Μέτρο του Αζερμπαϊτζάν για τη φίμωση των επικριτών: Η υπόθεση του Γκουμπάντ Ιμπαντόγλου

Εικόνα από την Arzu Geybullayeva

Ο 52χρονος Γκουμπάντ Ιμπαντόγλου είναι ένας γνωστός ακαδημαϊκός, οικονομολόγος και πολιτικός από το Αζερμπαϊτζάν, ο οποίος συνελήφθη πρόσφατα με αμφίβολες κατηγορίες διαφθοράς. Ήταν η τελευταία σε μια σειρά συλλήψεων, που στοχεύουν δημοσιογράφουςπολιτικούς και ακτιβιστές στο κράτος. Τον Ιούλιο του 2023, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στο Αζερμπαϊτζάν, ο ακαδημαϊκός τέθηκε υπό κράτηση, όπου και παραμένει μέχρι τη στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο, παρά τα ανησυχητικά ρεπορτάζ περί επιδείνωσης της υγείας του και τις διεθνείς απαιτήσεις για άμεση απελευθέρωσή του. Ο Ιμπαντόγλου κατηγορείται για την παραγωγή, απόκτηση ή πώληση πλαστών χρημάτων από οργανωμένη ομάδα. Εάν καταδικαστεί, αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως και δώδεκα ετών. Η σύλληψη του Ιμπαντόγλου ακολουθεί ένα συνηθισμένο μοτίβο καταστολής, που παρατηρείται στο Αζερμπαϊτζάν τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Η περσινή χρονιά δεν αποτέλεσε εξαίρεση.

Ο Ιμπαντόγλου είναι ο ιδρυτής και πρόεδρος του αντιπολιτευόμενου Κόμματος Δημοκρατίας και Ευημερίας του Αζερμπαϊτζάν (ADR). Με έδρα το Λονδίνο, ήταν ανώτερος επισκέπτης ερευνητής στο London School of Economics (LSE). Το έργο του επικεντρώνεται στον «πετροκαπιταλισμό», αναλύοντας πώς τα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο έχουν τροφοδοτήσει τη διαφθορά και τον αυταρχισμό στα μετασοβιετικά κράτη. Σε ένα από τα πρόσφατα μακροσκελή άρθρα του, ο Ιμπαντόγλου υποστηρίζει ότι, βάσει εμπειρικών ευρημάτων, «η υπόθεση του πετρελαίου που εμποδίζει τη δημοκρατία ισχύει για τα πλούσια σε πετρέλαιο έθνη του μετασοβιετικού χώρου». Η εργασία επικεντρώθηκε σε αρκετές χώρες πλούσιες σε πόρους, συμπεριλαμβανομένου του Αζερμπαϊτζάν.

Η σύλληψη

Στις 23 Ιουλίου, ο Ιμπαντόγλου βρισκόταν στο αυτοκίνητό του μαζί με τη σύζυγό του, Ιράντα Μπαϊράμοβα, λογίστρια στο επάγγελμα. Κατευθύνονταν προς το Σουμγκαγίτ, μια πόλη 36 χιλιόμετρα έξω από την πρωτεύουσα Μπακού. Η πρώτη στάση ήταν ένα παντοπωλείο, μετά την οποία το ζευγάρι σχεδίαζε να παρακολουθήσει τη συνάντηση της ADR για νέους στην πόλη Σουμγκαγίτ.

Δεν γνώριζε το ζευγάρι ότι τους παρακολουθούσαν και ότι αυτή θα ήταν η τελευταία μέρα που θα ήταν μαζί. Σύμφωνα με την κόρη του Ιμπαντόγλου, Ζάλα Μπαϊράμοβα, οι γονείς της καταδιώχθηκαν από τουλάχιστον τέσσερα αυτοκίνητα. Κάποια στιγμή, τα αυτοκίνητα περικύκλωσαν το όχημα του ζευγαριού. Η Ιράντα Μπαϊράμοβα θυμήθηκε ότι υπήρχαν τουλάχιστον είκοσι άνδρες με πολιτικά που, χωρίς να συστηθούν, έσυραν το ζευγάρι έξω από το αυτοκίνητό τους και τους έσπρωξαν σε ξεχωριστά οχήματα. «Η μαμά μου νόμιζε ότι ήταν μέλη της μαφίας και ότι τους απήγαγαν για να την πουλήσουν ως ιερόδουλη και τον πατέρα μου για τα όργανά του», εξήγησε η Ζάλα Μπαϊράμοβα σε συνέντευξή της στο Global Voices.

Αλλά τελικά δεν ήταν η μαφία. Το ζευγάρι μεταφέρθηκε στο Κεντρικό Τμήμα Καταπολέμησης του Οργανωμένου Εγκλήματος, μια μονάδα του Υπουργείου Εσωτερικών, διαβόητη για καταγγελίες για βασανιστήρια.

Ενώ η Μπαϊράμοβα αφέθηκε ελεύθερη αρκετές ώρες αφότου μεταφέρθηκε στην εγκληματολογική μονάδα, με ορατούς μώλωπες στο σώμα της, ο Ιμπαντόγλου κρατήθηκε μέχρι την επόμενη μέρα, όταν ένα δικαστήριο στο Μπακού καταδίκασε τον πολιτικό σε τέσσερις μήνες προφυλάκισης με βάση τις χαρακτηριζόμενες από διεθνείς οργανισμούς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ψευδείς κατηγορίες. Στις 15 Φεβρουαρίου, το δικαστήριο στο Μπακού παρέτεινε την κράτησή του κατά τρεις ακόμη μήνες.

Οι κατηγορίες

Αρχικά, οι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν εναντίον του Ιμπαντόγλου αφορούσαν τη συμμετοχή του σε επιχειρήσεις παραχάραξης. Ωστόσο, λίγες ώρες μετά την κράτησή του, οι κατηγορίες αυξήθηκαν, πράγμα που σημαίνει ότι η μέγιστη ποινή σε περίπτωση καταδίκης αυξήθηκε από επτά χρόνια σε δώδεκα έτη. Οι αρχικές κατηγορίες, που απαγγέλθηκαν εναντίον του ακαδημαϊκού, βασίστηκαν στον ισχυρισμό των ανακριτών ότι φέρεται να βρήκαν 40.000 δολάρια στο γραφείο του Κέντρου Οικονομικών Ερευνών, μιας μη κυβερνητικής οργάνωσης που ίδρυσε ο Ιμπαντόγλου. Η οργάνωση έκλεισε το 2014 μετά από μια από τις χειρότερες καταστολές, που στόχευαν την κοινωνία των πολιτών στο Αζερμπαϊτζάν. Λόγω της αυξανόμενης κρατικής πίεσης, ο ίδιος ο Ιμπαντόγλου έφυγε από το Αζερμπαϊτζάν το 2017. Σύμφωνα με την οικογένειά του, επέστρεψε μόνο για λίγο το 2021.

Πριν επιστρέψει στο Αζερμπαϊτζάν, ο Ιμπαντόγλου έλαβε διαβεβαιώσεις από ένα γνωστό μέλος της κοινωνίας των πολιτών στο Μπακού ότι οι Αρχές δεν θα κατέφευγαν σε καμία μορφή δίωξης, εάν σκεφτόταν να επιστρέψει στο Αζερμπαϊτζάν. Αυτό αποδείχθηκε λανθασμένο.

Γράφοντας στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης Meta, η κόρη του Ιμπαντόγλου, Ζάλα Μπαϊράμοβα, είπε ότι η αστυνομία έβαλε χρήματα στο γραφείο του πατέρα της το βράδυ πριν από τη σύλληψη, αφού εισέβαλε και άλλαξε τις κλειδαριές του γραφείου.

Λίγες ώρες αφότου ο Ιμπαντόγλου προσήχθη στη Μονάδα Αντιμετώπισης Σοβαρών Εγκλημάτων, το Υπουργείο Εσωτερικών εξέδωσε ανακοίνωση, στην οποία ανέφερε ότι ο ακαδημαϊκός συνελήφθη στο πλαίσιο επιχείρησης, που διερευνά άτομα, που σχετίζονται με το κίνημα Φετουλάχ Γκιουλέν, γνωστό ως FETÖ (Τρομοκρατική Οργάνωση Φετουλάχ Γκιουλέν), το οποίο χαρακτηρίζεται ως τρομοκρατική οργάνωση στην Τουρκία, για τη συμμετοχή του στην απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος του 2016.

Ο Φετουλάχ Γκιουλέν, ένας Τούρκος κληρικός με έδρα την Πενσυλβάνια, ήταν σύμμαχος του Ερντογάν πριν γίνει εχθρός του. Μετά την πρώτη σαρωτική νίκη του ΑΚΡ το 2002, οι δυο τους συνεργάστηκαν για να αναδιαμορφώσουν την τουρκική πολιτική, η οποία κυριαρχούνταν για καιρό από μια κοσμική στρατιωτική ελίτ. Αλλά καθώς ο Ερντογάν προσπαθούσε να επεκτείνει την εξουσία του, η επιρροή του Γκιουλέν στην κυβέρνηση έγινε εμπόδιο. Από το 2016, η κυβέρνηση της Τουρκίας θεωρεί το κίνημα τρομοκρατική ομάδα υπεύθυνη για τη μεθόδευση του πραξικοπήματος. Η απόπειρα πραξικοπήματος εξαπέλυσε κύμα εκκαθαρίσεων στο εσωτερικό της Τουρκίας. Από τον στρατό και τον ακαδημαϊκό χώρο μέχρι τον επιχειρηματικό κόσμο και τα ΜΜΕ, χιλιάδες συνελήφθησαν στην Τουρκία. Αυτές οι συλλήψεις συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

Η καταστολή των ομάδων, που συνδέονται με τον Γκιουλέν, έχει φτάσει και στο Αζερμπαϊτζάν, όπου, μετά το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα, η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να εντοπίσει όλους τους φερόμενους υποστηρικτές του κινήματος στη χώρα. Όταν ο Ερντογάν και ο Γκιουλέν είχαν την πρώτη τους σύγκρουση το 2014, το Αζερμπαϊτζάν έκλεισε γρήγορα 13 εκπαιδευτικά κέντρα και 11 λύκεια, που συνδέονταν με την ομάδα. Η Zaman Azerbaijan, η εφημερίδα που συνδέεται με τον Γκιουλέν, έκλεισε επίσης. Όταν το Azerbaijan News Service (ANS) μετέδωσε μια συνέντευξη με τον κληρικό, έκλεισε και αυτό. Η κυβέρνηση μεταβίβασε επίσης τη διοίκηση του Πανεπιστημίου Qafqaz, του πρώτου ιδιωτικού πανεπιστημίου του Αζερμπαϊτζάν που ιδρύθηκε από τους υποστηρικτές του Γκιουλέν, στην Κρατική Εταιρεία Πετρελαίου (SOCAR). Τουλάχιστον πενήντα μέλη ΔΕΠ του πανεπιστημίου απολύθηκαν τότε.

Σύμφωνα με τη δικηγόρο του Ιμπαντόγλου, Ζιμπεϊντέ Σαντίγοβα, οι ισχυρισμοί, που συνδέουν τον ακαδημαϊκό με την FETÖ, βασίστηκαν σε μαρτυρία ενός άλλου άνδρα, που συνελήφθη κατά τη διάρκεια της λεγόμενης επιχείρησης. Ο άνδρας, Ανάρ Αλίγιεφ, ισχυρίστηκε ότι ο ακαδημαϊκός τον πλήρωσε, αλλά η Σαντίγοβα επανέλαβε ότι ο Ιμπαντόγλου δεν γνώριζε καν τον Αλίγιεφ, πόσο μάλλον να τον είχε συναντήσει για να προβεί σε κάποιο είδος οικονομικής συναλλαγής.

Οι υποθέσεις των τεσσάρων ανδρών, που συνελήφθησαν για εμπλοκή τους με την FETÖ, διερευνώνται ξεχωριστά από τον Ιμπαντόγλου, σύμφωνα με την κόρη του. Σε μια συνέντευξη στο Global Voices, υποστήριξε ότι η σύνδεση με την FETÖ μπορεί να βασίζεται σε ένα ταμείο που ίδρυσε ο πατέρας της το 2023.

Το ταμείο, με την ονομασία Ίδρυμα Εκπαίδευσης Νέων του Αζερμπαϊτζάν, ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 2023 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επικεφαλής του είναι ο πολιτικός Τζαμίλ Χασανλί και ο αυτομολημένος διπλωμάτης Αρίφ Μαμαντόφ. Και οι δύο βρίσκονται στο στόχαστρο του καθεστώτος όλα αυτά τα χρόνια.

Σε μια ανάρτηση στο Meta, ο Ιμπαντόγλου ανέφερε ότι το ίδρυμα θα χρηματοδοτούσε Αζέρους φοιτητές, που επιθυμούν να σπουδάσουν στο εξωτερικό, με δωρεές, καθώς και με χρήματα που κατασχέθηκαν από τις ελίτ του Αζερμπαϊτζάν σε υποθέσεις  διαφθοράς και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Το Αζερμπαϊτζάν υποφέρει εδώ και καιρό από διαρροή εγκεφάλων ως αποτέλεσμα της έλλειψης ποιοτικής εκπαίδευσης ή ευκαιριών απασχόλησης. Και αντί να διορθώσουν τις εκκρεμείς προκλήσεις, οι Αρχές έσπευσαν να λάβουν μέτρα κατά όσων το κάνουν. Μια κρατικά υποστηριζόμενη εκστρατεία δυσφήμισης ξεκίνησε εναντίον του ιδρύματος και του ιδρυτή του κατηγορώντας τον ότι καταχράται επιχορηγήσεις και εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Δύσης. Τώρα, ο Ιμπαντόγλου είναι ένας από τους πολλούς ακτιβιστές, που έχουν φιμωθεί παράνομα. Εν τω μεταξύ, η οικογένειά του ανησυχεί για την επιδεινωμένη υγεία του ακαδημαϊκού. Φοβούνται ότι δεν έχει πολύ χρόνο να ζήσει, πόσο μάλλον να δει την πρώτη ομάδα Αζέρων φοιτητών να λαμβάνουν χρηματοδότηση μέσω του ιδρύματος για σπουδές στο εξωτερικό.

Τον Σεπτέμβριο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ψήφισμα, με το οποίο ζητούσε την άμεση απελευθέρωσή του. Στη συνέχεια, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, την ημέρα της προφυλάκισης του Ιμπαντόγλου, η οποία παρατάθηκε κατά τρεις ακόμη μήνες, το Κογκρέσο των ΗΠΑ υπέβαλε ψήφισμα, με το οποίο καταδίκαζε την μεταχείριση του ακαδημαϊκού από τις Αρχές και ζητούσε την άμεση απελευθέρωσή του. Μένει να δούμε πώς αυτά τα μέτρα μπορεί να επηρεάσουν την κράτησή του.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.