Το πρώτο μυθιστόρημα του Αγγλογεωργιανού συγγραφέα Leo Vardiashvili περιγράφει με λίγο μαύρο χιούμορ τις ανεπούλωτες εθνικές πληγές

Ένα παλιό σοβιετικό αυτοκίνητο στο ιστορικό κέντρο της Τιφλίδας. Φωτογραφία του Filip Noubel, χρήση με άδεια.

Η Γεωργία, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, ανέκτησε την ανεξαρτησία της, την οποία είχε την ευκαιρία να γνωρίσει για σύντομο διάστημα μεταξύ 1918 και 1921. Ταυτόχρονα, όμως, βίωσε εθνοτικές και εμφύλιες συγκρούσεις, που είχαν ως αποτέλεσμα την απόσχιση δύο περιοχών της, της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας, οι οποίες βρέθηκαν υπό ρωσική προστασία και με την αρωγή της Μόσχας. Σήμερα, η γεωργιανή κοινωνία εμφανίζει έντονες διαιρέσεις μεταξύ όσων επιθυμούν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και έναν πιο φιλελεύθερο τρόπο ζωής και ορισμένων πολιτικών και επιχειρηματικών κύκλων, που διατηρούν συντηρητικές και φιλορωσικές τάσεις.

Φωτογραφία της Kiera Fyles, Palmer Photography, εξουσιοδοτημένη χρήση.

Το Global Voices πήρε συνέντευξη από τον Leo Vardiashvili, έναν Αγγλογεωργιανό συγγραφέα, που άφησε την πατρίδα του, τη Γεωργία, σε ηλικία δεκατριών ετών. Έχει σπουδάσει αγγλική λογοτεχνία και εργάζεται στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Ο Vardiashvili κυκλοφόρησε πρόσφατα το πρώτο του μυθιστόρημα στα αγγλικά, «Hard by a Great Forest». Στο βιβλίο, εξερευνά τις πολυάριθμες «πληγές» της πατρίδας του μέσα από την τραγική και περιπετειώδη ζωή του Saba, ο οποίος, όπως και ο συγγραφέας, φεύγει από τη Γεωργία ως παιδί μαζί με τον αδερφό και τον πατέρα του, ενώ η μητέρα του παραμένει στη χώρα. Χρόνια αργότερα, επιστρέφει στην Τιφλίδα από το Ηνωμένο Βασίλειο αναζητώντας τον αδερφό και τον πατέρα του, οι οποίοι είχαν επιστρέψει στη Γεωργία και στη συνέχεια εξαφανίστηκαν. Το βιβλίο, μια συγκινητική απεικόνιση της εξορίας και του οικογενειακού τραύματος, εξυμνεί τον γεωργιανό πολιτισμό, τη φύση και τη γενναιοδωρία, αλλά αναγνωρίζει και τη σκληρότητά της.

Ο Vardiashvili άνοιξε, με την παρουσίαση του βιβλίου του, το ένατο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Τιφλίδας: το μυθιστόρημά του φέρνει μια νέα γεωργιανή φωνή στους αγγλόφωνους αναγνώστες. Έχει προεπιλεγεί για το Βραβείο Λογοτεχνίας Περιπέτειας  Wilbur Smith 2024. Η συνέντευξη έχει υποστεί επεξεργασία για λόγους συντομίας και ύφους.

Filip Noubel (FN): Η Τιφλίδα είναι ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του μυθιστορήματός σας. Σήμερα η πόλη είναι ένα κράμα παλιών ερειπωμένων κατοικιών, ανακαινισμένων κτιρίων για τουρίστες και εξόριστους από το Ιράν ή τη Ρωσία, καθώς και υπερσύγχρονων πύργων. Τι σημαίνει για εσάς η Τιφλίδα;

Leo Vardiashvili (LV): Historically, Tbilisi has always been a cultural melting pot. This is a fact which is literally visible in the architecture of Tbilisi, audible in the various languages used around the city, and can be sampled within Georgian cuisine. To this day we’re proud to receive tourists and exiles alike and welcome them as one of our own kin. After all, as the Georgian saying goes — a guest is a gift from God.

Το άγαλμα της Μητέρας Γεωργίας. Wikipedia Creative Commons CC0

The Mother of Georgia statue is a physical embodiment of this. She stands on a hilltop overlooking Tbilisi. She is both our protector and our welcoming party. She holds a cup of wine to welcome those who come in peace. In her other hand she holds a sword — for those who mean us harm. This is another aspect of Tbilisi — its troubled history. It is a city that has been invaded and occupied close to 30 times over the centuries. Tbilisi bears these scars proudly and incorporates them into its charm.

Having said that, given that I have a form of a platform to reach more people than I can in person, I would like to voice a concern. Yes, the crumbling streets and buildings in some districts are very romantic, however there is a limit to how long they will remain standing. It hurts me to see my district of Sololaki (for example) in such a state — I wish more was done to care for Tbilisi. I do see very welcome signs of such care in places, and yet in other places I see a flagrant bulldozing of Georgian culture and countryside in the name of profit. To finally answer the question — Tbilisi is my home. It is as simple as that and I hope with all my heart that it will remain the beautiful city that it is.

Leo Vardiashvili (LV): Ιστορικά, η Τιφλίδα είναι μια πόλη-σταυροδρόμι πολιτισμών. Αυτό είναι άμεσα ορατό στην αρχιτεκτονική της, αντικατοπτρίζεται στις διαφορετικές γλώσσες που ακούγονται στην πόλη και στη γεωργιανή γαστρονομία. Σήμερα είμαστε περήφανοι που υποδεχόμαστε τόσο τουρίστες όσο και εξόριστους χωρίς διάκριση και τους καλωσορίζουμε ως μέλη της ίδιας οικογένειας. Άλλωστε, όπως λέει η γεωργιανή παροιμία: “Ο φιλοξενούμενος είναι δώρο Θεού”.

Το άγαλμα της Μητέρας Γεωργίας είναι μια απτή αναπαράσταση αυτού. Στέκεται σε ένα παρατηρητήριο στην κορυφή ενός λόφου, από όπου μπορεί κανείς να δει ολόκληρη την πόλη: είναι η προστάτιδά μας και ταυτόχρονα μας φιλοξενεί. Με το ένα χέρι υψώνει ένα κύπελλο κρασί για να καλωσορίσει όσους έρχονται με ειρηνικές προθέσεις, ενώ με το άλλο κρατάει ένα σπαθί εναντίον όσων έχουν κακές προθέσεις. Αυτό είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό της Τιφλίδας: έχει μια ταραγμένη ιστορία. Μιλάμε για μια πόλη, που έχει δεχθεί εισβολές και καταληφθεί σχεδόν 30 φορές ανά τους αιώνες και φέρει αυτές τις ουλές με περηφάνια, ουλές που αποτελούν μέρος της γοητείας της.
Παρόλα αυτά, δεδομένου ότι έχω μια πλατφόρμα για να προσεγγίσω περισσότερους ανθρώπους από ό,τι θα μπορούσα αυτοπροσώπως, θα ήθελα να εκφράσω μια ανησυχία. Ναι, οι δρόμοι και τα ερειπωμένα κτίρια σε ορισμένες γειτονιές μπορεί να είναι πολύ ρομαντικά, ωστόσο δεν θα παραμείνουν όρθια για πάντα. Με λυπεί να βλέπω τη γειτονιά μου, το Sololaki (για παράδειγμα), να υποβαθμίζεται· θα ήθελα να υπάρξει περισσότερη φροντίδα για την Τιφλίδα. Βλέπω πολύ θετικά σημάδια φροντίδας σε ορισμένα μέρη, αλλά σε άλλα βλέπω μια εμφανή καταστροφή του τοπίου και του γεωργιανού πολιτισμού στο όνομα του κέρδους. Για να απαντήσω τέλος στην ερώτηση: η Τιφλίδα είναι απλά το σπίτι μου. Για αυτό ελπίζω ολόψυχα η πόλη να παραμείνει τόσο όμορφη όσο είναι.

Η συνοικία Sololaki στο ιστορικό κέντρο της Τιφλίδας. Εικόνα από Wikipedia Commons (άδεια CC BY 2.0).

FN: Η εξορία είναι μέρος της προσωπικής σας ιστορίας, της ιστορίας του πρωταγωνιστή του μυθιστορήματός σας και αυτής πολλών Γεωργιανών, για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους, από τη δεκαετία του '90. Πώς μπορεί η μυθοπλασία να αποτυπώσει την ιστορία της εξορίας καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο μη-μυθοπλαστικό είδος;

LV: Non-fiction can provide facts, figures, politics and the events underpinning wars and conflicts. It is absolutely essential for us as humans, however non-fiction is often limited by its rightful adherence to fact. But facts can be cold. For example, casualty numbers reaching into thousands, already begin to lose the tangible, human meaning behind each of those deaths and what they mean on a personal, family level. Each death, or ‘casualty,’ has a knock-on effect on a chain of people, and the trauma is often carried from generation to generation.

Το πρώτο βιβλίο του Vardiashvili. Η εικόνα προέρχεται από το YouTube.

Fiction, by its nature, is not restricted by fact. This allows it the freedom to explore issues at whatever depth the author chooses. This freedom gives fiction the ability to delve into the human, emotional impact of events. When it comes to war, it can give voice to the personal and family-level impact of war and displacement which is often lost in non-fiction and news reports. This is why I chose to explore Georgia and its troubled past and present through fiction. It allowed me to shed some light on the Georgian character and its stubborn defiance in the face of all hardship. More importantly, it allowed me to focus on what war and exile can do to a single family. With the hope that people might take this understanding, and keep it mind when they hear and see news reports coldly providing them with headline news of territories changing hands and casualty numbers.

LV: Τα μη-μυθοπλαστικά είδη προσφέρουν δεδομένα, στοιχεία, πολιτικές και γεγονότα, που αποτελούν τη βάση πολέμων και συγκρούσεων. Η συλλογή πληροφοριών είναι θεμελιώδης για εμάς τους ανθρώπους, αν και συχνά ένα μη-μυθοπλαστικό  έργο βρίσκει ένα όριο στην ίδια την προσήλωση του στα γεγονότα. Ωστόσο, τα δεδομένα μπορεί να φαίνονται ψυχρά: για παράδειγμα, οι αριθμοί των θυμάτων, που μπορούν να φτάσουν τις χιλιάδες, έχουν αρχίσει να χάνουν το ανθρώπινο και συγκεκριμένο βάρος, που συνεπάγεται κάθε ένας από αυτούς τους θανάτους σε προσωπικό και οικογενειακό επίπεδο. Κάθε θάνατος ή «απώλεια» έχει αλυσιδωτή επίδραση σε μια σειρά ανθρώπων και το τραύμα συχνά μεταδίδεται από γενιά σε γενιά.

Η μυθοπλασία, από τη φύση της, δεν περιορίζεται στα γεγονότα. Αυτό δίνει στον συγγραφέα την ελευθερία να εξερευνήσει τα θέματα με το βάθος που επιθυμεί. Αυτή η ελευθερία επιτρέπει στη μυθοπλασία να εστιάσει στον συναισθηματικό και ανθρώπινο αντίκτυπο των γεγονότων. Αφηγούμενη τον πόλεμο, η μυθοπλασία μπορεί να δώσει φωνή στις προσωπικές και οικογενειακές συνέπειες της σύγκρουσης και στην καταστροφή που προκύπτει, οι οποίες συνήθως χάνονται στα μη-μυθοπλαστικά έργα και στα δελτία ειδήσεων. Για αυτόν τον λόγο, επιλέγω να εξερευνήσω τη Γεωργία, το ταραγμένο παρελθόν και παρόν της, μέσα από το μυθιστόρημα. Μέσω του μυθιστορήματος μπόρεσα να περιγράψω το γεωργιανό πνεύμα και την πεισματική του ανθεκτικότητα απέναντι στις αντιξοότητες. Κάτι ακόμα πιο σημαντικό, μπόρεσα να επικεντρωθώ στις συνέπειες, που μπορεί να έχει ο πόλεμος και η εξορία σε μια μόνο οικογένεια, με την ελπίδα ότι οι άνθρωποι θα μπορέσουν να κατανοήσουν και να το θυμούνται όταν ακούν ή παρακολουθούν τα δελτία ειδήσεων, που με ψυχρότητα δείχνουν τους αριθμούς των θυμάτων μιας σύγκρουσης ή τα εδάφη, που αλλάζουν χέρια.

FN: Υπάρχει η λογοτεχνία των Γεωργιανών της διασποράς, γραμμένη στα αγγλικά ή στα γερμανικά (Nino Haratischwili). Υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ της λογοτεχνίας που γράφεται στα γεωργιανά και αυτής που παράγεται στη Γεωργία;

LV: A large proportion of the Georgian population lives outside of Georgia, as first- or second-generation immigrants. However, I think there is a natural longing that all immigrants experience for their homeland. There is also a feeling of enthusiasm in wanting to introduce people to the wonderful country of Georgia and its people.

I believe this is the seed for the diasporic Georgian literature which is slowly emerging. From my own personal experience, such literature is welcomed with typical Georgian, big-hearted, open-minded enthusiasm by Georgians in Georgia as well as by the many Georgian immigrants. I hope to achieve what Nino Haratischwili has achieved in her career, with her award-winning writing. I also hope to one day meet her and ask her the question I am currently answering. Georgia has a long-standing relationship and culture of great literary heft, but Georgian writers are currently facing unrest and strife within their own country. I hope they overcome this with the help of organisations such as the Tbilisi International Festival of Literature, and PEN Georgia.

LV: Ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού της χώρας ζει εκτός Γεωργίας ως μετανάστες πρώτης και δεύτερης γενιάς. Ωστόσο, πιστεύω ότι υπάρχει μια φυσική νοσταλγία, που όλοι οι μετανάστες νιώθουν για την πατρίδα τους. Υπάρχει επίσης ένα αίσθημα ενθουσιασμού στην επιθυμία να κάνουν γνωστό το πόσο υπέροχη χώρα είναι η Γεωργία και οι άνθρωποί της.

Πιστεύω ότι αυτό είναι ο σπόρος της γεωργιανής λογοτεχνίας, που γράφεται στο εξωτερικό και που σιγά σιγά αναπτύσσεται. Από προσωπική μου εμπειρία, αυτό το είδος λογοτεχνίας γίνεται δεκτό θετικά τόσο από τους Γεωργιανούς, που ζουν στη Γεωργία, όσο και από τους πολλούς που έχουν μεταναστεύσει, με την χαρακτηριστική γεωργιανή καλοσύνη, γενναιοδωρία και ενθουσιασμό. Ελπίζω να επιτύχω κάτι παρόμοιο με αυτό που έχει επιτύχει η Nino Haratischwili στην καριέρα της, με την πολυβραβευμένη γραφή της. Θα ήθελα να τη γνωρίσω μια μέρα και να της κάνω την ίδια αυτή ερώτηση. Η Γεωργία έχει μακρά παράδοση και μια εξαιρετικά πλούσια λογοτεχνία, αλλά οι Γεωργιανοί συγγραφείς σήμερα αντιμετωπίζουν στην ίδια τους τη χώρα καιρούς γεμάτους ταραχές και συγκρούσεις. Ελπίζω ότι θα μπορέσουν να τους ξεπεράσουν με τη βοήθεια διεθνών φορέων όπως το Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Τιφλίδας και η ΜΚΟ PEN Georgia, που αγωνίζεται για την ελευθερία της έκφρασης.

FN: Από τότε που η Γεωργία ήταν τιμώμενη χώρα στην Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης το 2018, η ορατότητα της γεωργιανής λογοτεχνίας στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική έχει αυξηθεί. Ποια είναι η τρέχουσα εκτίμησή σας; Ποιους μεταφρασμένους στα αγγλικά συγγραφείς μας προτείνετε;

LV: I’m happy to see Georgia mentioned more often in Europe and North America. We are not an anonymous, grey country to be overlooked on the map. We are not insular, we are talented, and want to be known for the right reasons. Therefore I am grateful for the efforts of the Frankfurt Book Fair and welcome more organisations to include Georgia — they won’t be disappointed.

My debut novel has allowed me access to the literary world where I was pleasantly surprised to see more and more people championing Georgian culture. Maya Jaggi is a perfect example of this: She is a British writer, literary critic, editor and cultural journalist, and I thank her for her efforts to bring the spotlight to this corner of the globe. There are not many translations of contemporary Georgian literature, but I would recommend the works of Dumbadze, Morchiladze, Orbeliani and Javakhishvili. My favourite amongst those not translated yet is Temur Babluani.

LV: Χαίρομαι που η Γεωργία αναφέρεται όλο και συχνότερα στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Δεν είμαστε μια άγνωστη χώρα ξεχασμένη στον παγκόσμιο χάρτη. Δεν είμαστε απομονωμένοι, το αντίθετο: έχουμε ταλέντο και θέλουμε να γίνουμε γνωστοί γι’ αυτό. Είμαι λοιπόν ευγνώμων στην Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης για την προσπάθειά της και καλώ περισσότερους οργανισμούς να ασχοληθούν με τη Γεωργία: δεν θα απογοητευτούν.
Το πρώτο μου μυθιστορήμα μου επέτρεψε να μπω στον κόσμο της λογοτεχνίας και με εξέπληξε θετικά το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι προωθούν τη γεωργιανή κουλτούρα. Η Maya Jaggi είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: είναι Βρετανίδα συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας, εκδότρια και δημοσιογράφος του πολιτιστικού ρεπορτάζ, την ευχαριστώ για την προσπάθειά της να κάνει γνωστή αυτή τη γωνιά του κόσμου. Δεν υπάρχουν πολλές μεταφράσεις σύγχρονης γεωργιανής λογοτεχνίας, αλλά θα ήθελα να προτείνω τα έργα των Dumbadze, Morchiladze, Orbeliani και Javakhishvili. Ο αγαπημένος μου μεταξύ των συγγραφέων που δεν έχουν μεταφραστεί ακόμα είναι ο Temur Babluani.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.