
Κολάζ από την Arzu Geybullayeva, δημιουργήθηκε στο Canva Pro. Οι εικόνες χρησιμοποιούνται με άδεια.
Ενόψει των πρόωρων βουλευτικών εκλογών του Αζερμπαϊτζάν, που έχουν προγραμματιστεί για την 1η Σεπτεμβρίου, οι πολίτες εξετάζουν εξονυχιστικά τους υποψηφίους για το κοινοβούλιο και οι ακτιβιστές της αντιπολίτευσης καταδικάζουν ένα σύστημα που, όπως λένε, εμποδίζει τις ελεύθερες και δίκαιες εκλογές. Ορισμένα μέλη του κοινοβουλίου κατέχουν τις έδρες τους από το 1990, όπως ο Ελντάρ Ιμπραήμοφ, ο οποίος εξελέγη τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους και δεν έχει φύγει από τότε. Σε ηλικία 79 ετών, συνεχίζει να θέτει υποψηφιότητα χωρίς να σκοπεύει να σταματήσει. Ένα χρόνο μικρότερος, ο 78χρονος Μιχαήλ Ζαμπελίν είναι βουλευτής από το 1995. Σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις, παιδιά πρώην ή νυν βουλευτών είναι επίσης υποψήφιοι, κάτι που δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο σύμφωνα με ένα άλλο μέλος, τον Ελμάν Νασίροφ.
Τα καλά νέα: το κυβερνών Κόμμα του Νέου Αζερμπαϊτζάν (YAP) αύξησε τον αριθμό των γυναικών υποψηφίων. Συνολικά 33 νομοθέτριες θα διεκδικήσουν μια έδρα στις επερχόμενες εκλογές, σε σύγκριση με 26 το 2020. Και παρόλο που το κυβερνών κόμμα ισχυρίζεται ότι 66 από τους 125 υποψηφίους είναι υποψήφιοι ως εκπρόσωποι του κόμματος για πρώτη φορά, αυτό δεν είναι απολύτως αληθές. Μερικοί από τους υποψηφίους έχουν καταλάβει κυβερνητικές θέσεις, όπως επικεφαλής διοικητικών περιφερειών, στο παρελθόν ή εργάζονταν σε κρατικούς θεσμούς. Για τους σχολιαστές του Αζερμπαϊτζάν, οι εργαζόμενοι σε αυτές τις θέσεις είναι γνωστοί ως de-facto μέλη του κυβερνώντος κόμματος. Υπάρχουν ορισμένες εξαιρέσεις στον κατάλογο των 66 υποψηφίων, που προέρχονται από τα ΜΜΕ, την ιατρική, τον ακαδημαϊκό χώρο και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις.
Οι εκλογές του 2020
Οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές πραγματοποιήθηκαν το 2020 με αναφορές για παρατυπίες και εκλογικές παραβιάσεις. Οι υποψήφιοι, που θεωρούνται πιστοί στο κυβερνών Κόμμα του Νέου Αζερμπαϊτζάν, κέρδισαν όλες, εκτός από μία, τις 125 έδρες στην Εθνοσυνέλευση. Οι τελευταίες εκλογές πραγματοποιήθηκαν επίσης εννέα μήνες πριν από την αρχική ημερομηνία. Στην προκαταρκτική εκλογική του έκθεση, ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) ανέφερε ότι «η περιοριστική νομοθεσία και το πολιτικό περιβάλλον εμπόδισαν τον πραγματικό ανταγωνισμό» και ότι καταγράφηκαν «σημαντικές διαδικαστικές παραβιάσεις» στην καταμέτρηση των ψήφων.
Είναι δύσκολο να πούμε ότι αυτές οι εκλογές θα είναι διαφορετικές. Μόλις δύο μήνες πριν από την προγραμματισμένη ψηφοφορία, οι πολιτικοί της αντιπολίτευσης παραπονέθηκαν για τον περιορισμένο χρόνο που διατίθεται για οργάνωση. Κι όμως, δεν έχει αποφασίσει όλη η αντιπολίτευση να μποϊκοτάρει τις εκλογές όπως έχει κάνει στο παρελθόν. Αυτή τη φορά, μόνο τρία πολιτικά κόμματα αρνούνται να συμμετάσχουν: το Λαϊκό Μέτωπο, το Εθνικό Συμβούλιο Δημοκρατικών Δυνάμεων, ένα μπλοκ της αντιπολίτευσης που περιλαμβάνει το κόμμα του Λαϊκού Μετώπου, και η Πλατφόρμα της 3ης Δημοκρατίας.
Σε δήλωση που εκδόθηκε στις 13 Ιουλίου, ένας εκπρόσωπος του Λαϊκού Μετώπου δήλωσε:
Σε μια χώρα όπου περισσότεροι από 300 πολιτικοί κρατούμενοι παραμένουν πίσω από τα κάγκελα, η ελευθερία του συνέρχεσθαι απαγορεύεται, οι εκλογικές επιτροπές βρίσκονται υπό τον πλήρη έλεγχο της κυβέρνησης, η διαδικασία ψηφοφορίας και καταμέτρησης ψήφων είναι αδύνατο να ελεγχθεί, η ελευθερία του Τύπου καταστρέφεται, οι ανεξάρτητοι τοπικοί παρατηρητές εμποδίζονται να παρακολουθήσουν τις εκλογές και ελλείψει πλήρους ελεύθερου και ανταγωνιστικού εκλογικού περιβάλλοντος, οι έκτακτες εκλογές, που έχουν προγραμματιστεί για την 1η Σεπτεμβρίου 2024, θα πρέπει να μποϊκοταριστούν.
Παρόμοια δήλωση εξέδωσε το Εθνικό Συμβούλιο στις 16 Ιουλίου:
Το Εθνικό Συμβούλιο θεωρεί τις εκλογές της 1ης Σεπτεμβρίου όχι εκλογές, αλλά ένα φτηνό θέαμα, με ένα προκαθορισμένο και σεναριακό αποτέλεσμα, που αντικατοπτρίζει τις προσωπικές επιθυμίες του [προέδρου] Ιλχάμ Αλίγιεφ, και θεωρεί τη συμμετοχή του περιττή και επιβλαβή από την άποψη των εθνικών συμφερόντων.
Η δήλωση επιρρίπτει περαιτέρω την ευθύνη στον Πρόεδρο Ιλχάμ Αλίγιεφ για την «άμεση καταστροφή» του εκλογικού ινστιτούτου.
Η Πλατφόρμα της 3ης Δημοκρατίας ανέφερε σε ανακοίνωσή της ότι οι εκλογές ήταν «παράνομες» και ότι το «άνευ προηγουμένου περιβάλλον πολιτικής καταστολής» αποκλείει κάθε πιθανότητα διεξαγωγής «ελεύθερων και δίκαιων εκλογών». Δύο από τα μέλη της πλατφόρμας βρίσκονται επί του παρόντος προφυλακισμένοι: ο Ακίφ Γκουρμπάνοφ και ο Ρουσλάν Ιζατλί, οι οποίοι αντιμετωπίζουν ψευδείς κατηγορίες για λαθρεμπόριο, οι οποίες έχουν απαγγελθεί σε δεκάδες ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών από τον Νοέμβριο του 2023. Ως εκ τούτου, όλες οι βασικές ελευθερίες «απαραίτητες κατά τη διάρκεια μιας προεκλογικής εκστρατείας, έχουν από καιρό σβηστεί από την πολιτική πραγματικότητα της χώρας», αναφέρει η υπόλοιπη δήλωση.
Μέχρι τις 22 Ιουλίου, πάνω από 1.000 υποψήφιοι υπέβαλαν υποψηφιότητα για μια βουλευτική έδρα. Μέχρι στιγμής, 700 έχουν επίσημα εγγραφεί.
Εκλογές σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο περιβάλλον
Τον Σεπτέμβριο του 2022, το εθνικό κοινοβούλιο ξεκίνησε τη συζήτηση για έναν νέο νόμο, που θα καθιστούσε ουσιαστικά αδύνατη τη δημιουργία νέων πολιτικών κομμάτων στο Αζερμπαϊτζάν. Το προτεινόμενο νομοσχέδιο είχε μια σειρά από δρακόντειους περιορισμούς, που κυμαίνονταν από έναν ελάχιστο αριθμό μελών του κόμματος έως απαιτήσεις σχετικά με τα ιδρυτικά μέλη του κόμματος, τους μηχανισμούς χρηματοδότησης και άλλα. Ενώ ορισμένοι από αυτούς και άλλους περιορισμούς μετριάστηκαν, το κοινοβούλιο ενέκρινε το αναθεωρημένο νομοσχέδιο τον Δεκέμβριο του 2022 και ο νόμος τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2023. Μήνες μετά την έγκρισή του, πολλά πολιτικά κόμματα έχουν πάψει να υπάρχουν στο Αζερμπαϊτζάν.
Τα πολιτικά κόμματα της αντιπολίτευσης δυσκολεύονται εδώ και καιρό στο Αζερμπαϊτζάν, αντιμετωπίζοντας συλλήψεις, κρατήσεις, οικονομικά εμπόδια ή διώξεις, μεταξύ άλλων προκλήσεων. Το κυβερνών κόμμα YAP κυριαρχεί στην σκηνή από την ίδρυσή του το 1992. Οι αμφισβητούμενες βουλευτικές εκλογές, που διεξήχθησαν τον Μάρτιο του 2020, άλλαξαν ελάχιστα τη σύνθεση της εθνοσυνέλευσης.
Απευθυνόμενος στο κοινοβούλιο εκείνη την εποχή, ο Πρόεδρος Ιλχάμ Αλίγιεφ ανέθεσε στα νεοεκλεγέντα μέλη να υιοθετήσουν νομοσχέδια, που θα βοηθούσαν στη μεταρρύθμιση της χώρας. Έκτοτε, το κοινοβούλιο έχει εγκρίνει αμφιλεγόμενα νομοσχέδια για τα ΜΜΕ και τα πολιτικά κόμματα, έχει αυστηροποιήσει τον έλεγχο του διαδικτυακού περιεχομένου και έχει εισαγάγει μέτρα, που περιορίζουν τα προσωπικά δικαιώματα (νέα νομοθεσία που εισάγει υποχρεωτική διαμεσολάβηση για ζευγάρια που ζητούν διαζύγιο).
Το Freedom House κατατάσσει το Αζερμπαϊτζάν ως «μη ελεύθερο» σταθερά από το 2013, στην ετήσια έκθεσή του «Ελευθερία στον Κόσμο».
Επί χρόνια, το Αζερμπαϊτζάν είχε ένα από τα χαμηλότερα διεθνή ρεκόρ όσον αφορά τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών. Η πρόσφατη καταστολή δημοσιογράφων και ακτιβιστ(ρι)ών στη χώρα σηματοδοτεί ότι οι επερχόμενες πρόωρες εκλογές θα διεξαχθούν σε μια χώρα, όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ελευθερίες εξακολουθούν να αποτελούν σημαντική ανησυχία.
Η πρόσφατη καταστολή οδήγησε επίσης στη σύλληψη του Ανάρ Μαμαντλί, διευθυντή ενός εξέχοντος τοπικού φορέα παρατήρησης εκλογών, του Κέντρου Παρακολούθησης Εκλογών και Μελετών Δημοκρατίας (EMDC).
Με δεκάδες ανεξάρτητους δημοσιογράφους, πολιτικούς και ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών στη φυλακή, η διαφάνεια των επερχόμενων εκλογών είναι αναμφίβολα αδύνατο να διασφαλιστεί. Μια πρόσφατη δήλωση του Υφυπουργού Εσωτερικών κατά τη διάρκεια συνάντησης, που διοργάνωσε η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή (ΚΕΕ) με τους προέδρους των περιφερειακών εκλογικών επιτροπών και άλλους αξιωματούχους που εκπροσωπούν την Προεδρική Αρχή, το Συνταγματικό Δικαστήριο, την Εισαγγελία και το Υπουργείο Εσωτερικών έθεσε επιπλέον ανησυχίες:
Θα διεξάγεται συνεχής παρακολούθηση του διαδικτυακού χώρου και των κοινωνικών δικτύων. Οι δυνάμεις, που διαταράσσουν την ομαλή διεξαγωγή των εκλογών, έχουν εντοπιστεί εγκαίρως και θα ληφθούν μέτρα εναντίον τους. Μετά τις εκλογές, τα ψηφοδέλτια και τα πρωτόκολλα θα ληφθούν από την αστυνομία. Θα ληφθούν όλα τα μέτρα για την αποτροπή παράνομων ενεργειών και παραβιάσεων της δημόσιας τάξης.
Το να ακούγονται αναφορές στην παρακολούθηση των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης και στα μέτρα που πρέπει να ληφθούν δεν προκαλεί έκπληξη, δεδομένου του ρόλου που έπαιξαν οι πλατφόρμες στην καταγραφή της εκλογικής απάτης και των παραβιάσεων κατά τη διάρκεια προηγούμενων εκλογών, συμπεριλαμβανομένων των πιο πρόσφατων πρόωρων προεδρικών εκλογών στις 7 Φεβρουαρίου 2024.
Ακόμα και σε περιόδους που δεν υπήρχαν εκλογές, υπήρξαν πολλές περιπτώσεις, όπου οι επικριτές της κυβέρνησης έγιναν στόχος για κοινοποίηση αναρτήσεων σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Η κυβέρνηση δεν διστάζει να περιορίσει την πρόσβαση σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και εφαρμογές κινητής επικοινωνίας. Το εύρος των εργαλείων στο οπλοστάσιό της, που περιλαμβάνει τεχνολογία παρεμβατικής επιτήρησης, επιτρέπει στο κράτος και τους θεσμούς του, όπως το Υπουργείο Εσωτερικών, να παρακολουθούν τις πλατφόρμες με ευκολία.
Ανεξάρτητα από το αν τα παλιά πρόσωπα θα παραμείνουν στο κοινοβούλιο ή θα αντικατασταθούν από τα παιδιά τους, το αποτέλεσμα των επερχόμενων πρόωρων κοινοβουλευτικών εκλογών θα έχει μικρό αντίκτυπο στο μέλλον της χώρας, ειδικά όχι όταν αυτό το μέλλον περιλαμβάνει αξίες της δημοκρατίας και διασφαλίζει βασικές ελευθερίες.







