- Global Voices στα Ελληνικά - https://el.globalvoices.org -

Φόρος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην Ουγκάντα μετατρέπει την ενημέρωση και την πληροφόρηση σε αγαθά πολυτελείας

Κατηγορίες: Υπο-Σαχάρια Αφρική, Ουγκάντα, Ανθρώπινα Δικαιώματα, Διαδηλώσεις, Ελευθερία του Λόγου, Λογοκρισία, Μέσα των πολιτών, Νομικά, Τεχνολογία, Ψηφιακός ακτιβισμός, GV Advocacy

Διαδήλωση κατά του φόρου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 11 Ιουλίου 2018. Η φωτογραφία κοινοποιήθηκε ευρέως στο Twitter.

Οι κάτοικοι της Ουγκάντας βγήκαν στους δρόμους [1] της Καμπάλα στις 11 Ιουλίου απαιτώντας την λήξη ενός φορολογικού καθεστώτος, που έχει ανατρέψει τις μεθόδους επικοινωνίας, πληροφόρησης και πληρωμής για τους χρήστες κινητών τηλεφώνων σε όλη τη χώρα. Οι ίδιοι αμφισβητούν και τη συνταγματικότητα του φόρου στο δικαστήριο.

Ο νέος νόμος, που επιβλήθηκε την 1η Ιουλίου, αναγκάζει τους κατοίκους της χώρας να καταβάλλουν ημερήσιο φόρο για τις εφαρμογές OTT κινητών τηλεφώνων, συμπεριλαμβανομένων – αλλά όχι περιορισμένων σε αυτά – των Facebook, Twitter, Instagram, WhatsApp, Viber, LINE, Snapchat, Skype, LinkedIn, Tinder και Grindr.

Ο νόμος επιβάλλει επίσης φόρο 1% για τις χρηματικές συναλλαγές μέσω κινητών τηλεφώνων, που πλέον είναι η απαιτούμενη μέθοδος [2] επαναφόρτισης των καρτών SIM.

Συνολικά, οι νέες αυτές πολιτικές θα καταστήσουν πιο δαπανηρή την επικοινωνία και την εκτέλεση καθημερινών εργασιών μέσω των κινητών συσκευών για τους κατοίκους – ειδικά για εκείνους που ζουν σε συνθήκες φτώχειας.

Ο Πρόεδρος Γιουέρι Μουσέβενι αναφέρει ότι ο φόρος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει ως στόχο να περιορίσει τα διαδικτυακά κουτσομπολιά και να αυξήσει τα δημόσια έσοδα. Αυτό που δεν αναγνωρίζει είναι ότι ο φόρος συνεπάγεται πολλά περισσότερα από τον περιορισμό των συνομιλιών.

 

Ο φόρος αυτός έχει πολύ μεγάλο κόστος.

Οι κάτοικοι της χώρας αντιμετωπίζουν πλέον κυριολεκτικά ένα τοίχος (ιστο-διόδια) σε καθημερινή βάση, όταν σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε από τις 58 εφαρμογές OTT [3] που αναγνωρίζονται στον κανονισμό. Εάν επιθυμούν να προχωρήσουν, πρέπει να πληρώσουν ένα τέλος ύψους 200 σελινιών Ουγκάντας (0,05 δολάρια ΗΠΑ).

Με το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ουγκάντα στα 604 δολάρια ΗΠΑ [4], η καθημερινή χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ή των εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων θα μπορούσε να καταναλώσει το 3% των μέσων ετήσιων εσόδων των κατοίκων της χώρας. Σε αυτό προστίθεται επιπλέον το κόστος ακουστικών κινητού τηλεφώνου, ενός προγράμματος ομιλίας/μηνυμάτων/δεδομένων και του φόρου 1% για την επαναφόρτιση των καρτών SIM.

Σύμφωνα με τη συνεργασία για τη διεθνή πολιτική ΤΠΕ στην Ανατολική και Νότια Αφρική (CIPESA) όσον αφορά στην Ουγκάντα, ο φόρος θα αναγκάσει τους φτωχότερους κατοίκους της χώρας να αυξήσουν το κόστος σύνδεσής τους στο διαδίκτυο κατά 10% [5]. Η χρήση δεδομένων μόλις 1 GB θα κοστίζει πλέον σχεδόν το 40% του μέσου μηνιαίου εισοδήματός τους.

Απομένει να δούμε σε ποιο βαθμό ο νέος φόρος θα μειώσει τη χρήση και την πρόσβαση στο διαδίκτυο στην Ουγκάντα, όπου η πρόσβαση στο διαδίκτυο το 2016 είχε εκτιμηθεί ότι θα βρίσκεται περίπου στο 22%, σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας [6].

Όχημα της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας MTN στην Ουγκάντα, 28 Νοεμβρίου 2005, CC BY 2.0

Παραβίαση της ουδετερότητας του διαδικτύου

Ο φόρος παραβιάζει κατάφωρα και την ουδετερότητα του διαδικτύου, την αρχή, ότι οι πάροχοι υπηρεσιών θα πρέπει να αντιμετωπίζουν ισότιμα όλη την διαδικτυακή κυκλοφορία και να μην εμποδίζουν ή να περιορίζουν την πρόσβαση σε διαδικτυακό περιεχόμενο και υπηρεσίες.

Η Ουγκάντα δεν έχει νομική προστασία, όσον αφορά στην ουδετερότητα του διαδικτύου, και τόσο η κυβέρνηση όσο και οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών έχουν παραβιάσει την αρχή αυτή στο παρελθόν, εφαρμόζοντας διαβαθμισμένες τιμές και μπλοκάροντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Εκτός από τη λογοκρισία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης κατά τη διάρκεια των εκλογών (κατόπιν εντολής της κυβέρνησης), οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών έχουν προσφέρει ειδικά πακέτα, που παρέχουν στους χρήστες πρόσβαση μόνο στις εφαρμογές WhatsApp, Facebook και Twitter, σε ποσοστό χαμηλότερο από αυτό ενός πλήρους προγράμματος δεδομένων. Αν και τεχνικά το πακέτο δεν έχει μηδενικό συντελεστή, το αποτέλεσμα είναι παρόμοιο: προσφέρει κάποια εξοικονόμηση χρημάτων στους χρήστες που χρησιμοποιούν μόνο αυτές τις εφαρμογές. Παράλληλα, καθιστά «ολόκληρο το διαδίκτυο» πιο ακριβό από ό, τι μόνο «μέρος του διαδικτύου» και ωθεί τους χρήστες με περιορισμένους προϋπολογισμούς σε εξάρτηση από αυτές τις συγκεκριμένες εφαρμογές.

Ενώ ο νέος φόρος παραβιάζει την ουδετερότητα του διαδικτύου, ταυτόχρονα εξαλείφει τα οφέλη τέτοιου είδους πακέτων – η συγκεκριμένη προσφορά κόστιζε 200 σελίνια Ουγκάντας την ημέρα, με τον νέο φόρο όμως το κόστος επισήμως διπλασιάζεται. Για τα άτομα, που μπορούσαν να ανταποκριθούν στην τιμή του ειδικού πακέτου, αλλά όχι πολύ παραπάνω, ο φόρος μπορεί να σημαίνει, ότι θα αποκλειστούν εντελώς από αυτές τις υπηρεσίες.

Περιορισμός πρόσβασης στην πληροφόρηση (μόνο όσοι μπορούν να την πληρώσουν)

Το αρχικό σκεπτικό [7] γύρω από τον φόρο περιγράφεται από τον Πρόεδρο Μουσέβενι ως εξής:

Δεν πρόκειται να προτείνω φόρο στη χρήση του διαδικτύου για εκπαιδευτικούς, ερευνητικούς ή σκοπούς αναφοράς… αυτοί πρέπει να παραμένουν δωρεάν. Ωστόσο, το olugambo (κουτσομπολιό) στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (απόψεις, προκαταλήψεις, προσβολές, φιλικές συζητήσεις) και οι διαφημίσεις από την Google και δεν ξέρω κι εγώ ποιος άλλος πρέπει να πληρώνουν φόρο, γιατί χρειαζόμαστε πόρους προκειμένου να αντιμετωπίζουμε τις συνέπειες του olugambo τους.

Η κατηγοριοποίηση της χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τον Μουσέβενι ως πολυτελή δραστηριότητα εκθέτει σημαντικά κενά γύρω από την κατανόηση της κυβέρνησης για το πώς οι άνθρωποι χρησιμοποιούν και εξαρτώνται από αυτές τις τεχνολογίες.

Όπως γνωρίζει οποιοσδήποτε έμπειρος χρήστης στην περιοχή, το WhatsApp δεν είναι απλώς ένα μέρος, όπου οι άνθρωποι συνομιλούν και κουτσομπολεύουν με χαλαρότητα. Στην Ουγκάντα (όπως και σε πολλές χώρες της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής) το WhatsApp είναι μια βασική πλατφόρμα για τη διανομή πληροφοριών της κοινότητας, ειδήσεων και δημόσιων ειδοποιήσεων σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Έτσι, οι φτωχότεροι κάτοικοι της Ουγκάντα, που δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά στον φόρο, θα αποκλειστούν από αυτά τα ήδη υπάρχοντα δίκτυα πληροφοριών και διανομής ειδήσεων. Παρόλο που μπορούν να δημιουργήσουν νέες μεθόδους για την ανταλλαγή πληροφοριών, αυτό απαιτεί χρόνο, εργασία και τεχνογνωσία, πράγματα δυσεύρετα, ειδικά για άτομα που ζουν σε συνθήκες φτώχειας.

Οι κάτοικοι της χώρας έδειξαν την αντίθεσή τους στον νέο φόρο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε μια συγκέντρωση στις 6 Ιουλίου 2018.

Η δημοτικότητα, η ευελιξία και η χρηστικότητα εφαρμογών όπως το WhatsApp και το Facebook – σε συνδυασμό με εκπτωτικές προσφορές υπηρεσιών, όπως αναφέρθηκε παραπάνω – σημαίνουν επίσης, ότι για πολλούς ανθρώπους (και στην Ουγκάντα και σε ολόκληρο τον κόσμο) αυτές οι υπηρεσίες είναι η μόνη διαδικτυακή υπηρεσία, που γνωρίζουν πώς να χρησιμοποιήσουν.

Όπως γράφει η Prudence Nyamishana, [8]ακτιβίστρια από την Ουγκάντα και συγγραφέας του Global Voices:

Ο φόρος αγνοεί μια κρίσιμη έλλειψη ψηφιακού γραμματισμού, ιδιαίτερα μεταξύ των φτωχών της Ουγκάντα. Όταν πήρα συνέντευξη από γυναίκες που ζούσαν στο Bwaise, μια παραγκούπολη της Καμπάλα, έμαθα, ότι για αυτές το WhatsApp και το Facebook είναι το διαδίκτυο. Αυτές είναι οι μόνες πλατφόρμες που ξέρουν να χρησιμοποιούν. Έτσι, με τον νέο φόρο, θα αποκλειστούν εντελώς.

Πολλοί κάτοικοι χρησιμοποιούν τώρα εικονικά ιδιωτικά δίκτυα (VPN) για να παρακάμπτουν τον φόρο, αλλά η κυβέρνηση απειλεί να αποκλείσει και αυτές τις υπηρεσίες.

Μετατροπή της ελεύθερης έκφρασης σε προνόμιο

Ενώ η κυβέρνηση φαίνεται να είναι πρόθυμη να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα, που προέρχονται από τον τομέα των τηλεπικοινωνιών, οι ακτιβιστές της Ουγκάντα αμφισβητούν τις πραγματικές προθέσεις της κυβέρνησης, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη την πρόσφατη ιστορία περί διαδικτυακής λογοκρισίας στην Ουγκάντα.

Παράταξη ψηφοφόρων σε εκλογικό κέντρο στο Nyendo Masaka, Ουγκάντα, στις 18 Φεβρουαρίου 2011. Φωτογραφία από τον Peter Beier. Κατοχύρωση πνευματικών δικαιωμάτων Demotix.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων προεδρικών εκλογών τον Φεβρουάριο του 2016, η Επιτροπή Επικοινωνιών της Ουγκάντα ανάγκασε τους φορείς τηλεπικοινωνιών να εμποδίσουν την πρόσβαση [9]στις υπηρεσίες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Τα τελευταία χρόνια, οι αρχές συνέλαβαν αρκετούς χρήστες [10] για θέσεις επικριτικές προς την κυβέρνηση και τον Πρόεδρο Μουσέβενι, σύμφωνα με τον Νόμο περί Κατάχρησης Υπολογιστών του 2011.

«Για τους κατοίκους της Ουγκάντα η εισφορά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι απλώς άλλος ένας φόρος», έγραψε [11] η Lydia Namubiru, δημοσιογράφος από την Ουγκάντα, για τον ειδησεογραφικό οργανισμό Quartz Africa. «Είναι η τελευταία από τις προσπάθειες της κυβέρνησης για να τιμωρήσει και να αποθαρρύνει την διαδικτυακή έκφραση».

Η κυβέρνηση υπερασπίζεται τον φόρο, οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών σιωπούν

Ύστερα από υπόσχεσή της την περασμένη εβδομάδα να επανεξετάσει τα νέα μέτρα, η κυβέρνηση της Ουγκάντα εξακολουθεί να υποστηρίζει την απόφασή της [12] να φορολογήσει τη χρήση υπηρεσιών OTT. Ένα νομοσχέδιο [13] για την τροποποίηση του Νόμου περί Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης του 2018, το οποίο υποβλήθηκε στο κοινοβούλιο στις 18 Ιουλίου, προβλέπει μείωση του φόρου για τις αναλήψεις χρημάτων μέσω κινητού τηλεφώνου από 1% σε 0,5%, αλλά δεν προσφέρει καμία αλλαγή στον φόρο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Εν τω μεταξύ, οι πάροχοι υπηρεσιών, που δραστηριοποιούνται στη χώρα, ως επί το πλείστον σιωπούν. Ενώ ένας μικρός πάροχος, ο Smile, προσφέρθηκε [14] να πληρώσει τον φόρο για λογαριασμό των πελατών του για τρεις μήνες (σε μια πιθανή προσπάθεια να προσελκύσει περισσότερες επιχειρήσεις), οι τρεις μεγαλύτεροι πάροχοι, ο MTN Uganda, ο Airtel India και ο Africell έβγαλαν μόνο μια ειδοποίηση προς το ευρύ κοινό ανακοινώνοντας την εφαρμογή των νέων φόρων.

«Οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών δεν αντιδρούν, επειδή προστατεύουν τα δικά τους συμφέροντα», μας αναφέρει η Prudence Nyamishana. «Από τη στιγμή που είναι ολιγοπώλιο, μπορούν να συμπεριφέρονται με τον τρόπο που θέλουν χωρίς να θέτουν τους ανθρώπους στο επίκεντρο των συμφερόντων τους».

Με την απουσία μιας ισχυρής και ανεξάρτητης ρυθμιστικής αρχής για την υπεράσπιση των συμφερόντων και των δικαιωμάτων των χρηστών, οι ακτιβιστές της Ουγκάντα έχουν απομείνει μόνοι τους να πολεμούν αυτόν τον φόρο. Ενώ η Επιτροπή Επικοινωνιών της Ουγκάντα, η οποία ρυθμίζει τη βιομηχανία τηλεπικοινωνιών, είναι τυπικά [15] «ανεξάρτητη», όλα τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου διορίζονται από τον υπουργό ΤΠΕ και εγκρίνονται από την κυβέρνηση. Επιπλέον, ένα νομοσχέδιο, που πρότεινε η κυβέρνηση και εγκρίθηκε [10] από το κοινοβούλιο τον περασμένο χρόνο, εξάλειψε ένα σύστημα κοινοβουλευτικών ελέγχων και ισορροπιών όσον αφορά στην εποπτεία του υπουργού ΤΠΕ στον τομέα των επικοινωνιών.

Με τους ισχύοντες κανονισμούς η Επιτροπή Επικοινωνιών της Ουγκάντα μπορεί να υπακούει μόνο κυβερνητικές εντολές και αυτό αντικατοπτρίζεται καλύτερα στην υποστήριξή της για τον φόρο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ο Ibrahim Bbossa, διευθυντής υποθέσεων των καταναλωτών της Επιτροπής Επικοινωνιών της Ουγκάντα, είπε στα τοπικά μέσα ενημέρωσης [16] , ότι η κυβέρνηση είναι «σωστή» και «διορατική» στην εφαρμογή αυτού του φόρου, επειδή «ο φόρος ομιλίας πρόκειται να εξαφανιστεί». Η επιτροπή διέταξε επίσης τους παρόχους να μπλοκάρουν τα VPN, ώστε να αποτρέψουν τους χρήστες από το να παρακάμπτουν τα ιστο-διόδια.

Αυτός ο φόρος δεν θα επικρατήσει αμαχητί

Την επομένη της επιβολής του φόρου, οι διαμαρτυρόμενοι [17] άσκησαν δικαστική προσφυγή κατά της κυβέρνησης υποστηρίζοντας, ότι ο φόρος παραβιάζει το δικαίωμα των πολιτών στην ελευθερία του λόγου και την πρόσβαση στην πληροφόρηση, όπως αυτά ορίζονται από το Σύνταγμα της Ουγκάντα του 1995. Τα δικαιώματα αυτά προστατεύονται και βάσει διεθνών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα [18] και της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων [19]. Η Ουγκάντα έχει υπογράψει και τα δύο έγγραφα.

Στο διαδίκτυο, οι εκστρατείες #Notosocialmediatax συνασπίστηκαν τόσο στο Facebook όσο και στο Twitter, με σημαντικές διασημότητες και ορισμένους πολιτικούς ηγέτες να καλούν την κυβέρνηση σε επανεξέταση του φόρου. Αλλά και στους δρόμους, οι διαδηλώσεις έχουν προσελκύσει τεράστιο πλήθος υποστηρικτών – καθώς και την αστυνομία, που χρησιμοποιεί δακρυγόνα και βία για να διαλύσει τις διαμαρτυρίες.

Οι πολίτες αναμένουν απάντηση στην τροπολογία που προτάθηκε στις 19 Ιουλίου και οι διαμαρτυρόμενοι αναμένουν την ημερομηνία του δικαστηρίου, όπου θα αμφισβητηθεί η συνταγματικότητα του νόμου.