Στο Σάο Λουίς, γνωστό ως Τζαμάικα της Βραζιλίας, η ρέγκε αποτελεί τοπική ταυτότητα

Εγκαίνια του Μουσείου της Ρέγκε στο Μαρανιάο, το πρώτο στο είδος του εκτός της Τζαμάικας. Φωτογραφία από την Ingrid Barros, η οποία χρησιμοποιείται κατόπιν αδείας.

Υπάρχουν διάφορες εκδοχές σχετικά με την έλευση της μουσικής ρέγκε στο Σάο Λουίς, πρωτεύουσα της επαρχίας Μαρανιάο στη βορειοανατολική περιοχή της Βραζιλίας. Μία εκδοχή είναι ότι τα ερασιτεχνικά ράδιο πιάνανε σήματα βραχέων κυμάτων από ραδιοφωνικούς σταθμούς της Καραϊβικής. Μία άλλη εκδοχή είναι ότι ναυτικοί και μετανάστες εισήγαγαν τις ντίσκο της ρέγκε στην περιοχή του λιμανιού, ενώ άλλοι διαβεβαιώνουν ότι αυτός ο ρυθμός της μουσικής κυκλοφορούσε ήδη στις αίθουσες χορού της πόλης.

Μπορεί να είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε πώς δημιουργήθηκε η συνύπαρξη της τζαμαϊκανής κουλτούρας και της τοπικής ταυτότητας του Σάο Λουίς, ισχυρίζονται οι τοπικοί ειδήμονες, παρόλ’ αυτά εξακολουθεί να είναι αισθητή σε όποιο άτομο επισκέπτεται την πόλη στις μέρες μας. 

Με έναν πληθυσμό που εκτιμάται γύρω στους 1,03 εκαττομμύρια κατοίκους, το Σάο Λουίς κατέχει τον τίτλο της Τζαμάικας της Βραζιλίας και θεωρείται πρωτεύουσα της ρέγκε στη Βραζιλία από το 2023. Η επιρροή της τοπικής ταυτότητας του Σάο Λουίς δυνάμωσε τη δεκαετία του '80 και ρίζωσε με τον καιρό, ακόμη και ανάμεσα στους οπαδούς ενός τοπικού συλλόγου ποδοσφαίρου, του Sampaio Corrêa.

Ο Ademar Danilo, δημοσιογράφος και διευθυντής του Mουσείου της Ρέγκε του Μαρανιάο, ισχυρίζεται ότι η κουλτούρα ρέγκε επιδρά στον τρόπο ζωής των ντόπιων: στο πώς μιλάνε (στην αργκό τους), στο πώς φαίνονται (με πλεξούδες και με τα τρία χρώματα της ρέγκε στα ρούχα τους) και στο πώς χορεύουν (όντως έχουν το δικό τους στυλ για να χορεύουν ρέγκε – το «aγκαραντίνιο», κατά τον οποίο όσα άτομα χορεύουν αγκαλιάζονται σφιχτά). 

Não temos a gênese da coisa, como chegou, mas nós sabemos que chegou. E a partir daí, nós nos apropriamos disso. O maranhense se apropriou do reggae. O reggae, ele é jamaicano, claro, mas ele também é maranhense. Nós importamos um ritmo da Jamaica e a partir daí temos uma nova significação cultural. Nós transformamos o reggae em um elemento cultural. Quando eu falo elemento cultural, ou seja, algo que seja possível de transformar a cultura local.

Δεν γνωρίζουμε την «αφετηρία» αυτής της υπόθεσης, δεν ξέρουμε πώς ήρθε, αλλά ήρθε. Και από αυτήν τη στιγμή, την κάναμε δικιά μας. Οι Μαρανιέζοι οικειοποιήθηκαν τη ρέγκε. Ο ρυθμός είναι τζαμαϊκανός, σίγουρα, ωστόσο είναι και μαρανιένζικος. Εισαγάγαμε έναν ρυθμό από την Τζαμάικα, αλλά από εκεί και έπειτα, του δώσαμε μία νέα σημασία. Τον μετατρέψαμε σε ένα πολιτιστικό στοιχείο. Όταν μιλάω για πολιτιστικό στοιχείο, αναφέρομαι σε κάτι που μπορεί να αλλάξει την τοπική κουλτούρα.

Ο συγγραφέας και ερευνητής Bruno Azevedo «βλέπει» ένα μυθικό χτίσιμο της κουλτούρας ρέγκε στο Σάο Λουίς.

No que vejo o reggae chegou na miúda e por várias vias, mas a pergunta interessante é como o reggae fez sentido para o brincante local e isso é explorado super bem pelo Carlão, Carlos Benedito Rodrigues da Silva, um antropólogo que escreveu sobre o tema ainda nos anos 1990: o reggae tem uma série de elementos de identificação pra população preta-pobre local.

Há também uma série de semelhanças sociais entre os jamaicanos e os maranhenses, mas acho uma extrapolação grande demais que isso tudo seja transmitido 1×1 na música. A despeito da minha opinião, a forma como os maranhenses criaram sistemas e equipamentos sociais muito parecidos com os jamaicanos, é impressionante.

Κατά την άποψή μου, η ρέγκε ήρθε με έναν αδιόρατο τρόπο και μέσω διαφόρων τρόπων, ωστόσο η ενδιαφέρουσα ερώτηση είναι πώς απέκτησε νόημα για τους ντόπιους, και αυτό ερευνά σε βάθος ο Carlão, Carlos Benedito Rodrigues da Silva, ανθρωπολόγος, ο οποίος έγραψε σχετικά με αυτό το θέμα τη δεκαετία του '90: η ρέγκε εμπεριέχει διάφορα στοιχεία ταύτισης για τον τοπικό μαύρο και φτωχό πληθυσμό.

Επίσης, υπάρχουν πολλές κοινωνικές ομοιότητες ανάμεσα στους Τζαμαϊκανούς και στους Μαρανιέζους, ωστόσο θεωρώ ότι είναι υπερβολή να σκεφτόμαστε ότι όλο αυτό μεταφέρεται ένα προς ένα στην μουσική. Παρά την άποψή μου, είναι εντυπωσιακό πώς οι Μαρανιέζοι δημιούργησαν συστήματα και κοινωνικές δομές πολύ παρόμοιες με τις τζαμαϊκανές.

Εγκαίνια του Μουσείου της Ρέγκε στο Μαρανιάο, το πρώτο στο είδος του εκτός της Τζαμάικας. Φωτογραφία από την Ingrid Barros, η οποία χρησιμοποιείται κατόπιν αδείας.

Ο Gilberto Gil, ο μυθικός μουσικός και πρώην υπουργός Πολιτισμού της Βραζιλίας, ήταν υπεύθυνος για τη διάδοση της μουσικής ρέγκε στη Βραζιλία. Ακόμη και μουσική ηχογράφησε μαζί με τους «The Wailers», την μπάντα του Μπομπ Μάρλεϊ, και τραγούδησε μαζί με έναν άλλο μύθο της τζαμαϊκανής κουλτούρας, τον Jimmy Cliff. Ωστόσο, παρά τη δημοτικότητα σε ολόκληρη την χώρα, στο Σάο Λουίς μετατράπηκε σε κάτι παραπάνω από μουσική ο ρυθμός της Καραϊβικής. 

Μουσείο, γιορτές και δρόμοι

Το 2018, στο Μαρανιάο άνοιξε τις πόρτες του το πρώτο Μουσείο Ρέγκε στη Βραζιλία. Έπειτα από χρόνια περιθωριοποίησης και καταστολής από τις δυνάμεις επιβολής του νόμου, η ίδια η πολιτεία αναγνώρισε τη σημασία της ρέγκε για την τοπική κουλτούρα και την ταυτότητά της. Ανάμεσα στα κειμήλια της τοπικής ιστορίας του κινήματος που εκτίθενται, βρίσκεται η πρώτη κιθάρα του «Tribo de Jah», μίας βραζιλιάνικης μπάντας ρέγκε, που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του '80 στο Σάο Λουίς, και η «ραδιόλα» («radiola») του DJ Serralheiro, ηχητικό σύστημα κατασκευασμένο σαν «ένας τοίχος από ηχεία», σήμα κατατεθέν των τοπικών γιορτών ρέγκε, που ανήκε στον Serralheiro, ενός εκ των πρωτοπόρων της ρέγκε στην περιοχή. 

Η ρέγκε σύντομα συνδέθηκε με την λαϊκή κουλτούρα του Μαρανιάο από τις πρώτες ημέρες της εδώ, εξηγεί ο Ademar Danilo, και αναμείχθηκε με παραδόσεις, όπως ο «Μπούμπα το βόδι μου», ένα είδος διαδραστικού έργου του δρόμου, το οποίο έχει τις ρίζες του στον 18ο αιώνα, το «Ταμπούρλο του κρεολού», ενός αφροβραζιλιάνικου χορού με ταμπούρλα και κρουστά, και την καποέιρα, αφροβραζιλιάνικη πολεμική τέχνη. Για κάποιο διάστημα, πριν την ύπαρξη δημόσιων πολιτικών για την χρηματοδότηση αυτών των πολιτιστικών εκδηλώσεων, στη διατήρηση αυτών των εκδηλώσεων συνέδραμαν τα χρήματα, τα οποία συγκεντρώνονταν στις γιορτές της ρέγκε. 

«Εισάγουμε και υιοθετούμε την μουσική και το ρυθμό της, και από εκεί και πέρα αναπτύσουμε τη δική μας κουλτούρα», δηλώνει ο Danilo. «Όταν η μουσική ρέγκε ήρθε εδώ, δεν την είδαμε σαν ένα ξένο εισβολέα. Ήρθε πιο πολύ σαν μία αδελφή μουσική, γεννημένη σε άλλον τόπο». 

Εγκαίνια του Μουσείου της Ρέγκε στο Μαρανιάο, το πρώτο στο είδος του εκτός της Τζαμάικας. Φωτογραφία από την Ingrid Barros, η οποία χρησιμοποιείται κατόπιν αδείας.

Στην εποχή μας, η μουσική ρέγκε, που ακούνε οι Μαρανιέζοι, προέρχεται στην πλειοψηφία της από καλλιτέχνες ενεργούς ανάμεσα στο 1973 και στο 1981 στην Τζαμάικα, και επιπρόσθετα ακούνε και τους τοπικούς ερμηνευτές. Tα παλιά ραδιόφωνα («radiolas») αποτελούν τη βάση των εκδηλώσεων ρέγκε στην περιοχή και αποτελούν μέρος των «αγώνων» μεταξύ των DJ. Τους πιο μεγάλους «paredões» στη Βραζιλία (μεγάλους «τοίχους» από ηχεία), θα τους βρεις στη ρέγκε του Μαρανιάο. Είναι πιο μεγάλοι από όσους χρησιμοποιούνται στην μουσική «tecnobrega» της επαρχίας Παρά, ισχυρίζεται ο Danilo.

Η φωτογράφος Ingrid Barros, Μαρανιέζα η οποία δουλεύει με θέματα, όπως η αντοχή και η μνήμη, μιλάει για την παρουσία της ρέγκε στη γενέτειρά της:

Os bailes de reggae são os espaços onde é possível extravasar todo o estresse do dia a dia, é onde há a confraternização com os outros iguais, com os pares. Tem um lance de pertencimento, de identificação. O ritmo que se populariza por meio da imagem de um homem negro, que se torna rei do reggae. É meio que um lugar/momento onde se pode apenas ser, sem se preocupar muito com todas as castrações que a sociedade faz com nossos corpos pretos.

Οι χοροί της ρέγκε εδώ είναι χώροι, όπου μπορείς να συναντηθείς με τους φίλους σου και να απελευθερωθείς από όλο το στρες της καθημερινότητας. Υπάρχει μία αίσθηση του «ανήκειν», μίας ταύτισης. Είναι ένας ρυθμός, που έγινε δημοφιλής μέσω της εικόνας ενός μαύρου ανθρώπου, ο οποίος έγινε ο βασιλιάς της ρέγκε. Είναι σαν ένα μέρος ή μία στιγμή, όπου μπορείς απλά να υπάρχεις, χωρίς να σε απασχολούν τόσο πολύ όλοι οι «ευνουχισμοί», που η κοινωνία επιβάλλει στα μαύρα σώματά μας.

Υπό την επιρροή του Μπομπ Μάρλεϊ

Εγκαίνια του Μουσείου της Ρέγκε στο Μαρανιάο, το πρώτο στο είδος του εκτός της Τζαμάικας. Φωτογραφία από την Ingrid Barros, η οποία χρησιμοποιείται κατόπιν αδείας.

Ένα από τα τουριστικά σημεία του Σάο Λουίς είναι μία γωνιά, που βρίσκεται στο μεγαλύτερο αστικό «quilombo» της Βραζιλίας («quilombo» είναι ένας όρος, που υποδηλώνει τους οικισμούς, που δημιουργήθηκαν από άτομα αφρικανικής καταγωγής), το οποίο αποτίει φόρο τιμής στον Μπομπ Μάρλεϊ. Το μέρος εμφανίζεται σε ένα ντοκιμαντέρ του 2012, το οποίο ανατρέχει σε τόπους, που έχουν συνδεθεί με τον Τζαμαϊκανό καλλιτέχνη, παρότι ο Μάρλεϊ δεν επισκέφτηκε ποτέ το Σάο Λουίς.

Η μοναδική του επίσκεψη υπήρξε ένα σύντομο ταξίδι το 1980 για την παρουσίαση της δισκογραφικής εταιρείας Ariola στην χώρα. Με τη Βραζιλία ακόμη υπό στρατιωτική χούντα, ο Μάρλεϊ και η ομάδα του θεωρούνταν ύποπτοι και τους αρνήθηκαν την χορήγηση βίζας εργασίας, παρότι τους είχαν χορηγηθεί τουριστικές βίζες. Χωρίς προγραμματισμένες συναυλίες, η επίσκεψη τελείωσε δίνοντας τη θέση της σε έναν ιστορικό αγώνα ποδοσφαίρου, στον οποίο ο Μάρλεϊ συμπεριέλαβε τον μυθικό μουσικό Chico Buarque στην ομάδα του.

Ο Μάρλεϊ λάτρευε το ποδόσφαιρο, συμπεριλαμβανομένων της βραζιλιάνικης ομάδας και του συλλόγου «Santos de Pelé», τόσο όσο και την μουσική. Στους δημοσιογράφους, που τον περίμεναν στο Ρίο, είπε: «Η ρέγκε έχει τις ίδιες ρίζες, την ίδια φλόγα και τον ίδιο ρυθμό με τη σάμπα». 

Η Βραζιλία έχει έναν ομοσπονδιακό νόμο, ο οποίος αναγνωρίζει την 11η Μαϊου,  ημερομηνία θανάτου του Μπομπ Μάρλεϊ, ως την Εθνική ημέρα της Ρέγκε, ωστόσο, στο Μαρανιάο η επιδρασή της «αντηχεί» έντονα όλον τον χρόνο. Το 2024, η φωτογράφος Ingrid Barros δούλευε σε μία διαφημιστική εκστρατεία για μία μάρκα αθλητικών παπουτσιών, με ένα στίχο αφιερωμένο στον Μάρλεϊ. Το διαφημιστικό σύνθημα ήταν η σχέση ανάμεσα στη γενέτειρά του, την Τζαμάικα, και στο Σάο Λουίς, την Τζαμάικα της Βραζιλίας, μέσα από τους ανθρώπους, τα χρώματα, τις γιορτές και, φυσικά, την μουσική.

Η Barros ισχυρίζεται, ότι μέσα στην «σφαίρα επιρροής» της ρέγκε στο Σάο Λουίς και των τοπικών στοιχείων της, ο Μάρλεϊ συνεχίζει να είναι ο βασιλιάς. Ισχυρίζεται ότι είναι συνηθισμένο να βλέπεις σημαίες και τοιχογραφίες με το πρόσωπο του Μάρλεϊ, όταν περπατάς σε απόκεντρες περιοχές:

Acho que o reggae está na nossa vida [aqui] desde que a gente nasce. Não tem como não ter uma memória afetiva do reggae, está presente seja dentro de nossas casas, na casa de vizinhos, no barzinho da esquina do bairro. Isso fica como identidade. Algo em que você se reconhece. Já adulta, e trabalhando com fotografia e direção criativa, criei uma relação com essa beleza, com a potência, com o universo próprio e político que é o reggae.

Η ρέγκε βρίσκεται στις ζωές μας, από τότε που γεννιόματε. Δεν μπορείς να αποφύγεις να έχεις μία συγκινητική ανάμνηση από τη ρέγκε. Είναι παρούσα στα σπίτια μας, στα σπίτια των γειτόνων μας και στο μπαρ της γειτονιάς, στη γωνία. Αυτό παραμένει σαν ταυτότητα. Κάτι μέσω του οποίου, αναγνωρίζουμε τον ευατό μας. Εγώ ήδη ως ενήλικη, δουλεύοντας με την φωτογραφία και τη δημιουργία, έχτισα μία σχέση με την ομορφιά, τη δύναμη, το ίδιο το πολιτικό σύμπαν, που είναι η ρέγκε.

Εγκαίνια του Μουσείου της Ρέγκε στο Μαρανιάο, το πρώτο στο είδος του εκτός της Τζαμάικας. Φωτογραφία από την Ingrid Barros, η οποία χρησιμοποιείται κατόπιν αδείας.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.