Η ταυτότητά μου είναι ένα κύμα
Μετά από λίγο, όλα γίνονται θολά.
Λιθόστρωτα δρομάκια, δρόμοι με ποδηλατόδρομους, κανάλια και ποτάμια που ελίσσονται μέσα από πόλεις, μικρές και απέραντες. Κυκλοφοριακή συμφόρηση, φανάρια, στενά σοκάκια και φαρδιές λεωφόροι. Το βουητό των πόλεων, οι πολυεπίπεδες μυρωδιές τους. Ας μην ξεκινήσω να μιλάω για μουσεία, γκαλερί και εκθέσεις. Και συναυλίες, ρεσιτάλ, θέατρο και παραστάσεις. Και μετά, σιωπή. Μια σιωπή που σαρώνει σαν ομίχλη, μόνο και μόνο για να διαλυθεί την επόμενη μέρα, καθώς ο κύκλος ξεκινά από την αρχή.
Με θεωρώ προνομιούχα: έχω διαβατήριο σε ισχύ, βίζα, μια στέγη στην οποία μπορώ να επιστρέψω και να την αποκαλώ σπίτι μου, και ένα σταθερό εισόδημα.
Αυτό το προνόμιο, όμως, έχει ένα κόστος.
Ένα κόστος που ακόμα παλεύω να αξιολογήσω πλήρως. Εξόριστη από την πατρίδα μου, μετεγκατεστημένη σε μια ξένη γη, αρνούμενη να σωπάσω, μα εξαντλημένη από τον ατελείωτο και σκληρό αγώνα για δικαιοσύνη. Έναν αγώνα που τώρα μοιάζει πιο παγκόσμιος από ποτέ αγγίζοντας αμέτρητες χώρες και αμέτρητες ζωές.
Καθώς γράφω αυτά τα λόγια, περπατάω προς την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης. Έχω προγραμματισμένη ομιλία για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ασφάλεια των δημοσιογράφων στο Αζερμπαϊτζάν.
Σωστά: στο Αζερμπαϊτζάν. Στη χώρα όπου γεννήθηκα. Που κάποτε φιλοξενούσε τα όνειρα, τις φιλοδοξίες, τις ελπίδες μου. Όλα αυτά σιγά σιγά διαλύθηκαν, όταν συνειδητοποίησα ότι αυτές οι ελπίδες δεν ευθυγραμμίζονταν με εκείνες των ηγετών της χώρας.
Μετεγκατάσταση
Το να φύγω οριστικά δεν ήταν ποτέ το σχέδιό μου. Η δουλειά μου με πήγαινε σε διάφορα μέρη, αλλά πάντα υπολόγιζα στην πολυτέλεια της επιστροφής, έστω και για λίγο. Αρκούσε, για μικρό χρονικό διάστημα.
Καθώς μεγάλωνα, η σύνδεσή μου με το Αζερμπαϊτζάν μετατοπίστηκε. Δεν μου έλειπε πλέον τόσο η ίδια η χώρα, όσο οι αισθητηριακές αναμνήσεις που φυλούσε: τους ανθρώπους, την οικογένεια, το φαγητό, τα αρώματα και τις υφές ενός τόπου που με διαμόρφωσαν. Αυτές τις μέρες, όταν ξεχνάω σε ποια πόλη έχω προσγειωθεί, μερικές φορές περπατάω νοερά στους δρόμους του Μπακού, της πόλης μου. Θυμάμαι τη μυρωδιά των φύλλων τσαγιού που μουλιάζουν μες στο φλιτζάνι, το άρωμα του φρεσκοψημένου μπαχλαβά, του σεκερμπαρά και του κογκάλ να γεμίζουν την κουζίνα μας κατά τη διάρκεια του Νοβρούζ.
Παραδόξως, αυτές τις οικείες μυρωδιές κυνηγάω τώρα σε άγνωστες πόλεις-φαντάσματα μιας πατρίδας, στην οποία δεν μπορώ να επιστρέψω.
Υποστηρίξτε το Global Voices, καθώς δημοσιεύουμε περισσότερα άρθρα σαν αυτό
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν την εκστρατεία, παρακαλούμε μεταβείτε εδώ.
Έπειτα, φυσικά, υπάρχει η Κωνσταντινούπολη. Το μέρος που έχω επιλέξει να εγκατασταθώ. Μια πόλη που δεν σε αφήνει ποτέ να ξεχάσεις πού βρίσκεσαι: το κρώξιμο των γλάρων που πετάνε από πάνω σου, τα φέρι μποτ που διασχίζουν τον Βόσπορο, οι λουκουμάδες που πωλούνται σε κάθε γωνιά, ο χαοτικός ρυθμός των δρόμων της και τα απογοητευμένα κορναρίσματα των οδηγών, που έχουν κολλήσει στην ατελείωτη κίνηση. Η αέναη φασαρία από των μηχανημάτων των οικοδομών διαπερνά το αστικό τοπίο.
Κι όμως, δεν είναι ακριβώς το ίδιο. Το τσάι έχει πιο πικρή γεύση. Τα επιδόρπια, πολύ γλυκά. Ακόμα και με τα σωστά μπαχαρικά, το φαγητό δεν έχει το βάθος της γεύσης που θυμάμαι. Πάντα λείπει κάτι, κάτι άυλο. Παρά το γεγονός ότι έχω ζήσει εδώ για περισσότερο από τη μισή ζωή μου, αυτή η απουσία παραμένει.
Μερικές φορές σκέφτομαι ότι δεν ανήκω εδώ. Στην πραγματικότητα, είναι μια σκέψη, που με ακολουθεί όπου κι αν πάω. Μια σιωπηλή υποψία ότι δεν ανήκω πουθενά.
Έχω συμφιλιωθεί με αυτό. Λέω στον εαυτό μου: είμαι νομάδας. Μια χαρά.
Επειδή κουβαλάω την ουσία αυτού που λατρεύω στις αναμνήσεις μου. Η ταυτότητά μου χάνει την αξία της: κάτι που προσαρμόζεται και αναδιαμορφώνεται σαν μια εικόνα, που φιλτράρεται πριν δημοσιευτεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ίσως συνοδεύεται και από ένα τραγούδι.
Περί ταυτότητας
Τον τελευταίο καιρό, έχω σταματήσει να προσκολλώμαι εντελώς στην ιδέα της ταυτότητας. Δεν είναι πλέον κάτι που θέλω να με ορίζει. Για μένα, αυτό που είμαστε το διαμορφώνουν οι εμπειρίες που ζούμε και οι αποφάσεις που παίρνουμε. Η ταυτότητα έχει πολιτικοποιηθεί τόσο πολύ και έχει χρησιμοποιηθεί τόσο λανθασμένα – συχνά για να διχάσει, να απανθρωποποιήσει – που με απωθεί η ιδέα του να είμαι συνδεδεμένη με ένα μόνο έθνος, μια γλώσσα, μια ιστορία ή μια εθνικότητα.
Εμείς — οι νομάδες, τα μη αυτοπροσδιοριζόμενα άτομα, τα μαύρα πρόβατα — καλούμαστε συνεχώς να ευθυγραμμιστούμε με το παρελθόν, να κουβαλάμε τα βάρη του ως δικά μας. Αλλά ίσως αυτό που θα έπρεπε να κάνουμε είναι να ζούμε στο παρόν και να φανταζόμαστε ένα μέλλον, όπου οι ιδεολογίες, που βασίζονται στον φόβο, και οι δημαγωγοί δεν θα διαμορφώνουν πλέον τους όρους της ύπαρξής μας. Ένα μέλλον όπου θα μπορούμε απλώς ελεύθερα να ζούμε, να υπάρχουμε.
Παρακολουθώ τα κύματα να σχηματίζονται και να διαλύονται στα ίχνη της μηχανής ενός φέρι μποτ. Ίσως μάλιστα πετύχω να δω φευγαλέα την ουρά ενός δελφινιού να κουνιέται για λίγο πάνω από την επιφάνεια. Γλάροι κάνουν κύκλους ψηλά ελπίζοντας σε ένα κομμάτι κουλούρι, που μπορεί να πετάξει ένας επιβάτης. Και πιάνω τον εαυτό μου να εύχεται να μπορούσα να ζήσω σαν κύμα: να σχηματίζεται και μετά να διαλύεται, σαν να μην είχα υπάρξει ποτέ. Απλά για να ξαναεμφανιστώ, όταν μου ζητηθεί.
Αυτό το άρθρο αποτελεί κομμάτι της Γέφυρας, που φιλοξενεί πρωτότυπη γραφή, απόψεις, σχολιασμούς και έρευνα μέσα από τη μοναδική οπτική γωνία της κοινότητας του Global Voices. · Όλα τα άρθρα








