόφωνη.
«Η underground σκηνή κινείται μπρος-πίσω. Η καμπύλη δεν είναι σταθερή», λέει ο Sami Allam, τραγουδιστής των Soundtrip. «Μερικές φορές τα πάει καλά, μερικές φορές όχι. Σήμερα, είμαι πεπεισμένος ότι τα πάει καλά».






