Βλέπετε όλες τις γλώσσες εκεί πάνω; Μεταφράζουμε τα άρθρα του Global Voices, έτσι ώστε να είναι προσβάσιμα σε όλους τα παγκόσμια μέσα των πολιτών.

Σρι Λάνκα: Η απαγόρευση της νικάμπ και η πολιτική περισπασμού

“ανάποδο ζορρό”. Φωτογραφία: Henrik Dacquin, Flickr(CC BY 2.0).

Αυτό το κείμενο της Shaahima Raashid αρχικά εμφανίστηκε στο Groundviews, μια βραβευμένη ιστοσελίδα δημοσιογραφίας των πολιτών στη Σρι Λάνκα. Μια επιμελημένη εκδοχή του δημοσιεύεται παρακάτω βάσει συμφωνίας διαμοιρασμού περιεχομένου με το Global Voices.

Από τη Δευτέρα 29 Απριλίου, η Σρι Λάνκα παίρνει θέση δίπλα σε άλλες 13 χώρες ανά τον κόσμο, οι οποίες έχουν ψηφίσει νομοθεσία για την απαγόρευση της νικάμπ (κάλυμμα προσώπου).

Εν μέσω εξαγριωμένων μουρμουρητών από ορισμένους βουλευτές και μετά από συζήτηση με το κύριο ισλαμικό θεολογικό σώμα της χώρας, το All Ceylon Jammiatul Ulema (ACJU), το γραφείο του Προέδρου ανακοίνωσε ότι “οποιοδήποτε ένδυμα ή αντικείμενο που παρεμποδίζει την αναγνώριση του προσώπου ενός ατόμου θα αποκλειστεί”. Η Σρι Λάνκα έχει τεθεί υπό καθεστώς έκτακτης ανάγκης μετά τις επιθέσεις της Κυριακής του Πάσχα, που σκότωσαν πάνω από 250 άτομα. Η απαγόρευση θα παραμείνει μέχρι την άρση των κανονισμών έκτακτης ανάγκης.

Από την στιγμή που ταυτοποιήθηκαν όλοι οι ανδρικού φύλου τρομοκράτες που βρίσκονταν πίσω από τη σφαγή ως μέλη της μαχητικής ομάδας ISIS, οι μουσουλμάνες γυναίκες για κάποιο ανεξήγητο λόγο επηρεάστηκαν περισσότερο. Οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες αρνήθηκαν σε μουσουλμάνες γυναίκες την είσοδο σε διάφορα σούπερ μάρκετ και σε περίοπτα ιδρύματα ακολουθήθηκαν από τη συνηθισμένη τρομοκρατική συμπεριφορά, με τις κινδυνολογικές γραφικές αναπαραστάσεις να κάνουν γύρους και ωστόσο πάλι να “εκπαιδεύουν” το κοινό για τις διαφορές μεταξύ της μπούργκας, του χιτζάμπ και του τσαντόρ.

Μια νίκη μάλιστα και για τις αντιμουσουλμανικές φωνές, καθώς και για πολλούς στο εσωτερικό της μουσουλμανικής κοινότητας, που επιδίωκαν να αποστασιοποιηθούν από μια υποτιθέμενη παρωχημένη μορφή του Ισλάμ, που ισχυρίζονται ότι δεν έχει καμία σχέση με την εγγενή μουσουλμανική ταυτότητα της Σρι Λάνκα. Αυτή είναι μια άποψη που απορρίπτει την ιδέα ότι οποιαδήποτε θρησκευτική ή εθνοτική ταυτότητα είναι ρευστή και υπόκειται σε συνεχή εξέλιξη.

Ο κύριος νικητής, όμως, είναι το σημερινό πολιτικό κατεστημένο, τα μέλη του οποίου πιθανότατα συγχαίρουν ο ένας τον άλλον ως αποτέλεσμα αυτού του σπασμωδικού ελιγμού συμβόλων-πολιτικής, για την υποτιθέμενη επιτυχία που εξευμένισε το κοινό και μείωσε τους φόβους του για την εγχώρια τρομοκρατία. Πρόκειται για μια κίνηση που αιμορραγεί υποκρισία, γιατί υποσυνείδητα στοχοποιούνται ‘άλλοι’, ένα ήδη περιθωριοποιημένο τμήμα μιας μειονοτικής κοινότητας ενώ ταυτόχρονα η κυβέρνηση δίνει προσωπικές συμβουλές για την ειρήνη και τη συνύπαρξη σε αυτή την εποχή της κρίσης.

Αυτό που είναι περισσότερο προσβλητικό για τη νοημοσύνη της κοινωνίας μας είναι, ωστόσο, ότι μέσα σε όλα αυτό το σούσουρο, λίγοι έχουν αμφισβητήσει την πραγματική σημασία αυτής της νέας απαγόρευσης για την τρέχουσα κατάσταση των υποθέσεων ασφαλείας μας.

Καμία αναφορά αυτοπτών μαρτύρων ή κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης δεν έδειξε ότι οποιοσδήποτε από τους βομβιστές αυτοκτονίας σε οποιαδήποτε από τις συντονισμένες επιθέσεις σε ολόκληρη τη χώρα φορούσε εκείνη την ημέρα νικάμπ / μπούργκα / τσαντόρ, τη στιγμή που προκάλεσε τον τρόμο. Στην πραγματικότητα ήταν ντυμένοι με ανδρική ενδυμασία, με πρόσωπα εντελώς εκτεθειμένα. Μπορεί επίσης να είναι χρήσιμο να προσθέσετε εδώ ότι δεν ήταν ντυμένοι με παραδοσιακό μουσουλμανικό ανδρικό ένδυμα.

Πώς, λοιπόν, η μουσουλμάνα γυναίκα με κάλυμμα προσώπου γίνεται θύμα ως το πιο αναγνωρίσιμο σημάδι ριζοσπαστισμού;

Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση προχώρησε στη θέσπιση αυτής της νομοθεσίας, όπως και η ACJU στην υποστήριξη αυτής της κίνησης. Ενώ όλες οι κοινότητες έχουν μόνο έπαινο για το εξαιρετικό έργο των δυνάμεων ασφαλείας στην ανίχνευση των επιτιθεμένων μέσα σε λίγες μόνο ώρες, η εκλεγμένη ηγεσία της χώρας χρειάστηκε μια νίκη μετά από αυτό που πολλοί ειδικοί ισχυρίζονται ότι ήταν μια μαζική αποτυχία της υπηρεσίας πληροφοριών, τον εντοπισμό ενός ύποπτου τρομοκράτη και την ανικανότητα στο χειρισμό των γεγονότων συνολικά. Απαιτούνταν απεγνωσμένα μια απόσπαση της προσοχής, οπότε κάτι έπρεπε να δοθεί — και συνέβη ακριβώς η Μουσουλμάνα γυναίκα με νικάμπ να είναι ο ευκολότερος αποδιοπομπαίος τράγος.

Σε έναν ξένο που δεν είναι εξοικειωμένος με το μουσουλμανικό θρησκευτικό συμβολισμό, το πέπλο προσώπου μπορεί να φαντάζει εξωγήινο, ακόμη και ενοχλητικό. Και ενώ το πρώτο μας ένστικτο είναι η “διαφορετική συμπεριφορά” σε τέτοιες γυναίκες σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης της δυσφορίας ενασχόλησης με έναν άγνωστο, μια γυναίκα έξω στο δρόμο με μία νικάμπ είναι — για όσο καιρό μπορεί κανείς να θυμηθεί — σίγουρα όχι κάτι περίεργο, που θα αναγκάσει τον καθένα να σταματήσει και να απαγγείλει τις νεκρικές τελετουργίες τους.

Η λανθασμένη πεποίθηση ότι το πέπλο προσώπου αποτελεί δείκτη εξτρεμισμού δεν βασίζεται σε καμία εμπειρική έρευνα. Αν έπρεπε να διεξαχθούν μελέτες, τα αποτελέσματα θα έδειχναν ότι οι μουσουλμάνες γυναίκες γενικά — πόσο μάλλον εκείνες που καλύπτουν τα πρόσωπά τους — είχαν ελάχιστη, αν όχι οποιαδήποτε, σχέση με πράξεις τρομοκρατίας, που διαπράχθηκαν σε όλες τις χώρες, που τις απαγόρευσαν.

Αντίθετα, υπάρχει μια σαφής αποδεδειγμένη σχέση μεταξύ των τρομοκρατικών επιθέσεων και των αυξανόμενων καταγεγραμμένων ισλαμοφοβικών περιστατικών κατά των Μουσουλμάνων, με τις γυναίκες να είναι δυσανάλογα στοχοθετημένες. Κάποιος μπορεί να τολμήσει να συμπεράνει ότι η ύπαρξη ενός ορατού Μουσουλμάνου συνεπάγεται μεγαλύτερο κίνδυνο για τον εαυτό του παρά για τους γύρω του.

Η απαγόρευση της νικάμπ έχει τεθεί σε εφαρμογή ως μέτρο ασφαλείας, λένε, μια επίδειξη δύναμης προς οποιαδήποτε εμφάνιση ριζοσπαστικοποίησης που προφανώς θα αποτρέψει τυχόν μελλοντικές πράξεις τρόμου στη χώρα. Αλλά η διαιώνιση αυτής της ιδεολογικής ηγεμονίας δεν κάνει καμία χάρη προς τις μουσουλμάνες γυναίκες. Αν μη τι άλλο, η απαγόρευση είναι εντελώς αντιπαραγωγική, διότι απομακρύνει ένα ήδη περιθωριοποιημένο τμήμα μιας μειονοτικής κοινότητας – ένα ελάχιστο ποσοστό 10% του Μουσουλμανικού πληθυσμού της χώρας.

Εάν, όπως πιστεύεται συνήθως, οι μουσουλμάνες γυναίκες καταδιώκονται ήδη, η απαγόρευση θα χρησιμεύσει μόνο για να περιορίσουν τις γυναίκες αυτές στα σπίτια τους, υπό τον έλεγχο των ανδρών που κατηγορούνται ότι κυβερνούν τη ζωή τους και να αποσυνδεθούν περαιτέρω από την ικανότητα να αφομοιωθούν από την υπόλοιπη κοινωνία. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι υπάρχουν μελέτες που συνδέουν τη διαβίωση σε περιβάλλοντα με επιθετική πολιτική βάσει της πίστης με την ριζοσπαστικοποίηση.

Ο παραλογισμός της αναντιστοιχίας μεταξύ των επιθέσεων και της απαγόρευσης της νικάμπ, αυτό θα πρέπει να αποτελεί μια κραυγαλέα διαδήλωση για τις κοσμικές φεμινίστριες, που υποστηρίζουν το βασικό δικαίωμά τους στις πολιτικές ελευθερίες μιας φιλελεύθερης κοινωνίας. Πού είναι αυτή τη στιγμή οι υπερασπιστές και οι πρεσβευτές, που τόσο ολοκληρωτικά έχουν εμβαπτιστεί στο “σύμπλεγμα σωτηρίας των Μουσουλμάνων γυναικών”; Σε ένα κομμάτι μουσουλμάνων γυναικών έχει απαγορευτεί να φορούν αυτό που θεωρούν ότι αντιπροσωπεύει καλύτερα τη δική τους μουσουλμανική ταυτότητα της Σρι Λάνκα. Δεν ζητήθηκε η γνώμη τους πριν από τη θέσπιση αυτής της νομοθεσίας ούτε τους δόθηκε η ευκαιρία να επιδείξουν την προθυμία τους να συνεργαστούν σε περιπτώσεις, όπου απαιτείται αναγνώριση.

Ευτυχώς, οι συζητήσεις γύρω από τις καλυμμένες μουσουλμάνες γυναίκες αιωρούνται μπρος-πίσω σύμφωνα με την ευκολία των καιρών. Σε εποχές ειρήνης, αυτές οι γυναίκες καταπιέζονται και υποτάσσονται στις πατριαρχικές ιδιοτροπίες και φαντασιώσεις, ενώ αμέσως μετά από μια τρομοκρατική επίθεση είναι εχθρικές και απειλητικές, ικανές να επινοήσουν κάθε είδους κακό. Είναι είτε θύματα βίας είτε οι δράστες αυτής.

Αυτή η πανάρχαια εμμονή με την ενδυμασία των μουσουλμάνων γυναικών είναι στην πραγματικότητα μια ακατανόητη συνύπαρξη του συντηρητισμού με τον εξτρεμισμό. Υποστηρίζοντας ότι μια λωρίδα υφάσματος κρατά την απάντηση για την καταπολέμηση μιας σοβαρής παγκόσμιας απειλής, υποβαθμίζονται τα μεγαλύτερα ζητήματα. Εάν υπήρχε άμεση συσχέτιση μεταξύ των επιθέσεων και των καλυμμένων ατόμων, η νομοθεσία που απαγορεύει την κάλυψη του προσώπου στο κοινό θα ήταν εξ ολοκλήρου δικαιολογημένη. Αλλά δεν υπάρχει.

Οι μουσουλμάνες γυναίκες δεν θα πρέπει να προσβληθούν από τη θωράκιση του κράτους. Αν δεν μπορέσουν να απαντήσουν στα δύσκολα ζητήματα της λογοδοσίας, στην αποτυχία τους να ενεργήσουν με βάση τη διαθέσιμη νοημοσύνη και την έλλειψη γενικής χρηστής διακυβέρνησης, όσοι βρίσκονται στην κορυφή πρέπει να εγκαταλείψουν μόνοι τους και να εξετάσουν αν πρέπει να κρύψουν τα πρόσωπά τους αντ’ αυτού.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.