Μια ουκρανική ιστορία αγάπης εν καιρώ πολέμου

 

Ukraine_War

Πηγή: VO “Svoboda”, War in Donbass, 12/06/2014, Wikipedia Commons. Άδεια: (CC BY 3.0.)

Αυτό το κείμενο αποτελεί μέρος μιας σειράς δοκιμίων και άρθρων, που γράφτηκαν από Ουκρανούς καλλιτέχνες, οι οποίοι αποφάσισαν να παραμείνουν στην Ουκρανία μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στις 24 Φεβρουαρίου 2022. Η σειρά παράγεται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Folkowisko/Rozstaje art χάρη στην συγχρηματοδότηση των κυβερνήσεων της Τσεχίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Σλοβακίας μέσω επιχορήγησης από το Διεθνές Ταμείο Visegrad. Ο σκοπός του Ταμείου είναι η προώθηση ιδεών για βιώσιμη περιφερειακή συνεργασία στην Κεντρική Ευρώπη.

Ήταν η πρώτη επέτειος από τον ακούσιο χωρισμό μου από τον άντρα μου. Έχει περάσει πάνω από ένας χρόνος από την έναρξη του πολέμου πλήρους κλίμακας της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και, στις πρώτες ημέρες του Μαρτίου 2022, ο άντρας μου Serhiy, όπως χιλιάδες άλλοι άντρες, έφυγε για την πρώτη γραμμή.

Προσπαθώ να θυμηθώ τουλάχιστον κάτι από την ζωή μου πριν από εκείνον τον Φεβρουάριο. ‘Οπως τότε που χορεύαμε αργά στην κουζίνα μεγάλα μελαγχολικά τραγούδια. Το πρωί της 24ης  Φεβρουαρίου, εμείς δεν σχεδιάζαμε να πάμε στον πόλεμο, αλλά σε μάθημα παραδοσιακού χορού. Εμείς μαθαίναμε να χορεύουμε πόλκα.

Οι αναμνήσεις χάνονται, όμως, πέφτουν στο κενό. Μπορώ να φέρω στο μυαλό μου εκείνη την πρώτη διαβόητη νύχτα. Εμείς ξαπλωμένοι στο πάτωμα και άγρυπνοι. Λίγες ώρες αργότερα, ήρθε το πρωινό της 24ης Φεβρουαρίου.

Ο άντρας μου, όπως δεκάδες χιλιάδες άλλοι, δεν είναι επαγγελματίας στρατιώτης. Δεν είχε υπηρετήσει ποτέ στον στρατό ούτε είχε κρατήσει  όπλο. Έπαιζε κιθάρα. Έγραφε τραγούδια. Οργάνωνε συναυλίες τα ζεστά αυγουστιάτικα βράδια στις όχθες του ποταμού Ντέσνα κοντά στο Τσερνίχιβ. Τις καθημερινές δούλευε ως προγραμματιστής. Κέρδιζε αρκετά, αν και εκείνος δεν χρειαζόταν πολλά πέρα από καινούριες χορδές για την κιθάρα του.

Είχαμε αρκετά λεφτά για να φύγουμε για την Ευρωπαική Ένωση πριν την εισβολή, αλλά δεν το σκεφτήκαμε καν. Το μόνο πράγμα που ζητήσαμε ήταν να κρατήσει πολύ η νύχτα πριν από την τελευταία αυγή.

Κατά τον τρίτο μήνα του πολέμου, στα τέλη Μαΐου, δεν μπορούσα να αντέξω άλλο τον χωρισμό. Εκείνος βρισκόταν στην περιοχή Λουχάνσκ, όπου οι μάχες μαίνονταν ασταμάτητα. Όλο και πιο συχνά, ο άντρας μου ήταν άφαντος πέρα από κάθε δυνατότητα επικοινωνίας. Μερικές φορές, κατάφερνε να τηλεφωνήσει μια φορά την εβδομάδα ή να στέλνει ένα σύντομο μήνυμα: «Είμαι καλά, εσύ πώς είσαι;».

Ένα πρωινό, ξύπνησα και κατάλαβα ότι έπρεπε να πάω σε αυτόν χωρίς καμία παραπάνω καθυστέρηση. Έπρεπε να έχω τον άντρα μου πίσω, έστω για ένα λεπτό.

Πήρα το νυχτερινό τραίνο και έφτασα στην πόλη Ντνίπρο, είναι ο πλησιέστερος σιδηροδρομικός σταθμός στην γραμμή του μετώπου. Ένα αυτοκίνητο με περίμενε ήδη στον σταθμό. Και από μέσα βγήκε μια νυσταγμένη Όλια. Ήταν κοντή και γεροδεμένη με καλοσυνάτα μάτια. Είχε οργανώσει το ταξίδι μου για εμένα. Εάν έπρεπε να πάω να δω τον άντρα μου στην κόλαση, αυτή σίγουρα θα έβρισκε τον δρόμο για να βγω ή τον δρόμο για να μπω. Η Όλια με βοήθησε, γιατί βοηθάει όποιον έχει ανάγκη. Όπως όλοι μας φέτος.

Η Όλια, με τον δικό της μαγικό τρόπο κατάφερε να μου βρεί ένα αμάξι. Κανόνισε για εμένα να έχω οδηγό τον Κ. Είναι στην ηλικία μου. Βρίσκεται στην Ανατολή από τότε που ήταν 17 χρονών. Και οι ιστορίες του είναι όλες για πολεμικές περιπέτειες. Η αγαπημένη μου είναι με το έξυπνο αμάξι του, που σταμάτησε για να του θυμίσει ότι χρειαζόταν συντήρηση στην μέση της βιομηχανικής ζώνης της Αβντίβκα, ενώ ένα εχθρικό άρμα είχε στραμμένη την κάννη του πάνω τους. Από εκεί απέκτησε τις τρελές οδηγικές του δεξιότητες.

Στην είσοδο της περιοχής Ντονέτσκ, άλλαξα αμάξι και μπήκα σε εκείνο του στρατιωτικού οδηγού. Στο μυαλό μου, αποκαλώ τον νέο μου οδηγό «Πατέρα». Κατά την διάρκεια όλης της διαδρομής, καπνίζαμε και μιλούσαμε.

Του είπα ότι στην αρχή του ολοκληρωτικού πολέμου, είχαμε αρκετά χρήματα να εγκατασταθούμε κάπου στα Καρπάθια. Δεν θα άφηνα τον άντρα μου να βγει έξω για να τον σώσω από την κλήση της επιστράτευσης, το εισιτήριο για το μέτωπο.

«Εγώ έχω τέσσερα παιδιά και μου επιτρέπεται να φύγω. Επίσης θα μπορούσα να κάθομαι κάπου σε κάποια ακτή τώρα, να πίνω ιταλική μπύρα και να ανησυχώ για την χώρα μου». Οι συμπολεμιστές μου θα με φώναζαν ζητώντας μου να φέρω προμήθειες και εγώ θα βουτούσα τα πόδια μου μέσα στο αλμυρό νερό λέγοντας: «Περιμένετε, παιδιά, είμαι πάρα πολύ απασχολημένος τώρα, αλλά θα βάλω τα δυνατά μου να βοηθήσω».

Γελάσαμε δυνατά.

«Και γιατί δεν το έκανες;», τον ρώτησα. «Γιατί δεν είσαι στην ακτή; Νιώθεις ότι σε καλεί το καθήκον;».

«Τι εννοείς! Έχω τέσσερα παιδιά. Εδώ κάνω διακοπές!».

Και ξαναγελάσαμε.

Ήμουν φοβισμένη. Σκεφτόμουν τους τρεις μήνες του χωρισμού. Από τότε που ήμασταν μαζί, δεν είχαμε ποτέ χωριστεί για διάστημα μεγαλύτερο της μιας εβδομάδας. Είναι ο καλύτερός μου φίλος, ο αναγνώστης μου, ο επιμελητής μου, ο δάσκαλός μου και ο καλύτερος παραμυθάς πριν από τον ύπνο.

«Νιώθω αγχωμένη. Πες μου μια ιστορία», είπα στον άντρα μου.

«Μια φορά και έναν καιρό, επικρατούσε μεγάλη δυστυχία. Είχε εγκατασταθεί στα σπίτια των ανθρώπων μετά τον Μεγάλο Πόλεμο».

«Εννοείς  σπουδαίο ή μεγάλο;».

«Ακούς την ιστορία ή όχι;».

Φτάσαμε και τελικά τον είδα. Είναι μαυρισμένος, σκελετωμένος, σχεδόν διάφανος, αξύριστος και βρώμικος. Τελικά τον σφίγγω στην αγκαλιά μου όπως ένα μαξιλάρι. Δεν έχω λογια. Ουρλιάζω, τον νιώθω να τρέμει. Βλέπω πως είναι εξαντλημένος και μπερδεμένος.

Για πρώτη φορά στους τρεις μήνες, κοιμήθηκα χωρίς να κλαίω στον ύπνο μου. Ευχηθήκαμε να ‘χουμε μια στιγμή, αλλά είχαμε ολόκληρη την ημέρα και την νύχτα. Την επόμενη ημέρα, ο άντρας μου επέστρεψε στο μέτωπο.

Ο Serhiy ήταν αληθινός. Ξαπλώνουμε πάνω στα πτυσσόμενα καθίσματα του πράσινου σοβιετικής εποχής Zaporozhets, του αυτοκινήτου του τάγματος, που μας είχε παραχωρηθεί για την νύχτα. Είχαμε στρατιωτικούς υπνόσκακους και σακίδια κάτω από τα κεφάλια μας. Του άντρα μου το υποπολυβόλο και το πολυβόλο είναι στο πορτμπαγκάζ. Ο ανατολικός ουρανός είναι μαύρος και διάτρητος. Μπορούμε να ακούσουμε τις απομακρυσμένες εκρήξεις, τις ριπές από τα αυτόματα όπλα και τους κυλιόμενους βρόντους της καταιγίδας. Είμαι πολύ χαρούμενη. Εύχομαι μια ρουκέτα να χτυπούσε το αμάξι και αυτό να ήταν το τέλος της ιστορίας μας.

Το πρωινό ήταν απίστευτα λαμπερό, σχεδόν εκτυφλωτικό. Έχω ένα ψωμάκι δεμένο με κορδέλα για πρωινό και ένα πλαστικό ποτήρι γεμάτο με καφέ δίπλα μου. Έλιωνε από το καυτό νερό. Ήταν ο πιο νόστιμος καφές και ψωμάκι της ζωής μου. Απλά καθίσαμε εκεί και μιλήσαμε για τα πάντα. Για την στέπα, για τους συγγραφείς, για τον Κρόνο, για τον πόνο, για την κούρασή του, για τον θυμό και το μίσος. Ο Serhiy μου είπε ότι δεν θα μπορούσε να αντέξει εκεί άλλο πια. Εγώ του είπα ότι τον αγαπούσα και ότι πάντα θα στεκόμουν στο πλευρό του.

Ήταν η πιο ευτυχισμένη ημέρα της ζωής μου και κράτησε ένα λεπτό. Εκείνος έπρεπε να επιστρέψει. Αγκάλιασα τον άντρα μου και δεν μπορούσα να φανταστώ να αφήνω τα χέρια μου. Ούρλιαξα από μέσα μου.

Στον δρόμο για την επιστροφή μου, επέλεξα τον αγαπημένο μου δρόμο: σκαρφαλώνει και κατεβαίνει τους λόφους. Πίσω μου αφήνω τους σωρούς της σκουριάς, το χαμηλό χορτάρι, τον ξηρό αέρα και τα γαλάζια σύννεφα της καταιγίδας. Μοναχικές καφετέριες βρίσκονται στις άκρες του δρόμου. Οι επισκέπτες είναι όλοι στρατιωτικό προσωπικό. Η σερβιτόρα, με χτένισμα αλά Έιμι Γουαινχάουζ και ίδιο eyeliner, γνωρίζει τους πάντες εκεί. Όταν τελείωσα τον πουρέ πατάτας και το γκούλας, την ρώτησα πόσα έπρεπε να πληρώσω. Μου απάντησε ότι τα αγόρια είχαν πληρωσει ήδη για εμένα. «Είναι πολύ καλοί», είπε.

Έναν μήνα μετά, πήρα ένα ακόμα ρίσκο και επισκέφτηκα. Ήμουν χαρούμενη να έχω τουλάχιστον τρία λεπτά. Η μονάδα του άντρα μου έχει από τότε μετακινηθεί στην πρώτη γραμμή για ενίσχυση. Δεν είμαι σίγουρη αν καταφέρω να φτάσω εκεί. Αλλά θα προσπαθήσουμε.

Δεν ενοχλώ πια την Όλια. Ακριβώς μπροστά από τον σταθμό του Ντνίπρο, πήδηξα σε ένα λεωφορειάκι για χίλια γρίβνια (περίπου 27 δολάρια) και κατευθύνθηκα προς το μέτωπο. Οι ντόπιοι συζητούσαν ποια φυτά είχαν καταστραφεί στους κήπους τους. Ο δρόμος ήταν καλυμμένος με σκόνη, όπως στην έρημο. Περάσαμε μια σειρά από σημεία ελέγχου. Για κάποιον λόγο, ο οδηγός δεν έκλεισε το παράθυρο και έπρεπε να σκουπίζω την άμμο από τα μάτια μου. Όλοι έβηχαν.

Και τελικά, βλέπω τον άντρα μου. Στέκεται απέναντι στον δρόμο και εγώ τρέχω κατά πάνω του. Μιλάμε, πάντα μιλάμε.Και τώρα έχουμε να πούμε τόσα ο ένας στον άλλον. Ακόμα και τα βιβλία να ξαναδιηγηθούμε. Ο Serhiy κατάφερε να ξαναδιαβάσει την νουβέλα του Τζόζεφ Χέλερ «Catch-22» και τώρα καταλαβαίνει απόλυτα τον  Yossarian, τον κύριο χαρακτήρα που υπηρέτησε στον  αμερικάνικο στρατό κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Αργά το απόγευμα, ο Serhiy πρέπει να φύγει για νέα τοποθεσία. Δεν μπορώ να πάω μαζί του, αλλά μπορώ να τον ακολουθήσω. Εκείνο το βράδυ, κατορθώσαμε να συναντηθούμε στο χωριό που η μονάδα παρέμεινε για τη νύχτα. Ξαπλώσαμε μαζί μέχρι την ανατολή μέσα στο ψηλό χορτάρι και καπνίσαμε.

Όταν ειδωθήκαμε, μιλήσαμε για το διάστημα και για το τι θα κάναμε όταν θα βγαίναμε από αυτόν τον πόλεμο. Μιλήσαμε για τον Κρόνο και για τους δακτυλίους του. Έναν μήνα μετά, τον Οκτώβρη, ο άντρας μου χτυπήθηκε από ένα τεθωρακισμένο όχημα μεταφοράς προσωπικού (APC). «Όχι APC, αλλά IFM M113. Eίναι το ελαφρύ», με διορθώνει ο άντρας μου.

Δεν είχε σημασία. Έπρεπε να μείνει ολόκληρο τον μήνα στο σπίτι για θεραπεία και κοιτούσαμε τους υπέροχους δακτύλιους του Κρόνου από το τηλεσκόπιό του. Καθώς στεκόμασταν, ακίνητοι, πάνω σε ένα στίγμα σκόνης, που αιωρούνταν από τις ηλιακές ακτίνες, σκέφτηκα σοβαρά να τον σπρώξω κάτω από τις σκάλες, ώστε ο Serhiy να μπορούσε να παραμείνει μαζί μου όσο το δυνατόν περισσότερο. Ίσως ο κόσμος μπορεί να σωθεί και χωρίς εμάς.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.