Η φιλοκυβερνητική εκστρατεία κατά των φοιτητών διαδηλωτών επιχειρεί να δικαιολογήσει την καταπίεση στη Σερβία

Protest on Vidovdan holiday, June 28, 2025, in Belgrade. Photo by Mašina, via Wikimedia Commons (CC-BY-SA 3.0).

Διαμαρτυρία κατά την εθνική εορτή Βίντοβνταν στις 28 Ιουνίου 2025 στο Βελιγράδι. Φωτογραφία από Mašina, μέσω Wikimedia Commons (CC-BY-SA 3.0).

Η παρούσα ανάλυση της Nataša Stanojević δημοσιεύτηκε αρχικά από το Διεθνές Κέντρο Υποθέσεων Ασφάλειας (ISAC), στο πλαίσιο της τοπικής πρωτοβουλίας του Κέντρου κατά της παραπληροφόρησης των Δυτικών Βαλκανίων. Μια επεξεργασμένη έκδοση αναδημοσιεύεται από το Global Voices στο πλαίσιο της συμφωνίας συνεργασίας.

Η διαμαρτυρία που πραγματοποιήθηκε στις 28 Ιουνίου αυτού του έτους στο Βελιγράδι, την ημέρα της εθνικής και θρησκευτικής εορτής Βίντοβνταν, αντιπροσώπευε το αποκορύφωμα μηνών δημόσιας δυσαρέσκειας για τις κυβερνητικές πολιτικές και τα συστημικά κοινωνικά προβλήματα.

Το Βίντοβνταν είναι βαθιά ριζωμένο στην εθνική ιστορία και τη συλλογική μνήμη και έχει συχνά χρησιμοποιηθεί ως σύμβολο πολιτικού και ηθικού αγώνα. Σε αυτήν την περίπτωση, φοιτητές και άλλοι πολίτες επέλεξαν την ημερομηνία για να τονίσουν τη σοβαρότητα των απαιτήσεών τους για υπεύθυνη διακυβέρνηση, να κάνουν έκκληση για έκτακτες εκλογές και να ζητήσουν απαραίτητες θεσμικές μεταρρυθμίσεις.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, η διαδήλωση συγκέντρωσε περίπου 140.000 άτομα καθιστώντας την μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές συγκεντρώσεις της τελευταίας δεκαετίας. Το μέγεθος της συμμετοχής αντανακλά τη βαθιά κοινωνική απογοήτευση και την αίσθηση ότι οι θεσμικοί μηχανισμοί έκφρασης της δυσαρέσκειας έχουν αποτύχει πλήρως. Ωστόσο, ενώ τα αιτήματα των διοργανωτών ήταν σαφώς καθορισμένα — καταπολέμηση της διαφθοράς, θεσμική λογοδοσία και εκδημοκρατισμός του συστήματος— τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ παρουσίασαν μια εντελώς διαφορετική εικόνα.

Αντί για ρεπορτάζ βασισμένα σε γεγονότα, ο δημόσιος χώρος πλημμύρισε από υπερβολικές επικεφαλίδες και ισχυρισμούς, που αποσκοπούσαν στην απονομιμοποίηση των διαδηλώσεων και στην ποινικοποίηση των συμμετεχόντων. Το φοιτητικό κίνημα και οι πολίτες δεν παρουσιάζονταν ως υπερασπιστές των δημοκρατικών αξιών, αλλά ως απειλή για τη σταθερότητα του κράτους. Αυτή η στρατηγική ποινικοποίησης, χαρακτηριστική των αυταρχικών καθεστώτων, επέτρεψε στις αρχές να δικαιολογήσουν τη χρήση βίας και την εντατικοποίηση της καταστολής.

Τα φιλοκυβερνητικά μέσα στη Σερβία χρησιμοποιούν συστηματικά ψευδείς και χειριστικές ρητορικές για τη δυσφήμηση νόμιμων κοινωνικών διαδηλώσεων και την κανονικοποίηση των κατασταλτικών αντιδράσεων της κυβέρνησης. Η ανάλυση δείχνει ότι οι βασικές τακτικές προπαγάνδας περιλαμβάνουν τον χαρακτηρισμό των συμμετεχόντων, τη χειραγώγηση γεγονότων, τη δημιουργία εικόνας ξένου εχθρού και την εξύμνηση της αστυνομικής δύναμης. Αυτές οι πρακτικές έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες για τις δημοκρατικές διαδικασίες και την ελευθερία της έκφρασης.

Εργαλεία της ρητορικής προπαγάνδας

Μία από τις πιο συχνά χρησιμοποιούμενες στρατηγικές ήταν η χρήση υποτιμητικών χαρακτηρισμών. Οι διοργανωτές και οι συμμετέχοντες δεν αναφέρονταν ως φοιτητές ή πολίτες, αλλά ως «παρεμποδιστές», «χούλιγκαν» και «τρομοκράτες».

Η επικεφαλίδα στην εφημερίδα Informer «Επιχείρηση κατά των χούλιγκαν στο κέντρο της πόλης: Δείτε τη σύλληψη των ατόμων στα μπλόκα», αποτυπώνει πώς η παρέμβαση της αστυνομίας παρουσιάστηκε ως απαραίτητη και νόμιμη, ενώ οι πολίτες ποινικοποιήθηκαν. Ο όρος «τρομοκράτες» αποτελεί ιδιαίτερα ισχυρό υπαινιγμό υποδηλώνοντας εξτρεμισμό, παρόλο που οι διαμαρτυρίες ήταν ειρηνικές.

Στιγμιότυπο του άρθρου Novosti.rs με τον τίτλο «Οι γέφυρες και ολόκληρη η πόλη σε πολιορκία: Το νέο διαβολεμένο σχέδιο των αποκλείοντων τρομοκρατών, θέλουν αίμα και πτώματα στους δρόμους!». Δίκαιη χρήση.

Τα ΜΜΕ διέδωσαν ευρέως ρητορικές για το φερόμενο «διαβολεμένο σχέδιο» των διαδηλωτών. Ειδήσεις όπως «Οι γέφυρες και ολόκληρη η πόλη σε πολιορκία: Το νέο διαβολεμένο σχέδιο των τρομοκρατών στα μπλόκα, θέλουν αίμα και πτώματα στους δρόμους!» δημιουργούν ένα κλίμα φόβου και υπαινίσσονται αναπόφευκτη κλιμάκωση στη βία. Αυτοί οι αβάσιμοι ισχυρισμοί αποσκοπούν στην κινητοποίηση των πιστών ψηφοφόρων της κυβέρνησης και τη νομιμοποίηση των κατασταλτικών μέτρων. Η ρητορική για το «αίμα στους δρόμους» και τον «κίνδυνο για τους πολίτες» δεν ποινικοποιεί απλώς τους συμμετέχοντες στη διαδήλωση, αλλά τους χαρακτηρίζει επίσης ως κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια.

Η φιλοκυβερνητική συζήτηση καταλόγισε στόχους στους διαδηλωτές, όπως την «καταστροφή του κράτους» και την «ανατροπή του προέδρου». Αυτοί οι ισχυρισμοί δεν βασίζονται σε έγγραφα ή δημόσιες δηλώσεις των οργανωτών, των οποίων οι απαιτήσεις βασίστηκαν στη βελτίωση της ασφάλειας, την αντιμετώπιση της διαφθοράς και τη διασφάλιση πολιτικής λογοδοσίας. Η εισαγωγή κατηγοριών για «προδοσία» και «συνεργασία με τους εχθρούς» αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου μοντέλου πολιτικής προπαγάνδας, στο οποίο η κοινωνική αντίσταση απεικονίζεται ως συνωμοσία ενάντια στα εθνικά συμφέροντα.

Ενώ τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ επέμειναν στην εικόνα των βίαιων διαδηλώσεων, τα πραγματικά γεγονότα διαφέρουν. Σύμφωνα με αναφορές ανεξάρτητων ΜΜΕ και οργανισμών ανθρώπινων δικαιωμάτων, οι περισσότερες διαμαρτυρίες ήταν ειρηνικές. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Μεμονωμένα συμβάντα έλαβαν χώρα μόνο μετά από την παρέμβαση της αστυνομίας, κατά την οποία εφαρμόστηκε υπερβολική βία. Οι συλλήψεις ή κρατήσεις εκατοντάδων ανθρώπων, σε συνδυασμό με τις καταγεγραμμένες περιστάσεις σωματικής βίας, δείχνουν ξεκάθαρα ότι η κρατική καταστολή ήταν η κυρίαρχη δυναμική. Το χάσμα αυτό μεταξύ της ρητορικής των μέσων και των εμπειρικών γεγονότων είναι ένα τυπικό παράδειγμα της τεχνικής της πλαισίωσης, της επιλεκτικής παρουσίασης της πραγματικότητας για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.

Το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο και η ρητορική του ξένου εχθρού

Ειδικά ανησυχητική είναι η στρατηγική σύνδεσης των διαδηλώσεων με φερόμενους ξένους εχθρούς, σε αυτήν την περίπτωση, την Κροατία. Ορισμένες εφημερίδες και πολιτικοί υπονόησαν ότι οι οργανωτές των διαδηλώσεων ήταν όργανα των κροατικών δομών μυστικών πληροφοριών και ότι ο στόχος τους ήταν η αποσταθεροποίηση της Σερβίας. Αυτοί οι ισχυρισμοί δεν βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, αλλά έχει έναν ξεκάθαρο προπαγανδιστικό σκοπό: την επαναφορά ιστορικών εντάσεων και τη χρήση εθνικών στερεοτύπων ώστε να επικρατήσει μια αίσθηση φόβου μεταξύ των πολιτών.

Οι εχθρότητες μεταξύ Σερβίας και Κροατίας έχουν βαθιές ρίζες στις εθνικές τους αφηγήσεις. Αυτές οι εντάσεις ξεκίνησαν κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όταν πολλές σερβικές οικογένειες προσφύγων εγκαταστάθηκαν στην Κροατία από τις αυστριακές Αρχές. Η εχθρότητα εντάθηκε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η Κροατία προσχώρησε στις δυνάμεις του Άξονα, και εδραιώθηκε κατά τη διάρκεια των πολέμων που συνόδευσαν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Αυτή η περίοδος κορυφώθηκε με την Επιχείρηση Καταιγίδα, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη φυγή της πλειοψηφίας των Σέρβων από την Κροατία.

Η χρήση της Κροατίας σε αυτήν τη ρητορική παίζει διπλό ρόλο: πρώτον, να ξυπνήσει το πατριωτικό αίσθημα. Υπονοώντας ότι οι διαδηλώσεις συνδέονται με ένα «εχθρικό κράτος», η κυβέρνηση ενισχύει την εικόνα της ως ο υπερασπιστής των εθνικών συμφερόντων. Δεύτερον, δυσφημεί την αντιπολίτευση και τις πρωτοβουλίες των πολιτών. Αποδίδοντας «ξένη επιρροή» στις διαμαρτυρίες, η κυβέρνηση απονομιμοποιεί τους στόχους τους και αποσπά την προσοχή από εσωτερικά προβλήματα, όπως η διαφθορά και η κατάρρευση των θεσμών. Αυτή η ρητορική βασίζεται στο γνωστό μοντέλο της «δημιουργίας ενός ξένου εχθρού», το οποίο, σύμφωνα με τη θεωρία της πολιτικής επικοινωνίας, χρησιμεύει στην ομογενοποίηση του εκλογικού σώματος και στην αιτιολόγηση αυταρχικών πρακτικών.

Ένα εξαιρετικά τρομακτικό μέρος της εκστρατείας προπαγάνδας αφορά τη σύνδεση των διαδηλώσεων με το ζήτημα της Σρεμπρένιτσα, τη σφαγή του μουσουλμανικού πληθυσμού το 1995 στη Σρεμπρένιτσα και τις γύρω περιοχές από τον Στρατό της Σερβικής Δημοκρατίας, την οποία εκμεταλλεύονται συχνά εθνικιστικές και αντιδυτικές παρατάξεις στη Σερβία. Παρόμοια με τις αφηγήσεις που αρνούνται το Ολοκαύτωμα, οι συζητήσεις για τη Σρεμπρένιτσα κυμαίνονται από την πλήρη άρνηση έως τις ανησυχητικές αντιπαραθέσεις σχετικά με τον αριθμό των θυμάτων, την εθνικότητά τους και τη χρήση όρων όπως «αναγκαία στρατιωτική δράση» και «παράπλευρες απώλειες». Τα τελευταία 15 χρόνια, όποιος δεν υποστηρίζει αυτές τις αφηγήσεις έχει χαρακτηριστεί «προδότης» ή «δυτικός πράκτορας» στον επίσημο πολιτικό λόγο.

Σε ένα άρθρο της Informer με τίτλο «Αποκαλύφθηκαν! Αυτή είναι πολιτική αποκλεισμού: Κατηγορούν τη Σερβία για ανύπαρκτη γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα», οι φοιτητές κατηγορήθηκαν ότι «συμφωνούν με τις κατηγορίες που χαρακτηρίζουν τους Σέρβους ως γενοκτονικό έθνος». Αυτή η ρητορική επιχειρεί να μετατοπίσει την προσοχή από τα αιτήματα για εκδημοκρατισμό σε ένα εθνικό ζήτημα, δημιουργώντας την εντύπωση ότι οι διαμαρτυρίες έχουν «αντισερβική ατζέντα». Με αυτόν τον τρόπο, η πολιτική αντίσταση ποινικοποιείται μέσω της χειραγώγησης ενός από τα πιο συναισθηματικά φορτισμένα ζητήματα στη δημόσια σφαίρα.

Μια παρόμοια ρητορική χρησιμοποιείται από την πύλη Vaseljenska στο άρθρο «Οι αποκλείοντες θέλουν να ανακηρύξουν τους Σέρβους ως γενοκτονικό έθνος: Εκλογές, μετά κυβέρνηση που θα αναγνωρίσει τη γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα». Οι δηλώσεις αυτές απουσιάζουν από τα επίσημα αιτήματα των οργανωτών, αλλά ο ρόλος τους είναι ξεκάθαρος: η δυσφήμηση των διαδηλωτών με τη συσχέτισή τους με υποτιθέμενα σχέδια για την «προδοσία των εθνικών συμφερόντων». Έτσι, η κυβέρνηση κατασκευάζει μια αφήγηση, στην οποία οι φοιτητές δεν είναι απλώς «χούλιγκαν», αλλά και φορείς επικίνδυνων ιδεολογικών και πολιτικών έργων.

Ρητορική εναντίον αντικειμενικών γεγονότων

Μακροπρόθεσμα, αυτές οι πρακτικές οδηγούν στην εδραίωση απολυταρχικών μοτίβων διακυβέρνησης. Όταν κάθε κριτική προς τους αντιπροσώπους του καθεστώτος χαρακτηρίζεται «προδοσία» ή «τρομοκρατία», ο χώρος για δημοκρατικό διάλογο εξαφανίζεται. Αυτό όχι μόνο ποινικοποιεί τις διαδηλώσεις, αλλά και υπονομεύει τις βασικές αξίες στις οποίες έχουν χτιστεί οι σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες.

Η παρούσα ανάλυση των αφηγήσεων των ΜΜΕ σχετικά με τις διαδηλώσεις Βίντοβνταν αποδεικνύει ότι τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ δρουν ως μηχανισμός προπαγάνδας, pτου οποίου ο βασικός ρόλος είναι η διατήρηση της πολιτικής ισχύος, όχι η ενημέρωση του κοινού. Μέσω της διάδοσης μιας διαστρεβλωμένης αντίληψης για την πολιτική αντίσταση, της κατασκευής σεναρίων βίας και της επινόησης ξένων εχθρών, οι Αρχές καταφέρνουν να απονομιμοποιήσουν τα βάσιμα κοινωνικά αιτήματα και να δικαιολογήσουν τα κατασταλτικά μέτρα. Μια τέτοια στρατηγική μπορεί να σταθεροποιήσει το καθεστώς βραχυπρόθεσμα, αλλά μακροπρόθεσμα υπονομεύει τα θεμέλια της δημοκρατίας και οδηγεί σε περαιτέρω πολιτικές και κοινωνικές κρίσεις.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.