Έκθεση δείχνει ότι η απόφαση του Τραμπ να ερευνήσει τη Βραζιλία ακολουθεί τα συμφέροντα μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών

Η εικόνα δημιουργήθηκε στο Canva Pro από το Global Voices. Δίκαιη χρήση.

Αυτό το άρθρο, γραμμένο από τη Natalia Viana και επιμελημένο από τον Bruno Fonseca, δημοσιεύθηκε αρxικά από την Agência Pública στις 10 Ιουλίου 2025. Έχει υποστεί επεξεργασία ως προς το μήκος και το περιεχόμενό του και αναδημοσιεύεται εδώ στο πλαίσιο συμφωνίας συνεργασίας με τo Global Voices. 

Μια μεγάλη ομάδα παρασκηνιακής πολιτικής πίεσης, που χρηματοδοτείται από μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας με έδρα τις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των Google, Meta, Microsoft, Amazon, Uber, Apple, Pinterest και eBay, συνδέεται με την απόπειρα του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να διερευνήσει τις εμπορικές πρακτικές της Βραζιλίας. Η έρευνα ανακοινώθηκε παράλληλα με την απόφαση να αυξηθούν οι εισαγωγικοί δασμοί στα βραζιλιάνικα προϊόντα τον περασμένο Ιούλιο.

Η ομάδα αυτή είναι η CCIA, ακρωνύμιο της Ένωσης Βιομηχανίας Υπολογιστών και Επικοινωνιών. Λίγα μόλις λεπτά μετά την ανακοίνωση των δασμών κατά της Βραζιλίας  από τον Τραμπ στην πλατφόρμα κοινωνικών μέσων Truth Social, η ομάδα δημοσίευσε μια ανακοίνωση, στην οποία επικροτεί την απόφαση.

«Η CCIA χαιρετίζει την προσοχή της κυβέρνησης στα εμπόδια, που θέτει η Βραζιλία στις ψηφιακές εξαγωγές των ΗΠΑ, μέσω μιας ενδελεχούς έρευνας, βάσει του άρθρου 301, σχετικά με τις βλάβες που προκαλεί η διακριτική μεταχείριση. […] Αναμένουμε αυτές οι ενέργειες να φέρουν ανακούφιση στις επιχειρηματικές δραστηριότητες στη Βραζιλία και να επαναφέρουν το ανοιχτό και δίκαιο εμπόριο μεταξύ αυτών των δύο σημαντικών εταιρειών»,  δήλωσε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της CCIA, Ματ Σρούερς, σε ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα τους.

Το άρθρο 301, το οποίο επικαλείται η CCIA, είναι ένας μηχανισμός του Νόμου Εμπορίου  των ΗΠΑ του 1974, που επιτρέπει τη διερεύνηση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και την επιβολή κυρώσεων. Ο Τραμπ χρησιμοποίησε αυτό τον νόμο για να διατάξει έρευνα κατά της Βραζιλίας.

Στα τέλη του 2024, η CCIA συνέταξε έναν κατάλογο με όλες τις ενέργειες της κυβέρνησης της Βραζιλίας και του κοινοβουλίου, όπου σύμφωνα με την ίδια έρχονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών. Η έκθεση παρουσιάστηκε στο Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ τον Οκτώβριο του 2024. Την έρευνα που ξεκίνησε ο Τραμπ με βάση το άρθρο 301 θα διενεργήσει ο εκπρόσωπος του υπουργείου, Τζέιμσον Γκριρ.

Στην έκθεση αυτή, η ομάδα πίεσης ζητά από την κυβέρνηση των ΗΠΑ να παρακολουθεί, να αμφισβητεί και να αναλαμβάνει δράση εναντίον διάφορων μέτρων που έλαβε η Βραζιλία, από την αναστολή λειτουργίας του Χ (πρώην Twitter) του Ίλον Μασκ μέχρι τον Γενικό Νόμο για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (LGPD) και τον λεγόμενο «φόρο μπλούζας», που επιβάλλεται σε διεθνείς αγορές κάτω των 50 δολαρίων.

Ακολουθεί μια περίληψη των κύριων σημείων της έκθεσης της ομάδας πίεσης.

Η ομάδα πίεσης υπερασπίζεται την πλατφόρμα του Μασκ

Η ομάδα τόνισε την αναστολή της λειτουργίας του Χ του Ίλον Μασκ, που διατάχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (STF) τον Αύγουστο του 2024, επειδή η εταιρεία αρνήθηκε να ορίσει νόμιμο εκπρόσωπο στη βραζιλία, καθώς και το πρόστιμο των πέντε εκατομμυρίων δολαρίων, που έπρεπε να πληρώσει.

Η έκθεση αναφέρει ότι «αυτό το δραστικό μέτρο έχει επιπτώσεις στο ευρύτερο επενδυτικό τοπίο και θα μπορούσε να αντιγραφεί από αυταρχικά καθεστώτα, που επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τον έλεγχο του διαδικτυακού περιεχομένου για να περιορίσουν την ελευθερία του λόγου ή την πολιτική διαφωνία».

Η ομάδα πίεσης υποστήριξε, επίσης, ότι τέτοιες περιπτώσεις «υπονομεύουν την ελεύθερη ροή υπηρεσιών και δεδομένων» και το «ανοιχτό και παγκοσμίως συνδεδεμένο διαδίκτυο».

Κριτική του Γενικού Νόμου για την προστασία δεδομένων και άλλες προτάσεις

Η ομάδα αντιτίθεται σε βραζιλιάνικα νομοσχέδια για την προστασία δεδομένων και δηλώνει ότι ο LGPD του 2018 ακολουθεί το ευρωπαϊκό μοντέλο, αλλά με αυστηρότερους κανόνες για τις διασυνοριακές μεταφορές δεδομένων.

Η έκθεση ζητά από την κυβέρνηση των ΗΠΑ να παρακολουθεί την εφαρμογή του νόμου και προτείνει ο εκπρόσωπος του Υπουγείου Εμπορίου «να πιέσει τη Βραζιλία ώστε να αναγνωρίσει ως επαρκή την προστασία απορρήτου που είναι διαθέσιμη στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με τη βραζιλιάνικη νομοθεσία».

Η CCIA ζητά, επίσης, από την κυβέρνηση των ΗΠΑ «να παροτρύνει τη Βραζιλία να απορρίψει το προτεινόμενο νομοσχέδιο αριθ. 4.097/2023, το οποίο θα τροποποιούσε έναν νόμο του 2014 για την εφαρμογή νέων μέτρων «ψηφιακής κυριαρχίας» στο πλαίσιο του LGPD. Σύμφωνα με αυτή τη νομοθεσία, οι εταιρείες τεχνολογίας, που προσφέρουν υπηρεσίες στη Βραζιλία, θα έχουν υποχρεώσεις τοπικής ιδιοκτησίας και ελέγχου, όπως η απαίτηση του 25% του μετοχικού κεφαλαίου με δικαίωμα ψήφου να ανήκει σε Βραζιλιάνους πολίτες.

Ενάντια στον «φόρο μπλούζας»

Η ομάδα πίεσης αμφισβήτησε τον νόμο, που έγινε γνωστός ως «φόρος μπλούζας», ο οποίος τέθηκε σε ισχύ τον Αύγουστο του 2024 και αφορά αγορές φθηνών ειδών ένδυσης και άλλων προϊόντων από διεθνείς ιστοσελίδες.

Η CCIA υποστηρίζει ότι η φορολογία αυξάνει τον χρόνο και το κόστος εκτελωνισμού και λειτουργεί ως εμπόδιο στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Ζητά ο φόρος να επιβάλλεται σε αγορές άνω των 100 δολαρίων και καλεί την κυβέρνηση των ΗΠΑ να πιέσει τη Βραζιλία δηλώνοντας ότι το μέτρο «θα μπορούσε να είναι ασύμβατο με τις υποχρεώσεις της Βραζιλίας στο πλαίσιο της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT)».

Κριτική στο νομοσχέδιο για τη ρύθμιση της Τεχνητής Νοημοσύνης

Το νομοσχέδιο για την τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ) PL 2338/2023, που εγκρίθηκε στη Γερουσία της Βραζιλίας στα τέλη του 2024 και εξετάζεται από τη βουλή, επίσης, επικρίθηκε από την ομάδα πίεσης, η οποία το χαρακτήρισε ανησυχητικό. Στη συνέχεια, το νομοσχέδιο προωθήθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων για εξέταση. Οι πλατφόρμες υποστηρίζουν ότι επιβάλλει «υπερβολικές υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων για προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης υψηλού και χαμηλού κινδύνου, τα οποία δεν είναι καλά καθορισμένα». 

Ένα από τα κύρια παράπονα αφορά την υποχρεωτική αποζημίωση για τα πνευματικά δικαιώματα, «η οποία υπερβαίνει κατά πολύ τις προτάσεις, που έχουν διατυπωθεί αλλού στον κόσμο και θα υποχρεώνει τους προγραμματιστές να παρέχουν αποζημίωση για οποιοδήποτε βραζιλιάνικο περιεχόμενο χρησιμοποιείται για την εκπαίδευση μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης».

Η ομάδα δήλωσε ότι αυτό θα οδηγήσει στη μη ανάπτυξη εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης στη βραζιλία και ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ «θα πρέπει να παρακολουθεί αυτό το καθεστώς για να διασφαλίσει ότι το πλαίσιο είναι σύμφωνο με τις διεθνείς συμφωνίες και να αποφύγει τη διακριτική μεταχείριση των υπηρεσιών και των προμηθευτών των ΗΠΑ».

Αντίθεση στον κανονισμό της Anatel

H CCIA επέκρινε επίσης το νομοσχέδιο PL2768/2022, το οποίο συντάχθηκε από το βουλευτή Ζουάο Μάια (PL, Φιλελεύθερο Κόμμα, το ίδιο με τον πρώην πρόεδρο Ζαΐρ Μπορσονάρου), το οποίο θα εξουσιοδοτούσε την Εθνική Υπηρεσία Τηλεπικοινωνιών (Anatel) να ρυθμίζει τις ψηφιακές πλατφόρμες. Για τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας, αυτό θα εξουσιοδοτούσε την Anatel «με ευρεία διακριτική εξουσία να καθορίζει τους ορισμούς και να συντάσσει κανόνες».

Κριτική για τους φόρους επί των ψηφιακών προϊόντων και υπηρεσιών

Η έκθεση επισημαίνει την Προσωρινή Διάταξη υπ’ αριθμ. 1262/24, από το Υπουργείο Οικονομικών της Βραζιλίας, η οποία θεσπίζει έναν ελάχιστο φόρο 15% στις πολυεθνικές που δραστηριοποιούνται στη χώρα. Για την ομάδα, «η κυβέρνηση φαίνεται αποφασισμένη να αναζητήσει νέες πηγές εσόδων για τα ταμεία της επιβάλλοντας δυσανάλογους φόρους στις ξένες εταιρείες». Οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας ζητούν από το γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ να παρακολουθεί τις εξελίξεις σε αυτό το θέμα.

Ενάντια στους φόρους για τις διαδικτυακές υπηρεσίες

Η ομάδα ανάφερε ότι το 2023, η Anatel ξεκίνησε δημόσια διαβούλευση σχετικά με τον κανονισμό των «υπηρεσιών προστιθέμενης αξίας», συμπεριλαμβανομένης της διερεύνησης της σκοπιμότητας και της καταλληλότητας των τελών χρήσης του διαδικτύου στη Βραζιλία.

Η CCIA, επίσης, επικρίνει το νομοσχέδιο PL2804/2024, που συντάχθηκε από τον γερουσιαστή Άντζελο Κoρονέλ (PSD-Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) και βρίσκεται επί του παρόντος σε διαδικασία ψήφισης από το κοινοβούλιο, το οποίο πρότεινε οι ψηφιακές πλατφόρμες να συνεισφέρουν το 5% των εσόδων τους στο Ταμείο για την Καθολική Πρόσβαση στις Τηλεπικοινωνίες, το οποίο διαχειρίζεται η Anatel. Σύμφωνα με την ομάδα, «ο νόμος αυτός θα μπορούσε να παραβιάζει την αρχή της ανταγωνιστικής ουδετερότητας σύμφωνα με τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, που διέπουν την καθολική υπηρεσία, καθώς οι Βραζιλιάνοι προμηθευτές θα λάμβαναν προνομιακή μεταχείριση σε βάρος των ξένων προμηθευτών, που δεν έχουν πρόσβαση στο Ταμείο (συμπεριλαμβανομένων των θυγατρικών εταιρειών)».

Το κείμενο «προτρέπει τον Εμπορικό Εκπρόσωπο να παραμείνει σε εγρήγορση, καθώς η Βραζιλία συνεχίζει να επιδιώκει την επιβολή τελών».

Εξετάζοντας του νέους κανόνες του καθεστώτος μειωμένων δασμών

Η έκθεση επισημαίνει αλλαγές στο καθεστώς Ex-Tariff, έναν μηχανισμό που επιτρέπει τη μείωση των φόρων για διαπραγματεύσεις με ξένες εταιρείες στον τομέα των υπολογιστών και των τηλεπικοινωνιών.

Με απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης, Βιομηχανίας, Εμπορίου και Υπηρεσιών της Βραζιλίας τον Αύγουστο του 2023, αποφασίστηκε ότι, προκειμένου να λάβουν απαλλαγές από τους φόρους επί των εισαγωγών, οι πολυεθνικές εταιρείες, που δραστηριοποιούνται στη Βραζιλία, πρέπει να διαθέτουν επενδυτικό σχέδιο και να παρουσιάζουν λεπτομέρειες σχετικά με τις ανάγκες σε εξοπλισμό, τα κέρδη παραγωγικότητας και τις τεχνολογίες, που φέρνουν μαζί τα προϊόντα τους.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.