Η αστυνομία της Γεωργίας καταστέλλει διαδηλώσεις υπέρ της ΕΕ μετά την αναστολή της υποψηφιότητας για ευρωπαϊκή ένταξη «μέχρι το 2028»

Διαδηλωτής με αυτοκόλλητο «Ανακτήστε την ψήφο σας» έξω από το κοινοβούλιο στις 17 Νοεμβρίου 2024. Εικόνα από Mariam Nikuradze/OC Media που χρησιμοποιείται με άδεια.

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο OC Media. Μια επεξεργασμένη έκδοση αναδημοσιεύεται εδώ βάσει συμφωνίας συνεργασίας περιεχομένου. 

Ο πρωθυπουργός της Γεωργίας, Ηρακλί Κομπαχίτζε, ανακοίνωσε στις 28 Νοεμβρίου ότι η Γεωργία ανέστειλε την υποψηφιότητά της για ένταξη στην ΕΕ «μέχρι το 2028». Η είδηση πυροδότησε εκτεταμένες διαδηλώσεις, καθώς χιλιάδες βγήκαν στους δρόμους και απαίτησαν από την κυβέρνηση να συνεχίσει την πορεία της προς την ΕΕ. Οι αστυνομικές δυνάμεις στην πρωτεύουσα Τιφλίδα κατέστειλαν βίαια τους διαδηλωτές και συνέλαβαν δεκάδες.

Στην ανακοίνωσή του, ο πρωθυπουργός πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση θα αρνηθεί επίσης οποιαδήποτε δημοσιονομική στήριξη από την ΕΕ. Η τελευταία δήλωση ήταν απάντηση στην προηγούμενη ανακοίνωση της ΕΕ ότι σταματούσε τη χρηματοδότηση προς την κυβέρνηση της Γεωργίας λόγω του αμφιλεγόμενου νόμου περί ξένων πρακτόρων και άλλων αντιδημοκρατικών κινήσεων του κυβερνώντος κόμματος Γεωργιανό Όνειρο.

Ακριβώς πριν από ένα χρόνο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνέστησε στην ΕΕ να χορηγήσει στη Γεωργία καθεστώς υποψήφιας χώρας, αλλά οι αντιδημοκρατικές εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας έχουν εκτροχιάσει το σχέδιό της να γίνει μέλος της ΕΕ.

Τον Οκτώβριο, το Γεωργιανό Όνειρο επανεξελέγη σε χαρακτηριζόμενες από ανεξάρτητους παρατηρητές ως ανελεύθερες και άδικες εκλογές και ζήτησαν την επανάληψη της διαδικασίας. Σε αυτές συμμετείχαν η πρόεδρος της χώρας, Σαλόμε Ζουραμπισβίλι, και τέσσερις βασικές ομάδες της αντιπολίτευσης. Ωστόσο, δεν υπήρξε καμία υποχώρηση από το κυβερνών κόμμα, γεγονός που έχει απομακρύνει περαιτέρω τη χώρα από τις φιλοδοξίες της για ένταξη στην ΕΕ.

Τα αποτελέσματα έχουν επίσης αμφισβητηθεί στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο δεν έχει ακόμη λάβει οριστική απόφαση. Από τις εκλογές του Οκτωβρίου, η χώρα έχει συγκλονιστεί από διαμαρτυρίες και έχει δεχθεί σκληρή κριτική  από την ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου ενός ψηφίσματος, που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 28 Νοεμβρίου, το οποίο απορρίπτει τη νομιμότητα των βουλευτικών εκλογών της Γεωργίας και ζητά τη διεξαγωγή νέων εκλογών εντός ενός έτους. Παρά τις εκκλήσεις, η κυβέρνηση ενέκρινε τις εντολές και των 150 βουλευτών στις 25 Νοεμβρίου αγνοώντας τη ρητή διαφωνία 61 μελών της αντιπολίτευσης, που απουσίαζαν κατά την έναρξη των εργασιών του κοινοβουλίου στην Τιφλίδα, ορισμένοι από τους οποίους διαμαρτύρονταν έξω από το κοινοβούλιο μαζί με άλλους διαδηλωτές.

Ορισμένοι από τους κορυφαίους νομικούς και συνταγματικούς εμπειρογνώμονες της χώρας έχουν δηλώσει ότι η έγκριση εντολών, ενώ τα αποτελέσματα των εκλογών αμφισβητούνταν στο Συνταγματικό Δικαστήριο, αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση του συντάγματος.

Αλλαγή πλεύσης

Η Γεωργία υπέβαλε επίσημα αίτηση ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) τον Μάρτιο του 2022. Η κίνηση αυτή αποτέλεσε μια στροφή 180 μοιρών για το κυβερνών κόμμα, το οποίο είχε επιμείνει ότι δεν θα επιτάχυνε το αρχικό χρονοδιάγραμμα υποβολής αίτησης ένταξης το 2024.

Η μετατόπιση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην αυξανόμενη πίεση από την εγχώρια αντιπολίτευση, καθώς και σε χιλιάδες διαδηλωτές, που συμμετείχαν σε μια «Πορεία για την Ευρώπη», που διοργανώθηκε από την φιλελεύθερη ακτιβιστική ομάδα της Γεωργίας, το κίνημα Ντροπή και άλλες φιλοδημοκρατικές ομάδες, σε μια προσπάθεια να «καταδείξουν τη δέσμευση του γεωργιανού λαού στην ευρωπαϊκή του επιλογή και στις δυτικές αξίες».

Τον Ιούνιο του 2022, η Γεωργία δεν έλαβε το καθεστώς υποψήφιας χώρας και της δόθηκε ένας κατάλογος 12 όρων, που έπρεπε να εκπληρώσει η χώρα, πριν επανεξεταστεί η αίτησή της. Μεταξύ αυτών των όρων ήταν η μείωση της πολιτικής πόλωσης, η μεταρρύθμιση της δικαστικής εξουσίας, η διασφάλιση της λειτουργίας των κρατικών θεσμών, η ενίσχυση των μέτρων κατά της διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένης της αποολιγαρχοποίησης, και άλλα.

Στη συνέχεια, τον Δεκέμβριο του 2023, η Γεωργία έλαβε τελικά αυτό το καθεστώς μετά από συνεδρίαση του Συμβουλίου της ΕΕ. Η απόφαση αυτή, ωστόσο, ελήφθη εν μέσω αυξανόμενης ρήξης μεταξύ της κυβέρνησης της Γεωργίας και των δυτικών συμμάχων, καθώς και των τοπικών ομάδων της κοινωνίας των πολιτών, που επέμεναν ότι η κυβέρνηση δεν έχει εκπληρώσει τις 12 προϋποθέσεις προτεραιότητας.

Η κυβέρνηση συνέχισε να καταπατά τις ελευθερίες  και τα ανθρώπινα δικαιώματα με βίαιες διασπάσεις διαμαρτυριών, επιθέσεις σε ανεξάρτητα ΜΜΕ και ένα  διευρυνόμενο ρήγμα μεταξύ της κοινωνίας και της ηγεσίας του κράτους.

Το κυβερνών κόμμα έχει δεχθεί κριτική για την ολοένα και πιο έντονη αντι-ΛΟΑΤΚΙ+ στάση του, ενώ παράλληλα διατηρεί στενές σχέσεις με τη Ρωσία από τότε που η τελευταία εισέβαλε στην Ουκρανία. Πέρυσι, το κυβερνών κόμμα προσπάθησε να  παραπέμψει τον πρόεδρο της χώρας σε δίκη, αλλά απέτυχε.

Το ιστορικό της χώρας όσον αφορά τις ελευθερίες και τη δημοκρατία έχει επίσης επιδεινωθεί. Τον Μάιο του 2024, η κυβέρνηση υιοθέτησε ένα αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο για τους ξένους φορείς, παρά τις συνεχιζόμενες διαμαρτυρίες κατά του νόμου. Το νομοσχέδιο περιορίζει αυστηρά όλα τα ΜΜΕ και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις στη Γεωργία και, σύμφωνα με την τοπική κοινωνία των πολιτών, «θα συνεπαγόταν παρακολούθηση από την κυβέρνηση, η οποία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τις εσωτερικές επικοινωνίες και τις εμπιστευτικές πηγές των οργανισμών».

Αντίδραση κατά της νέας κυβέρνησης

Τα επίσημα αποτελέσματα των εκλογών του Οκτωβρίου έδωσαν στο κυβερνών κόμμα Γεωργιανό Όνειρο μεγάλη πλειοψηφία στο κοινοβούλιο, με 54% των ψήφων, αύξηση από το προηγούμενο 48% που έλαβε το κόμμα στις εκλογές του 2020.

Τα τελικά αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν από την Κεντρική Εκλογική Επιτροπή στις 18 Νοεμβρίου, επιβεβαιώνοντας τη νίκη του Γεωργιανού Ονείρου και προκαλώντας περισσότερες διαμαρτυρίες από ομάδες της αντιπολίτευσης και το ευρύ κοινό, κατηγορώντας την ΚΕΕ ότι απέρριψε τεκμηριωμένη εκτεταμένη εκλογική απάτη και παρατυπίες.

Την Πέμπτη 28 Νοεμβρίου, το κυβερνών κόμμα Γεωργιανό Όνειρο ενέκρινε ένα ελαφρώς ανασχηματισμένο κυβερνητικό υπουργικό συμβούλιο με επικεφαλής τον νυν πρωθυπουργό Ηρακλί Κομπαχίτζε. Η νέα κυβέρνηση εγκρίθηκε χωρίς να είναι παρόν ούτε ένα μέλος της αντιπολίτευσης, καθώς το νέο κοινοβούλιο έχει μποϊκοταριστεί και από τις τέσσερις ομάδες της αντιπολίτευσης.

Την ίδια ημέρα, ο Κομπαχίτζε ανακοίνωσε ότι η Γεωργία ανέστειλε την υποψηφιότητά της για ένταξη στην ΕΕ.

Και οι τέσσερις μεγάλες ομάδες της αντιπολίτευσης καταδίκασαν αμέσως την ανακοίνωση. Η απερχόμενη πρόεδρος Ζουραμπισβίλι χαρακτήρισε την κίνηση «συνταγματικό πραξικόπημα».

Η ανακοίνωση του Κομπαχίτζε πυροδότησε περισσότερες διαμαρτυρίες. Χιλιάδες διαδηλωτές παρέμειναν όλη τη νύχτα στη Λεωφόρο Ρουσταβέλι, έναν από τους κεντρικούς δρόμους της Τιφλίδας, συγκρουόμενοι περιοδικά με τα ΜΑΤ, που έκαναν χρήση σπρέι πιπεριού, κανονιών νερού, δακρυγόνων και σωματικής βίας εναντίον διαδηλωτ(ρι)ών, προσωπικοτήτων της αντιπολίτευσης και δημοσιογράφων.

Ενώ αρκετοί διαδηλωτές συνελήφθησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, το Υπουργείο Εσωτερικών δεν έχει ακόμη επιβεβαιώσει τον αριθμό των συλληφθέντων.

Στην Τιφλίδα, οι διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν γύρω από τα κεντρικά γραφεία του κυβερνώντος κόμματος Γεωργιανό Όνειρο πριν προχωρήσουν σε πορεία προς τη λεωφόρο Ρουσταβέλι, όπου βρίσκεται επίσης το κοινοβούλιο.

Οι εντάσεις μεταξύ των διαδηλωτών και της αστυνομίας συνέχισαν να κλιμακώνονται καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, καθώς η αστυνομία ενίσχυσε σημαντικά τον αριθμό των διαδηλωτών της καθώς η διαμαρτυρία συνεχιζόταν. Το Υπουργείο Εσωτερικών δημοσίευσε αργότερα μια δήλωση λέγοντας ότι η διαδήλωση είχε «ξεπεράσει τους κανόνες που ορίζει ο Νόμος της Γεωργίας περί Συνελεύσεων και Διαδηλώσεων». Στη συνέχεια, οι δυνάμεις καταστολής των διαδηλώσεων κλιμακώθηκαν αναπτύσσοντας αδιάκριτα μεγάλες ποσότητες σπρέι πιπεριού και κανονιών νερού για να διαλύσουν τους διαδηλωτές από τις πλευρές του κοινοβουλίου στη Λεωφόρο Ρουσταβέλι.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαμαρτυρίας, εμφανίζονταν τακτικά πλάνα, που έδειχναν βίαιες επιθέσεις και συλλήψεις αστυνομικών σε διαδηλωτές.

Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων καταδίκασαν τη χρήση βίας από την αστυνομία χαρακτηρίζοντάς την ως μέτρα, «που εφαρμόστηκαν με τη χρήση παράνομης και δυσανάλογης βίας».

Γύρω στις έξι το πρωί στις 29 Νοεμβρίου, η αντιπολιτευόμενη ομάδα Συνασπισμός για την Αλλαγή δήλωσε ότι δύο από τις ηγέτιδες της, η Έλενε Χοστάρια και η Νάνα Μαλασκχία, τραυματίστηκαν κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας.

Δημοσιογράφοι κρατούνται, ξυλοκοπούνται και κακοποιούνται

Κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας, υπήρξαν πολυάριθμες αναφορές για δημοσιογράφους που στοχοποιήθηκαν από τα ΜΑΤ.

Η δημοσιογράφος και συν-διευθύντρια του OC Media, Mariam Nikuradze, χτυπήθηκε από τα κανόνια νερού. Λίγο αργότερα, ζήτησε ιατρική βοήθεια σε ένα κοντινό ασθενοφόρο, αναφέροντας ότι πιθανότατα υπήρχε σπρέι πιπεριού αναμεμειγμένο με το νερό.

Η κάμερα της Nikuradze υπέστη ζημιές. Η αστυνομία άρπαξε επίσης το τηλέφωνο της Nikuradze από το χέρι της, καθώς τους βιντεοσκόπησε να διαδηλώνουν στον δρόμο.

Οι δυνάμεις καταστολής των ταραχών έριξαν επίσης δακρυγόνα απευθείας στον αρχισυντάκτη της OC Media, Robin Fabro, στην οδό Λέσια Ουκράινκα, έναν παράδρομο έξω από τη λεωφόρο Ρουσταβέλι, παρόλο που φορούσε γιλέκο, που άφηνε καθαρά το στίγμα ενός μέλους του Τύπου.

Ο δημοσιογράφος Aleksandre Keshelashvili, από το γεωργιανό ειδησεογραφικό πρακτορείο Publika, φέρεται επίσης να κρατήθηκε προσωρινά από την αστυνομία. Σε μια ανάρτηση στο Facebook , ο Keshelashvili έγραψε ότι, κατά τη σύλληψή του, προσπάθησε να πει στην αστυνομία ότι ήταν δημοσιογράφος, αλλά είπε ότι αυτό έκανε τους αστυνομικούς — οι οποίοι ήταν μασκοφόροι — να τον προσβάλλουν και να τον ξυλοκοπούν περισσότερο. Ο Keshelashvili λέει ότι η αστυνομία κατέσχεσε τις φωτογραφικές του μηχανές, την δημοσιογραφική του ταυτότητα και τη μάσκα αερίων του.

Το TV Formula δημοσίευσε πλάνα, που φαίνεται να δείχνουν έναν αστυνομικό των ΜΑΤ να χτυπάει τον δημοσιογράφο τους, Guram Rogava, στο κεφάλι, ο οποίος νοσηλεύτηκε λόγω των τραυμάτων.

Το TV Pirveli ανέφερε ότι ένας από τους χειριστές κάμερας, ο Niko Kokaya, τραυματίστηκε, ενώ κάλυπτε τις διαμαρτυρίες στο Ρουσταβέλι. Ο Kokaya είπε ότι η αστυνομία χρησιμοποίησε σπρέι πιπεριού απευθείας στο πρόσωπό του από κοντινή απόσταση.

Γύρω στις εφτά το πρωί, ο δημοσιογράφος του RFE/RL Dato Tsaghareli φέρεται να  δέχθηκε γροθιά στο στομάχι από έναν μασκοφόρο αστυνομικό των ΜΑΤ, ενώ κάλυπτε τη διαμαρτυρία.

Χρησιμοποιήθηκαν επίσης κανόνια νερού για να χτυπήσουν δημοσιογράφους εν ώρα υπηρεσίας. Η Πρόεδρος Ζουραμπισβίλι δημοσίευσε στο X (πρώην Twitter) αλληλεγγύη προς τους δημοσιογράφους, λέγοντας ότι τάσσεται «με τα γεωργιανά ΜΜΕ, τα οποία στοχοποιούνται και δέχονται δυσανάλογα επιθέσεις, ενώ κάνουν τη δουλειά τους και κάνουν συνεχώς ρεπορτάζ».

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.