Βλέπετε όλες τις γλώσσες εκεί πάνω; Μεταφράζουμε τα άρθρα του Global Voices, έτσι ώστε να είναι προσβάσιμα σε όλους τα παγκόσμια μέσα των πολιτών.

Πώς ο εθνικισμός συνέβαλε στη διάσωση της ορθόδοξης χριστιανικής πολιτιστικής κληρονομιάς κατά τη σοβιετική περίοδο

Δυο έργα με θεματολογία την Ανάσταση από τους Andrei Rublev και Daniil: Εις Άδου κάθοδος και Ανάληψη (1408-10) από την Κρατική Πινακοθήκη Τρετιακόφ στη Μόσχα. Δημόσιας χρήσης φωτογραφίες, Wikipedia.

Η κομουνιστική εξουσία δεν ήταν πάντοτε επιζήμια για την τέχνη που σχετίζεται με την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία, όπως πιστοποιείται από τρία παραδείγματα αριστουργημάτων, που βρήκαν νέα ζωή στο Διαδίκτυο.

Μια κοινή εσφαλμένη αντίληψη στη Δύση είναι ότι, στις χώρες που κυβερνούσαν τα κομουνιστικά κόμματα το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, τα καθεστώτα επέβαλαν τον αθεϊσμό σε ολόκληρο τον πληθυσμό. Η πραγματική κατάσταση ήταν πολύ πιο περίπλοκη. Στην πράξη, οι κομουνιστικές Αρχές δεν αντιτάσσονταν πάντοτε σε θρησκευτικούς θεσμούς, εφόσον δεν αμφισβητούσαν την κυριαρχία του κυβερνώντος κόμματος.

Για παράδειγμα, ενώ προωθούσαν την κοσμικότητα και εθνικοποίησαν την περιουσία της Εκκλησίας, τα κομμουνιστικά κόμματα στην Ευρώπη συνήθως απαιτούσαν αθεϊσμό μόνο από τα μέλη του κόμματος, τα οποία με τη σειρά τους αποκτούσαν πρόσβαση σε προνόμια και ευκαιρίες να γίνουν μέλη της κυρίαρχης ελίτ.

Ένα από τα προγράμματα της Σοβιετικής Ένωσης ήταν να καθιερώσει τον κρατικό αθεϊσμό, καθώς θεωρούσε το θρησκευτικό θεσμό ως αναπόσπαστο στοιχείο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, την οποία αντικατέστησε. Όμως, το 1941, ο σοβιετικός ηγέτης Στάλιν σταμάτησε την αντιθρησκευτική καταστολή, που άρχισε το 1926, για να επιτύχει την υποστήριξη της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ως σύμμαχο για να εγείρει τον ρωσικό πατριωτισμό ενάντια στη ναζιστική επιθετικότητα. Αυτό οδήγησε στην αναβίωση της ρωσικής ορθόδοξης θρησκευτικής ζωής και στην επιρροή της εκκλησίας.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα περισσότερα κομουνιστικά καθεστώτα της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης μετέτρεψαν τις εθνικές ορθόδοξες εκκλησίες σε υπάκουα όργανα, συχνά διεισδύοντας στην ιεραρχία με πράκτορες μυστικών υπηρεσιών. Τέτοια καθεστώτα καλλιέργησαν επίσης μια ηπιότερη μορφή εθνικισμού, η οποία περιελάμβανε αναγνώριση του ιστορικού ρόλου της εκκλησίας στη διαδικασία οικοδόμησης του έθνους.

(Μια εξαίρεση ήταν η Αλβανία υπό τον ολοκληρωτικό δικτάτορα Ένβερ Χότζα (1946-1992), ο οποίος οδήγησε μια βίαιη εκστρατεία για την εξάλειψη της θρησκευτικής ζωής κλείνοντας όλους τους τόπους λατρείας για να δημιουργηθεί «το πρώτο αθεϊστικό έθνος στον κόσμο»).

Επαναπροσδιορισμός της θρησκευτικής τέχνης και οικοδόμηση των θεμελίων της

Η θρησκευτική τέχνη με υψηλή αισθητική αξία ήταν επίσης εθνικοποιημένη: ήταν χαρακτηρισμένη ως εθνικός θησαυρός και τη διαχειριζόταν το κράτος. Αυτό περιελάμβανε τη μετατροπή εκκλησιών και τεμενών σε μουσεία και την εκ νέου ερμηνεία της θρησκευτικής μουσικής ως μέρος της κλασικής πολιτιστικής κληρονομιάς.

Για παράδειγμα, αυτή η ηχογράφηση το 1986 του Ύμνου των Χερουβείμ του Τσαϊκόφσκι από τη Χορωδία του Επιμελητηρίου Πολιτισμού της ΕΣΣΔ (ενεργή κατά τα έτη 1971-91) έχει προσελκύσει πάνω από τρία εκατομμύρια προβολές στο Youtube και έχει κοινοποιηθεί ευρέως πριν από το φετινό Ορθόδοξο Πάσχα.

Αλλά περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μορφή καλλιτεχνικών επιτευγμάτων που έγιναν σε θρησκευτικό πλαίσιο, η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική και οι εικαστικές τέχνες θεωρήθηκαν καλύτερα ως παραδείγματα πατριωτικής υπερηφάνειας από τα περισσότερα κομουνιστικά καθεστώτα.

Αυτό ενέπνευσε τη δημιουργία νέων έργων τέχνης, όπως το κινηματογραφικό αριστούργημα “Αντρέι Ρουμπλιόφ” (ρωσικά: Андрей Рублёв). Αυτό το ιστορικό δράμα του 1966 σκηνοθετήθηκε από τον Αντρέι Ταρκόφσκι σε σενάριο του ίδιου και του Αντρέι Κοντσαλόφσκι και αποτελεί ελεύθερη απόδοση της ζωής του Αντρέι Ρουμπλιόφ, Ρώσου εικονογράφου του 15ου αιώνα.

Εκτός από τη ζωή του ζωγράφου, η ταινία ασχολείται με τα θέματα της διαφθοράς της κυβερνούσας τάξης και της προδοσίας, σε αντίθεση με την ανθεκτικότητα του λαού σε περίπτωση ξένης εισβολής. Υποβλήθηκε σε λογοκρισία λόγω μάλλον της σκληρής απεικόνισης βίας, συμπεριλαμβανομένης σκληρότητας στα ζώα και πραγματικής θανάτωσης αλόγων στο γύρισμα. Αν και κέρδισε διεθνή βραβεία, οι σοβιετικές αρχές καθυστέρησαν την κυκλοφορία της στη χώρα για αρκετά χρόνια. Ο Ταρκόφσκι ισχυρίστηκε ότι η τελική εκδοχή βασίστηκε στις δικές του αποφάσεις, μειώνοντας υπερβολικά μεγάλες σκηνές «χωρίς σημασία», συντομεύοντας τη διάρκειά της σε 3 ώρες και 15 λεπτά.

Το 2011, το ρωσικό στούντιο Mosfilm την ανέβασε διαδικτυακά ως μέρος μιας συλλογής δωρεάν κλασικών ταινιών στο YouTube.

Η ταινία του Ταρκόφσκι είναι διαθέσιμη στο Youtube σε δύο μέρη, με υπότιτλους στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, πορτογαλικά, ισπανικά και τουρκικά:

Το τρίτο παράδειγμα περιλαμβάνει ένα mashup του παραδοσιακού με το νέο. Η ταινία του 1971 “Η αιματηρή μάχη του Κέρζενετς” (ρωσικά: Сеча при Керженце) σε σκηνοθεσία Ivan Ivanov-Vano και Yuriy Norshteyn φιλοξενεί μουσική του Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ και χρησιμοποίησε ρωσικές τοιχογραφίες και πίνακες ζωγραφικής από τον 14ο έως τον 16ο αιώνα. Αυτές οι εικόνες από τείχους εκκλησιών κινούνται χρησιμοποιώντας τεχνική stop motion δυο διαστάσεων.

Η ταινία αντικατοπτρίζει επίσης το πατριωτικό θέμα της επιβίωσης και της αντιμετώπισης της ξένης εισβολής (από τους Πετσενέγους ως τον Ναπολέοντα και τον Χίτλερ). Σε αυτή την περίπτωση, αναφέρεται στην εισβολή των Μογγόλων Τατάρων τον 13ο αιώνα, οι οποίοι στη συνέχεια κυβέρνησαν για τριακόσια χρόνια, και στο θρύλο της Πόλης Κίτεζ, η οποία μυστηριωδώς καλύφθηκε από νερό μετά τη σφαγή του στρατού.

Στην ταινία, η θρησκευτική απεικόνιση χρησιμοποιείται για να εμπνεύσει πατριωτικά συναισθήματα. Για παράδειγμα, η Παναγία με το μωρό Ιησού εμφανίζεται δίπλα-δίπλα με Ρώσους υπερασπιστές. Το 1971 και το 1972, αυτό το animation κέρδισε πολλά βραβεία σε φεστιβάλ κυρίως στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.

Ιστορικά μοτίβα άξια εξερεύνησης

Η εσφαλμένη αντίληψη ότι η θρησκεία απαγορεύτηκε τελείως υπό την κομουνιστική κυριαρχία δεν ήταν περιορισμένη στη Δύση. Μετά την κατάρρευση του κομουνισμού στα τέλη της δεκαετίας του '80, αυτή η αντίληψη έγινε μέρος των κυρίαρχων αφηγήσεων των πλευρών που έκλιναν προς τη Δεξιά στις περισσότερες μετακομουνιστικές χώρες. Η αυξανόμενη πολιτική επιρροή του κληρικισμού σε αυτές τις κοινωνίες κατέστησε τη φημολογούμενη αθέμιτη σύμπραξη κρατικών και θρησκευτικών θεσμών κατά τη διάρκεια του προηγούμενου συστήματος ένα θέμα ταμπού για τους περισσότερους ιστορικούς και δημοσιογράφους.

Τα κομμουνιστικά καθεστώτα προωθούσαν πράγματι μια ιδεολογία, η οποία κατέστελλε την ελευθερία της θρησκείας σε διάφορους βαθμούς, αλλά η εφαρμογή τους στερείται συνεκτικότητας. Η πραγματική πρακτική βασίστηκε σε ορθολογικούς υπολογισμούς: αν τους βοηθούσε να παραμείνουν στην εξουσία. Οι λαϊκιστές σήμερα, που υπονομεύουν τη δημοκρατία σε όλο τον κόσμο, χρησιμοποιούν μια παρόμοια προσέγγιση, αν και πολλοί δεν επικεντρώνονται στην προώθηση των καλλιτεχνικών επιτευγμάτων της εκκλησίας.

Αντί να παρουσιάζουμε μια ασπρόμαυρη εικόνα «καταπίεσης εναντίον μαρτυρίου», είναι σημαντικό να εξεταστεί η πολύπλοκη σχέση μεταξύ κομουνιστικού κράτους και Εκκλησίας για να κατανοηθούν καλύτερα οι μηχανισμοί του αυταρχισμού.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.