Βλέπετε όλες τις γλώσσες εκεί πάνω; Μεταφράζουμε τα άρθρα του Global Voices, έτσι ώστε να είναι προσβάσιμα σε όλους τα παγκόσμια μέσα των πολιτών.

Lucía Asué Mbomío: “Το μείγμα δεν είναι καινούριο, δεν είναι μοντέρνο, δεν είναι cool. Απλά είναι, ήταν και θα είναι”

Sara Martín. Ευγενική παραχώρηση της συνεντευξιαζόμενης και χρήση με άδεια.

Το ακόλουθο είναι το δεύτερο μέρος της συνέντευξης που πραγματοποίησε το Global Voices στην δημοσιογράφο από τη Μαδρίτη και Αφρικανή ακτιβίστρια Luca Asué Mbomío Rubio. Στο πρώτο, προσεγγίζουμε τις προκλήσεις των συνομιλιών, που επιδιώκουν να αναδείξουν τις ανισότητες που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι αφρικανικής καταγωγής στην Ισπανία και επίσης τη σημασία των πλαισίων στις συνομιλίες για την ταυτότητα και το προνόμιο. Σε αυτό το δεύτερο μέρος διεισδύουμε στη δραστηριότητά της που σχετίζεται με τον αντιρατσιστικό αγώνα εντός του ισπανικού πλαισίου, τις σκέψεις της για το να είσαι μαύρος (negritud) και το έργο της ως ακτιβίστρια.

GV: Υπάρχουν κάποιοι που θεωρούν ότι τα διαφυλετικά ζευγάρια αποτελούν μια προσωρινή λύση στο ρατσισμό…Εσύ τι πιστεύεις;

LM: Αυτό δεν είναι αλήθεια. Η ιδέα δεν είναι να ξεκινήσεις να βγαίνεις με ένα μη λευκό άτομο για να θεραπεύσεις τον ρατσισμό σου, αλλά να φέρεις τις ασκήσεις, την αναθεώρηση των προνομίων και τις διακριτικές στάσεις που έχουν δουλευτεί από το σπίτι, γιατί αν όχι, όταν θα βρεθείς με κάποιον, θα εμφανιστούν.

Πρόσφατα έγραψα ένα κείμενο σχετικά με λευκά αρσενικά που βγαίνουν με μαύρες γυναίκες από τα στερεότυπα, την εξωτικότητα και τον υπερσεξουαλισμό, το ονόμασα “Σε εσένα, που τρως μαύρες“. Ένας τύπος μου έγραψε πολύ θυμωμένος στο Instagram για να μου πει ότι ήταν με δύο μαύρες γυναίκες, ότι η μία ήταν η μητέρα της κόρης του και ότι και οι δύο τον είχαν αφήσει για άνδρες με περισσότερα χρήματα και μεγαλύτερους από αυτόν, ότι ίσως ήμαστε οι μαύρες γυναίκες που δεν ήμαστε καλές. Προφανώς, δεν είναι όλοι έτσι, πράγματι, τα λόγια μου απευθύνονταν σε έναν πολύ συγκεκριμένο τύπο άνδρα (επαναλαμβάνω, αυτός που είναι προσκολλημένος στα στερεότυπα, τις θεωρεί εξωτικές και υπερσεξουαλικοποιεί) όχι σε όλους τους λευκούς άνδρες που έχουν μαύρη σύντροφο, αλλά αυτός αποφάσισε, δείχνοντας ότι είχε δίκιο να το θεωρήσει δεδομένο, ότι όλες οι μαύρες γυναίκες ήμαστε κερδοσκόποι, δηλαδή ότι είμαστε όλες ίδιες. Αυτό που έλεγα, ένας “τρώω μαύρες”.

Αφρο-κυβερνο ακτιβισμός

GV: Ας μιλήσουμε λίγο για τον αντίκτυπο που έχει ο αφρο-κυβερνοακτιβισμός στην Ισπανία. Μου έρχονται στο νου δύο παραδείγματα: Afroféminas και Negra Flor. Ποιες είναι οι ανησυχίες σου για το θέμα αυτό;

LM: Πρώτον, συγχαίρω τόσο τις Afroféminas όσο και τη Negra Flor (Desirée Bela-Lobedde) για την αυτοθυσία τους και επειδή, πράγματι, παρά το γεγονός ότι ο αφροακτιβισμός είναι κάτι που έρχεται από πολύ πίσω, όπως καταδεικνύει αυτό το άρθρο του Antumi Toasijé, τώρα υπάρχει μια στιγμή ανάδυσης στο διαδίκτυο, που ευνοείται ακριβώς από την ύπαρξη καναλιών που επιτρέπουν ο σύγχρονος κριτικός λόγος να προσεγγίσει περαιτέρω, περισσότερους ανθρώπους και, επομένως, να έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στο παρόν και στο μέλλον.

Το λέω αυτό τελευταίο επειδή το πρόβλημα του ακτιβισμού των προηγούμενων σταδίων είναι ότι, γενικά, εξαιτίας της έλλειψης καναλιών διάχυσης (YouTube, αυτο-δημοσίευση κ.λ.π.) δεν έχει αφήσει μια κληρονομιά που να επιτρέπει στους νεότερους να γνωρίζουν ποια επιτεύγματα έγιναν στο παρελθόν με σκοπό να χτίσουν από το σκαλί, στο οποίο έμειναν όσοι περπατούσαν στην ίδια σκάλα.

GV: Σχετικά με το κανάλι σου στο YouTube: Κανείς δεν μου έχει εξηγήσει, ποιος είναι ο στόχος; Ποιες είναι οι ιδέες που σε παροτρύνουν να συνδυάσεις αυτές τις ιστορίες μαζί; Γιατί αυτοί οι άνθρωποι και όχι άλλοι;

LM: Ο στόχος μου είναι να μιλήσω για την ταυτότητα με τους Αφρικανούς και τους αφρικανικής καταγωγής κατοίκους στο ισπανικό Κράτος. Μετά από αυτό που συνέβη με το καταλανικό θέμα έχουν αρχίσει να μιλούν πολύ για τον εθνικισμό, συναίσθημα ή ιδέα (ή και τα δύο) ότι για πολλά άφρο άτομα εδώ δεν μπορούν να πρεσβεύουν, ή τουλάχιστον όχι τόσο θερμά επειδή δεν έχουν αισθανθεί ποτέ τον τόπο όπου γεννήθηκαν λόγω μιας διαρκούς αμφισβήτησης.

Όπως λέει η Deborah Ekoka, μία από τις συνεντευξιαζόμενες, εάν σε ρωτήσουν τόσο από πού είσαι (ακόμη και “πώς σε λένε”) είναι επειδή θεωρούν δεδομένο ότι δεν είσαι από εδώ. Και αν δεν είμαστε από εδώ, από πού είμαστε; Ή … από πού αισθανόμαστε ότι είμαστε; Αυτά τα τρία ερωτήματα είναι το σημείο εκκίνησης για τις συνομιλίες που πραγματοποιούνται στο εγχείρημα. Από εκεί δημιουργούνται κατασκευές εξιδανικευμένων πατρίδων που μπορεί να είναι δέρματα ή καλλιτεχνικά/πολιτισμικά κινήματα, τόποι που αποκαλούμε σπίτι και στους οποίους δεν έχουμε βρεθεί ποτέ (ή ναι, αλλά μια σύντομη περίοδο της ζωής μας). Μπορεί επίσης να υπάρξει μια μεγαλύτερη προσκόλληση σε εδαφικές ενότητες πιο κατανοητές από μια χώρα, όπως πόλεις ή γειτονιές, τότε ναι, αισθανόμαστε γνωστοί και όλα αυτά ως απάντηση στην ευρέως διαδεδομένη (μεταξύ των συνεντευξιαζόμενων) εθνική δυσαρέσκεια.

Ο απώτερος στόχος μου είναι να γνωρίσω ποιοι παράγοντες καθορίζουν την κατασκευή του εαυτού και, στη συνέχεια, να επικεντρωθώ στο ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σε αυτό. Ξεκίνησα το κανάλι σχετικά πρόσφατα (Οκτώβριος 2017, αν θυμάμαι σωστά), η ιδέα είναι, όταν μου το επιτρέπει ο χρόνος, να πάρω συνέντευξη από πολλούς περισσότερους ανθρώπους. Δεν υπάρχει καμία προϋπόθεση για να συμμετάσχει κανείς, εκτός από το να είναι αφρικανικής καταγωγής, να θέλει και να έρθει στο σπίτι μου, όπου κάνω συνήθως τις συνεντεύξεις (Χαχαχα). Μακροπρόθεσμα, θα ήθελα να χρησιμεύσει ως βάση για τη διδακτορική διατριβή μου.

Η (διαφυλετική) αγάπη τους καιρούς του Φράνκο

Σύμφωνα με τη Lucía, το βιβλίο της Αυτές που τόλμησαν ξεκίνησε ως φόρος τιμής στη μητέρα της και σε πολλές γυναίκες που έσπασαν κανόνες με τις σχέσεις τους. Πολλές από τις ιστορίες που κάνουν τη βάση του βιβλίου είναι από γυναίκες της γενιάς που έζησε υπό τη στρατιωτική δικτατορία του Φρανθίσκο Φράνκο, μια περίοδο έντονης πολιτικής και κοινωνικής καταπίεσης στην Ισπανία που εγκαταστάθηκε μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο και διήρκεσε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '70.

GV: Αν δεν ήσουν η Lucia και σου ανέθεταν μια ανασκόπηση του βιβλίου Αυτές που τόλμησαν, ποια θα ήταν τα τρία επιχειρήματα, οι ιδέες ή οι λόγοι που θα τόνιζες σε αυτή τη σημείωση;

LM: Ακόμα ντρέπομαι να μιλήσω για το βιβλίο μου για να μπω στη θέση των άλλων ανθρώπων και να το περιγράψω… Δεν σκέφτηκα ποτέ ότι οι ιστορίες μας, αυτές των μαύρων ανθρώπων που μεγάλωσαν στα προάστια της Μαδρίτης (με όλους τους συνειρμούς της τάξης) που ούτε έχουμε μεγαλώσει/βρεθεί στην Αφρική πολύ καιρό, θα μπορούσε να αρέσει. Σε γενικές γραμμές, οι ιστορίες που μας έλεγαν από μικρές στο σχολείο δεν είχαν πρωταγωνιστές που έμοιαζαν στο ελάχιστο με εμάς, ούτε οι ταινίες που έχουμε δει στην εφηβεία ή τα βιβλία που μας έστειλαν να διαβάσουμε στο Πανεπιστήμιο.

Το να αφηγούμαστε τις δικές μας ιστορίες είναι κάτι περισσότερο από μια άσκηση γενναιότητας, ένα άλμα στο κενό πιστεύοντας, πολλές φορές, ότι δεν θα υπάρχει νερό.

Το να ελέγξεις ότι όντως υπάρχει και ότι μπορείς να κολυμπήσεις, να βρεις αγκαλιές, φιλοφρονήσεις και, πάνω από όλα, ταύτιση είναι κάτι απίστευτο. Μου αρέσει όταν μου λένε ότι στο τέλος αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στις σελίδες ενός βιβλίου άτομα σαν κι εμένα. Με εκπλήσσει ότι άνθρωποι που δεν είναι, επίσης μπορούν να βρεθούν σε Αυτές που τόλμησαν. Το γεγονός αυτό δείχνει τη δύναμη που έχουν οι ιστορίες, ακόμα κι όταν σε πολλές περιστάσεις λέγεται ότι θα μπορούσαν να μην έχουν τον ίδιο θέλγητρο εξαιτίας της αδυναμίας που έχουν μερικοί να συμπάσχουν με άτομα με τα οποία δεν μοιάζουν σωματικά (όπως εάν όσοι δεν είμαστε λευκοί δεν θα είχαμε κάνει πάντα).

Σχετικά με τις συνδέσεις που κάνει το βιβλίο με πραγματικότητες και αποκυήματα της φαντασίας, η Lucia λέει:

Εγώ, με βάση πραγματικές συνεντεύξεις, πλάθω κάποια μέρη και μιλάω με λευκές γυναίκες από την Ισπανία που γνώρισαν τους συντρόφους τους (μαύρους άνδρες της Ισημερινής Γουινέας) την εποχή του Φράνκο και που ανακάλυψαν τον ρατσισμό επειδή ήταν μαζί τους (πολλές έμειναν χωρίς οικογένεια εξαιτίας της εναντίωσής τους στην ένωση τους) ή όταν γεννήθηκαν τα παιδιά τους.

Η ιδέα μου ήταν να αμφισβητήσω όρους που είναι φυλακές όπως δια- ή πολυπολιτισμικότητα, μικτά ζευγάρια, μετανάστες δεύτερης γενιάς και να αντιμετωπίσω τον υπάρχοντα ρατσισμό από άλλες οπτικές.

Τέλος, για τα προνόμια, τις πολυπλοκότητες και την τύφλωση που προκαλούν:

LM: Μερικοί με ρωτούν γιατί ονομάζεται Αυτές που τόλμησαν ή γιατί να μην κάνουμε το ίδιο με λευκούς άνδρες που ήταν με μαύρες γυναίκες.

Οι σχέσεις δύναμης δεν ήταν οι ίδιες. Ένας λευκός άνδρας, και με τη Γουινέα να είναι ακόμη μια αποικία ακόμα περισσότερο, ήταν στην κορυφή της πυραμίδας των προνομίων, ενώ μια μαύρη γυναίκα βρισκόταν στη βάση.

Στην περίπτωση των πρωταγωνιστριών του έργου, μεταξύ των οποίων η μητέρα μου, όντας ακόμη στο μέσο αυτής της πυραμίδας, δεν μπορούσαν ούτε να ανοίξουν έναν τραπεζικό λογαριασμό χωρίς την άδεια των γονέων τους ή των συζύγων τους. Όταν ερωτεύτηκαν, ξεπέρασαν τους άγραφους κανόνες μιας κοινωνίας εξαιρετικά συντηρητικής που περιφρονούσε τους μαύρους άνδρες που εκείνες ήθελαν ως ταίρι, που θεωρούσε ότι άξιζαν κάτι καλύτερο.

Αυτοί, από την πλευρά τους, ήταν αρκετά μακριά από τις οικογένειές τους για να μπορέσουν να παντρευτούν με όποιες ήθελαν. Μερικές φορές πήγε καλά, μερικές φορές άσχημα, αλλά καταλάβαινα ότι ήταν θεμελιώδες να αντιμετωπίσουμε τη συνάντηση μεταξύ ανθρώπων, η οποία λαμβάνει χώρα από τότε που ο κόσμος είναι κόσμος. Ακόμη περισσότερο στην ιβηρική χερσόνησο, από τις νότιες ακτές της οποίας μπορούν να φανούν τα φώτα της Αφρικής.

Το μείγμα δεν είναι καινούριο, δεν είναι μοντέρνο, δεν είναι cool, απλά, είναι, ήταν και θα είναι.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.