- Global Voices στα Ελληνικά - https://el.globalvoices.org -

Φόβος και αβεβαιότητα: Η ζωή των Γεωργιανών στο Γκάλι

Κατηγορίες: Κεντρική Ασία και Καύκασος, Γεωργία, Ανθρώπινα Δικαιώματα, Διεθνείς Σχέσεις, Μέσα των πολιτών, Πολιτική

Μπαίνοντας στην περιφέρεια Γκάλι της Αμπχαζίας από το πέρασμα του ποταμού Ενγκούρι. Η περιοχή αυτή κατοικείται ως επί το πλείστον από εθνοτικούς Γεωργιανούς. Φωτογραφία: Chai Khana, χρησιμοποιείται με άδεια.

Το ακόλουθο κείμενο προέρχεται από το Chai-Khana.org [1] και αναδημοσιεύεται από το Global Voices under a partnership agreement

Μισό μίλι.

Τόση απόσταση χωρίζει τους εθνοτικούς Γεωργιανούς που ζουν στην αυτονομιστική Αμπχαζία από τα εδάφη ελεγχόμενα από τη γεωργιανή κυβέρνηση. Τόση ήταν και η απόσταση, που χώριζε τον 34χρονο Badri* από τη γυναίκα και τα παιδιά του το καλοκαίρι. Τόση ήταν η απόσταση που εμπόδιζε και τον 23χρονο Nika* να μπορέσει να συνεχίσει το μεταπτυχιακό του στο πανεπιστήμιο.

Σχεδόν μισό μίλι, ή 870 μέτρα, είναι το μήκος της γέφυρας του ποταμού Ενγκούρι, του μοναδικού νόμιμου περάσματος σε γεωργιανά εδάφη. Για τρεις μήνες φέτος, έγινε σύμβολο των ανασφαλειών, που κυριαρχούν στις ζωές περίπου 30.000-40.000 ανθρώπων κάθε μέρα.

Η γέφυρα σηματοδοτεί το χώρισμα μεταξύ Γεωργιανών και Αμπχάζιων, ένα σύνορο που εμφανίστηκε μετά τον Πόλεμο Γεωργίας-Αμπχαζίας του 1992-1993 έπειτα από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Κατά την κορύφωση του πολέμου, πολλοί άνθρωποι γεωργιανής εθνικότητας κατέφυγαν σε άλλες περιοχές της χώρας για ασφάλεια.

Όταν τελείωσε ο πόλεμος το 1993, πολλοί επέστρεψαν στις κατοικίες τους στην περιφέρεια Γκάλι. Αν και επί του παρόντος αποτελούν την πλειοψηφία εκεί, η ζωή τους είναι γεμάτη φόβο και ανασφάλεια, εν μέρει λόγω της Γέφυρας Ενγκούρι [ΣτΜ: Το 2008, η Ρωσία αναγνώριζε την ντε φάκτο ανεξαρτησία της Αμπχαζίας και συνεχίζει να την υποστηρίζει οικονομικά και στρατιωτικά έως σήμερα. Η πλειοψηφία των κρατών μελών του ΟΗΕ αναγνωρίζουν την Αμπχαζία ως εδάφη της Γεωργίας].

Για τους εθνοτικούς Γεωργιανούς που ζουν στο Γκάλι, η γέφυρα Ενγκούρι αντιπροσωπεύει ένα μονοπάτι για σχολεία, νοσοκομεία και οικογένεια. Διασχίζουν τη γέφυρα για φθηνότερα είδη παντοπωλείου και υπηρεσίες καλύτερης ποιότητας, για γάμους και κηδείες. Οι άνθρωποι διασχίζουν τη διαχωριστική γραμμή κάθε μέρα για διαφορετικούς λόγους.

Και για τρεις μήνες φέτος, η πρόσβαση στο σημείο διέλευσης έκλεισε.

Οικογένειες χωρίστηκαν. Φοιτητές έκαναν αγώνα για να φτάσουν στο πανεπιστήμιο. Ακόμη και μια απλή πράξη όπως το να πας σε μια συναυλία έγινε αδύνατη. Ενώ το σημείο διέλευσης είναι επί του παρόντος ανοιχτό, ο τριμηνιαίος περιορισμός της κυκλοφορίας υπογράμμισε τη συνεχή ευπάθεια των εθνοτικών Γεωργιανών, που ζουν στην Αμπχαζία.

“Ήταν μια τρομακτική εμπειρία για να περιγράψει κανείς. Τον Ιούλιο, όταν οι μαθητές στο Γκάλι είχαν εθνικές εξετάσεις, οι γονείς πλήρωναν [φακελάκια] 5.000 ρούβλια (77 δολάρια), περίπου 10.000 (155 δολάρια) για να περάσουν απέναντι. Δε θέλω να επιστρέψω [στο Γκάλι], αν οι πρακτικές αυτές συνεχιστούν. Είμαστε φυλακισμένοι. Είναι αδύνατο να ζήσουμε υπό τέτοιες συνθήκες”, λέει ο Nika.

Υπάρχουν οι καθημερινές αδικίες, όπως η κατάργηση της γεωργιανής γλώσσας από τα σχολεία στο Γκάλι. Και υπάρχουν και τα πιο θεμελιώδη ζητήματα ασφάλειας, όπως η μη κατοχή ιδιοκτησίας, η ψήφος ή η εμπιστοσύνη ότι η αστυνομία θα βοηθήσει, όταν χρειαστεί.

“Δυστυχώς, δεν είσαι αρκετά μεγάλος”. Ήταν αστείο για το συνοριοφύλακα, αλλά σήμαινε ότι ο μεσήλικας Γεωργιανός (18-65 ετών), που προσπαθούσε να διασχίσει τον Ενγκούρι, δεν είχε δικαίωμα να περάσει. Ή τουλάχιστον, αν δε “λάδωνε”.

Ο Badri αντιμετώπισε αυτή την επιλογή τακτικά το καλοκαίρι, όταν αρρώστησαν τα παιδιά του. Τα νοσοκομεία στο Γκάλι δε διαθέτουν υλικά και σύγχρονη τεχνογνωσία, οπότε η σύζυγός του διέσχισε τον Ενγκούρι για να τα μεταφέρει σε ένα καλύτερο νοσοκομείο στη γεωργιανή πρωτεύουσα, Τιφλίδα. Όταν οι αρχές της Αμπχαζίας έκλεισαν τη διασταύρωση μετά από διαδηλώσεις στην Τιφλίδα τον Ιούλιο, ο Badri “κόλλησε” εκεί.

Για περισσότερο από τρεις μήνες, οι άρρενες κάτοικοι του Γκάλι εμποδίζονταν στο πέρασμα των συνόρων. Αν και οι περιορισμοί άρθηκαν στις 2 Οκτωβρίου, η εμπειρία έχει αφήσει τον πληθυσμό του Γκάλι φοβισμένο και απογοητευμένο.

Κατά το παρελθόν έτος, οι Αρχές της Αμπχαζίας έκλεισαν το σημείο διέλευσης δύο φορές. Όταν συμβαίνει αυτό, οι εθνοτικοί Γεωργιανοί, που ζουν στο Γκάλι, έχουν λίγες εναλλακτικές: είτε μπορούν να προσπαθήσουν να “λαδώσουν” είτε να μείνουν σπίτι τους.

“Για να επισκεφθώ τα άρρωστα παιδιά και τη γυναίκα μου, που βρίσκονταν σε νοσοκομείο στην Τιφλίδα, έπρεπε να πληρώσω συνολικά 5.000 ρούβλια (77 δολάρια). Πλήρωνα 1.000 ρούβλια, κάθε φορά που περνούσα. Είναι ζωή αυτή; Πήγα σχεδόν να τρελαθώ. Τα παιδιά μου τα είχαν συνδέσει με τεχνητούς πνεύμονες και εγώ δεν μπορούσα να τα επισκεφθώ”, λέει ο Badri.

Ακόμη και η δωροδοκία των 15 δολαρίων δεν αποτελεί εγγύηση επιτυχίας. Μερικές φορές οι συνοριοφύλακες παίρνουν τα χρήματα, μερικές φορές δεν το κάνουν. Το ποσό μπορεί να αλλάξει: ο Nika έπρεπε να πληρώσει 46 δολάρια, ώστε να μπορέσει να εξασφαλίσει τη θέση του σε ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών.

“Πλήρωσα 2.000 ρούβλια (30 δολάρια) τη δεύτερη φορά. Αργότερα έπρεπε να γράψω μια δήλωση στο Υπουργείο Παιδείας της Γεωργίας για να λάβω χρηματοδότηση για πληρωμή διδάκτρων κι έπρεπε να περάσω τη γέφυρα Ενγκούρι για τρίτη φορά και να πληρώσω ξανά 2.000 ρούβλια”, λέει.

Η απόφαση να κλείσει το σημείο διέλευσης δεν ήταν καινοτομία: οι Αρχές της Αμπχαζίας το έκλεισαν τον Ιανουάριο, αναφέροντας ως αιτιολογία μια επιδημία γρίπης σε ελεγχόμενη από την Γεωργία περιοχή.

Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο οι Γεωργιανοί, που ζουν στο Γκάλι, λένε ότι είναι “φυλακισμένοι” μες στα ίδια τους τα σπίτια λόγω της σταθερής ροής των αποφάσεων των ντε φάκτο Αρχών της Αμπχαζίας, που περιορίζουν τις κινήσεις τους.

Το κλείσιμο ήταν τόσο αποδιοργανωτικό για τους κατοίκους του Γκάλι, που τον Ιανουάριο διεξήγαν μια σπάνια διαδήλωση [3] εκτός των εγκαταστάσεων της περιφερειακής διοίκησης. Η διαδήλωση ώθησε ακόμη και τον Δημόσιο Συνήγορο της Αμπχαζίας να μιλήσει εκ μέρους τους. Ο Διαμεσολαβητής Asida Shakril πίεσε τις Αρχές της Αμπχαζίας να λάβουν υπόψη τις ανάγκες των κοινοτήτων στο Γκάλι.

Αλλά οι ντόπιοι δε βλέπουν καμία ένδειξη ότι οι ντε φάκτο Αρχές στην Αμπχαζία ενδιαφέρονται να βελτιώσουν την κατάστασή τους.

Αντ’ αυτού, βλέπουν μια πολιτική, που στοχεύει να τους αναγκάσει να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους στο Γkάλι. Το 2008, όταν η Ρωσία αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Αμπχαζίας, έγινε υποχρεωτική η απόκτηση αμπχαζιανού διαβατηρίου ή άδειας διαμονής. Πριν από αυτό, χρησιμοποιούνταν κυρίως ως ταυτοποίηση τα σοβιετικά διαβατήρια και, για τους ανηλίκους, τα πιστοποιητικά γέννησης.

Εθνοτικοί Γεωργιανοί περιμένουν στο αστυνομικό τμήμα στο Γκάλι για να λάβουν τις άδειες διαμονής τους. Η διαδικασία είναι μακρά και αβέβαιη. Φωτογραφία: Chai Khana, χρησιμοποιείται με άδεια.

Οι κάτοικοι του Γκάλι, που δεν έλαβαν αμπχαζιανή υπηκοότητα, έπρεπε να εξαρτώνται από ένα ειδικό έντυπο, το έντυπο αριθ. 9, το οποίο έπρεπε να ανανεώνεται κάθε μήνα ή δύο. Σε ορισμένες σπάνιες περιπτώσεις, εγκρινόταν για περίοδο έξι μηνών. Οι ντόπιοι έπρεπε να παρουσιάζουν αυτό το έγγραφο για να περάσουν σε ελεγχόμενα από τη Γεωργία εδάφη.

Ωστόσο, η απόκτηση άδειας διαμονής, μια κατάσταση που δημιουργήθηκε νόμιμα για τους αλλοδαπούς, αλλά εφαρμοζόταν στους εθνοτικούς Γεωργιανούς, παρά το γεγονός ότι το Γκάλι είναι η πατρίδα τους, είναι εξαιρετικά δύσκολη.

Η 58χρονη Nani ζει στη Λεκουχόνα, ένα χωριό στο Γκάλι. Περιμένει την άδεια διαμονής της εδώ και δύο χρόνια.

Ωστόσο, ακόμη και όταν η Nani και η οικογένειά της λάβουν τις άδειες παραμονής τους, δε θα έχουν ούτε καν βασικά δικαιώματα στο Γκάλι. Για παράδειγμα, δεν θα έχουν το δικαίωμα να αγοράσουν ένα σπίτι ή να αγοράσουν ακίνητα. Δε θα μπορούν να ψηφίσουν.

“Εγώ και τα τρία μέλη της οικογένειάς μου στεκόμαστε σε ουρά από το πρωί μέχρι τη νύχτα για περισσότερο από δύο εβδομάδες για να υποβάλουμε αίτηση για άδεια παραμονής…Αυτό που συμβαίνει εδώ είναι εφιάλτης, ένας ατέλειωτος εφιάλτης που γίνεται ολοένα και χειρότερος”, λέει.

Τα ονόματα των ατόμων έχουν αλλάξει για να προστατευθεί η ταυτότητά τους. Το Chai Khana δεν έχει δημοσιεύσει το όνομα του συντάκτη για λόγους ασφαλείας.