
Ένας άντρας περνάει μπροστά από ένα καταστραμμένο τανκ T-72 στον κεντρικό δρόμο της Εντάγα Χαμούς, στην περιοχή του Τιγκράι στην Αιθιοπία, την 5η Ιουνίου 2021. Εικόνα του Yan Boechat/ (Voice of America – VOA) στο Wikimedia Commons (δημόσιος τομέας).
Άρθρο του Haftu Hindeya Gebremeskel, αναπληρωτή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Μεκέλε στο Τιγκράι της Αιθιοπίας.
Την 2η Νοεμβρίου, οι κάτοικοι του Τιγκράι στην Αιθιοπία, θα γιορτάσουν τα τρία χρόνια από το επίσημο τέλος του εμφυλίου πολέμου στην περιοχή. Αυτήν την ημερομηνία, το 2022, το κύριο κόμμα της περιοχής μου, το Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο του Τιγκράι (TPLF), υπέγραψε την ειρηνευτική συμφωνία στην Πρετόρια με την κυβέρνηση της Αιθιοπίας, κάτι το οποίο τα Ηνωμένα Έθνη θεώρησαν ως το «πρώτο σημαντικό βήμα» προς το τέλος αυτού του βίαιου πολέμου.
Αυτήν την ημέρα, όπως όλες τις ημέρες, κοίταζα ένα παλιό ζευγάρι παπούτσια, που φυλάσσω στην σκάλα του σπιτιού μου. Αυτά τα σχισμένα και πολυφορεμένα παπούτσια μου θυμίζουν τα δύο χρόνια του πολέμου-κόλαση, που υπομείναμε. Φορούσα αυτά τα παπούτσια, όταν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και οι σύμμαχοί της είχαν αποκλείσει το Τιγκράι και μας πολιορκούσαν. Ανάμεσα στο 2020 και στο 2022, σχεδόν 600.000 Τιγκράι πέθαναν κατόπιν ανόητων και απερίσκεπτων ενεργειών και 2.5 εκατομμύρια εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της χώρας από τις μάχες.
Τα φυλάσσω, γιατί όταν κοιτάζω τα παπούτσια μου, θυμάμαι τα αβάσταχτα βάσανα, που υπομείναμε μαζί. Μου φαίνεται ότι αυτά τα παπούτσια μπορούν να μιλήσουν. Διηγούνται τις αναμνήσεις, που δεν αντέχω να εκφράσω με λέξεις εγώ ο ίδιος. Αλλά ο κόσμος χρειάζεται να καταλάβει ό,τι μας συνέβη, διότι έχω τη εντύπωση ότι όλος ο κόσμος ξέχασε το Τιγκράι.
Αγόρασα τα καινούργια μου παπούτσια ακριβώς πριν την αρχή του πολέμου, την 4η Νοεμβρίου 2020. Αυτό το βράδυ, οι ζωές μας πήραν μία ακραία τροπή. Σε μερικές βδομάδες, άνθρωποι από όλες τις γωνιές του Τιγκράι κατέκλυσαν την πρωτεύουσά μας, Μεκέλε.
Η κυβέρνηση είχε ξεκινήσει μία εκστρατεία μίσους ενάντια στους Τιγκράι. Ο πρωθυπουργός της Αιθιοπίας Άμπιι Αχμέτ είχε δηλώσει ότι το TPLF ήταν «ένα ζιζάνιο-εισβολέας», που «πρέπει να ξεριζωθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην ξαναβλαστήσει». Πολιτικοί συνάδελφοί του και σύμμαχοί του επαναλάμβαναν αυτές τις γνώμες χρησιμοποιώντας προσβολές, όπως «ζιζάνια», «καρκίνος», «αποστάτες», «τρομοκράτες», για να μας περιγράψουν. Η κυβέρνηση προέτρεπε τους απλούς πολίτες να εξευτελίζουν, να επιτίθενται, να κλέβουν, ακόμη και να σκοτώνουν τους Τιγκράι, που δούλευαν σκληρά. Χιλιάδες έχασαν την εργασία τους, οι επιχειρήσεις τους λεηλατήθηκαν και έκλεισαν. Άλλοι φυλακίστηκαν ή δολοφονήθηκαν. Τους καταδίωκαν παντού: στα σπίτια τους, στα γραφεία τους, στους δρόμους, στα ταξί, είχαν απλά στοχοποιηθεί λόγω της ταυτότητάς τους. Όσοι μπορούσαν, διέφυγαν προς την Μεκέλε ή αναζήτησαν καταφύγιο εκτός της Αιθιοπίας.
Καθώς οι άνθρωποι έφταναν στην Μεκέλε χωρίς τίποτα, οι κάτοικοι έπρεπε να συγκεντρωθούν για να παρέχουν οποιαδήποτε βοήθεια. Ήταν δύσκολο να συναντιόμαστε και να συντονίζουμε τις προσπάθειες λόγω των συχνών επιθέσεων από αέρος, που στόχευαν τους πολίτες μέρα-μεσημέρι, αλλά εμείς επιμείναμε για να στηρίξουμε τις αδελφές και τους αδελφούς μας. Οι πολιτικές οργανώσεις έκαναν τακτικές ανακοινώσεις στο Ράδιο FM Μεκέλε παροτρύνοντάς μας να στηρίζουμε ο ένας τον άλλο και να μοιραζόμαστε πληροφορίες στις ιστοσελίδες δωρεών.
Κατά αυτήν την περίοδο, τα παπούτσια μου παρέμειναν μαζί μου, ενώ έδινα όλα τα άλλα ζευγάρια παπουτσιών μου σε αυτούς που τα είχαν ανάγκη. Σχεδόν όλα τα ρούχα της οικογένειάς μας δόθηκαν για την υποστήριξη των ανθρώπων, που είχαν πληγεί. Παρά τον φόβο και το σοκ και με ακλόνητη αποφασιστικότητα, δεν διστάσαμε να βοηθήσουμε αυτούς, που κάποτε είχαν πιο πολλά από εμάς.
Τα παπούτσια μου υπέφεραν πολύ. Ο φίλος μου, Abenet, και εγώ περπατούσαμε σχεδόν 16 χιλιόμετρα τη μέρα διασχίζοντας την πόλη. Χωρίς χρήματα και με πλήρη διακοπή των υπηρεσιών μεταφοράς, λόγω των ελλείψεων σε καύσιμα, δεν είχαμε πραγματικά άλλη επιλογή.
Κάθε φορά που κοιτάζω τα παπούτσια μου, μου θυμίζουν συγκεκριμένες αναμνήσεις. Μία μέρα, καθώς περιπλανόμουν στους δρόμους της Μεκέλε, έπεσα πάνω σε μία φίλη, η οποία ζήτησε να πληροφορηθεί για την κατάσταση της υγείας της αδελφής μου. Αυτό με γέμισε με ανησυχία, καθώς ακριβώς μία ημέρα πριν την υπογραφή της Συμφωνίας της Πρετόρια, η γενέτειρά μου, η Μεκχόνι στη Ράγια, είχε εκτενώς βομβαρδιστεί. Αργότερα έμαθα ότι το σπίτι της αδελφής μου, ένα πολιτικό κτίριο χωρίς καμία σύνδεση με οποιονδήποτε στρατιωτικό στόχο, είχε καταστραφεί. Δυστυχώς, αυτό το φαινόμενο ήταν συνηθισμένο σχεδόν σε όλες τις πόλεις του Τιγκράι κατά τη διάρκεια αυτού του βίαιου και αιματηρού πολέμου.

Τα παπούτσια μου. Φωτογραφία του Haftu Hindeya Gebremeskel, που χρησιμοποείται κατόπιν αδείας.
Αυτό το ολέθριο νέο με σόκαρε βαθιά. Η αιθιοπική κυβέρνηση είχε μπλοκάρει όλες τις επικοινωνίες, ως εκ τούτου δεν μπορούσα να τηλεφωνήσω ή να οργανώσω μία άμεση επίσκεψη λόγω της έλλειψης μεταφορικών μέσων. Γύρισα στο σπίτι μου, ενώ με «έτρωγε» η ανησυχία για την αγαπημένη μου αδελφή. Αυτή πιθανώς υπήρξε η πιο δύσκολη πορεία της ζωής μου.
Όταν έφτασα, ανακάλυψα ότι ο μικρός αδελφός μου είχε έρθει από τη γενέτειρά μας για να με καθησυχάσει. Μου διηγήθηκε ότι η αδελφή μας είχε πάει στο σπίτι της μητέρας μας, όταν το σπίτι της καταστράφηκε. Με πλημμύρισε ανακούφιση.
Μία άλλη φορά, κοιτούσα τα παπούτσια μου και έμοιαζαν να περικλείουν αναμνήσεις βιασμών, σαν να είχαν απορροφήσει τις συζητήσεις μας στη διάρκεια του πολέμου και να τις είχαν αποθηκεύσει. Θυμάμαι να περπατάω με τον Abenet και να του μιλάω για μία έκθεση, που είχε δημοσιευτεί από τη «Διεθνή Αμνηστία» το 2021, η οποία αφορούσε στη σεξουαλική βία.
Αυτό που συνέβη στις γυναίκες του Τιγκράι ξεπερνάει κάθε λογική. Οι στρατιώτες έδρασαν με βαρβαρότητα. Βίαζαν μαζικά τις γυναίκες Τιγκράι και άφηναν χρησιμοποιημένα προφυλακτικά, ξυράφια και άλλα επιβλαβή αντικείμενα μέσα στα σώματά τους. Στοχοποίησαν τα παιδιά και τις έγκυες γυναίκες, υποβάλλοντάς τες σε σεξουαλική δουλεία, ακρωτηριασμούς και άλλες μορφές βασανιστηρίων. Αυτά τα αρπακτικά τις παρενοχλούσαν με εθνικιστικές προσβολές και τις απειλούσαν με θάνατο. Ο βιασμός και η σεξουαλική βία χρησιμοποιήθηκαν ως πολεμικά όπλα για να υποβιβάζουν και να φέρovται απάνθρωπα στις γυναίκες και στα κορίτσια Τιγκράι αφήνοντάς τους μόνιμα σωματικά και ψυχολογικά τραύματα. Σύμφωνα με τις τοπικές Αρχές, το λιγότερο 120.000 γυναίκες βιάστηκαν στο Τιγκράι κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Τα παπούτσια μού θύμιζαν και άλλες ζοφερές αναμνήσεις, όπως μία ημέρα του Αυγούστου του 2021, που έβλεπα ειδήσεις και είδα εικόνες από πτώματα Τιγκράι να επιπλέουν στον ποταμό Τεκέζε. Ήταν μία σκληρή υπενθύμιση του μεγέθους της βιαιότητας των εχθρών μας.
Τα παιδιά υπέφεραν βαθειά. Τα χώριζαν από τους συγγενείς τους και ο βάρβαρος στρατός της Ερυθραίας τους διαμέλιζε τις αρθρώσεις, ενώ ήταν ακόμη εν ζωή. Οι επιθέσεις από αέρος σκότωσαν πολλές μητέρες και παιδιά μέρα-μεσημέρι στις αγορές του Αντιντάερο, της Αλαμάτα, της Τογκότα και σε ένα νηπιαγωγείο στην Μεκέλε, για να αναφέρω μόνο κάποιες από αυτές.
Ο πόλεμος ήταν φριχτός και οι θηριωδίες του είχαν επίπτωση στην καρδιά και στο πνεύμα των απλών ανθρώπων, ολόκληρου του κόσμου. Ωστόσο, σκέφτομαι ότι δεν συγκίνησε αρκετά τα ισχυρά έθνη: τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις άλλες δυτικές χώρες. Αυτά τα έθνη, που καυχιούνται πως υπεραπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, γνώριζαν τι συνέβαινε στο Τιγκράι, αλλά δεν πήραν κανένα σημαντικό μέτρο για να μας βοηθήσουν.
Ακόμη και σήμερα, έχουμε συμφωνία ειρήνης, αλλά δεν έχουμε ειρήνη. Κοντά στο ένα εκατομμύρια άνθρωποι δεν μπορούν ακόμη να γυρίσουν στις εστίες τους. Δεν μπορούμε να ανασυγκροτήσουμε τις καταστραμμένες αγροτικές εκτάσεις μας ούτε τις πόλεις και τα χωριά μας, που έχουν βομβαρδιστεί, διότι το Τιγκράι βιώνει, επίσης, την χειρότερη ξηρασία εδώ και 40 χρόνια. Το επίπεδο της επισιτιστικής ασφάλειας σε όλη σχεδόν την περιοχή είναι σε επίπεδα κρίσης και έκτακτης ανάγκης. Περίπου 1,84 εκατομμύρια παιδιά Τιγκράι δεν έχουν πάει σχολείο για τρία διαδοχικά χρόνια. Παρά τις προσπάθειες που έχουν γίνει, μόνο τα μισά από αυτά τα παιδιά μπόρεσαν να ξαναγυρίσουν στα σχολεία τους, τα οποία έχουν υποστεί σοβαρές καταστροφές. Το 80% των εκπαιδευτικών που ερωτήθηκαν εμφάνιζαν σημάδια μετατραυματικού στρες, κάτι το οποίο καταδεικνύει το βαρύ ψυχολογικό τίμημα, που τους έκανε να πληρώσουν ο πόλεμος, σύμφωνα με μία έκθεση.
Λέω στον ευατό μου, κοιτάζοντας τα παπούτσια μου, πως ο καιρός περνάει και ότι αυτές οι στιγμές μάς παρέχουν μαθήματα, που έχουμε μάθει με δικό μας τίμημα. Ο πόλεμος του Τιγκράι πρέπει να καταγραφεί. Όσοι ξέρουν να γράφουν, πρέπει άοκνα να καταγράψουν τις οδυνηρές ιστορίες μας, έτσι ώστε τα παιδιά μας να αποφύγουν να επαναλάβουν τα ίδια λάθη.







