
Μια αναπαραγωγή της κρεμαστής μάσκας της Ιγιόμπα, της Μητέρας Βασίλισσας Έντο της Νιγηρίας, η οποία χρονολογείται από τον 16ο αιώνα. Η μάσκα αυτή επιλέχθηκε ως σύμβολο του FESTAC 77, το δεύτερο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Μαύρων και Αφρικανικών Τεχνών και Πολιτισμού που έλαβε χώρα το 1977 στο Λάγος της Νιγηρίας. Η εικόνα δωρίστηκε στο Wikimedia Commons ως μέρος μιας πρωτοβουλίας του Metropolitan Museum of Art. (CC0 1.0)
Το κείμενο αυτό, που δημοσιεύτηκε αρχικά από το Yaba Left, αναδημοσιεύεται εδώ με την απαραίτητη άδεια.
Από την ίδρυσή του, το Λάγος επιβάλλεται ως η πολιτιστική πρωτεύουσα της Νιγηρίας. Λαμβάνοντας υπόψη τη θέση του κοντά στη θάλασσα και τη λειτουργία του ως κέντρο πολιτικής εξουσίας κατά την αποικιακή και μεταποικιακή εποχή, ήταν αναμενόμενο ότι η πόλη θα αναπτυσσόταν και θα αποκτούσε το αληθινό της κοσμοπολίτικο πρόσωπο: έναν τόπο όπου οι άνθρωποι, οι ιδέες και οι πολιτισμοί βρίσκονται σε διαρκή αλληλεπίδραση.
Οι αναφορές της αποικιοκρατίας για τις μουσικές μορφές που προϋπήρχαν είναι είτε λιγοστές είτε γραμμένες με προχειρότητα. Η μοναδική ομαλή ροή πληροφοριών προκύπτει από τις ανταλλαγές ανάμεσα σε Δυτικούς ναυτικούς και τους προγόνους μας, επιτρέποντας την είσοδο οργάνων όπως οι κιθάρες ή τα πνευστά στη δική μας μουσική και κουλτούρα.
Η γνώση μας για τις ρίζες αυτής της μουσικής κουλτούρας παραμένει σε αρχικό στάδιο, καθώς η συνεχής της αλλαγή είναι μια παράδοση παλαιότερη από την εμφάνιση της τεχνολογίας. Πρωτογενείς μουσικές φόρμες όπως οι sakara, asiko, apala και agidigbo εξακολουθούν να υπάρχουν σήμερα, παιγμένες από ηλικιωμένους και γηραιούς μουσικούς που συχνά τις κληροδοτούν από γενιά σε γενιά. Ωστόσο, οι μουσικές highlife και juju έχουν μελετηθεί και τεκμηριωθεί σε βάθος, επειδή έφτασαν στο υψηλότερο σημείο της δημοτικότητάς τους σε μια κομβική περίοδο της μεταποικιακής ιστορίας, μια εποχή ανεξέλεγκτης αισιοδοξίας, και επειδή ήταν επίσης καταγεγραμμένες με τη χρήση τεχνολογικών μέσων.
Η γέννηση της νυχτερινής ζωής στο Λάγος κατά την αποικιακή περίοδο

Η συνοικία Κάμπος, στο κέντρο του Λάγος, την πολιτιστική και οικονομική πρωτεύουσα της Νιγηρίας, ήταν ο τόπος διαμονής απελεύθερων σκλάβων που γύρισαν από τη Βραζιλία στην Αφρική, φέρνοντας μαζί τους πορτογαλικά ονόματα και τη χριστιανική θρησκεία. Σήμερα, η περιοχή αποτελεί μια ζωντανή, εμπορική και ιδιαίτερα κοσμική περιοχή της πόλης. Πηγή εικόνας: Carsten ten Brink, 11 Νοεμβρίου 2018 (CC BY-NC-ND 2.0).
Στα τέλη της δεκαετίας του '40, με την έντονη αποικιακή παρουσία στο Λάγος, η πόλη έμοιαζε με οποιαδήποτε ευρωπαϊκή πόλη με μια ακμάζουσα νυχτερινή ζωή. Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ντόπιων και των Ευρωπαίων είχαν ως αποτέλεσμα την υιοθέτηση της κουλτούρας των τελευταίων. Τα νυχτερινά κέντρα του Λάγος ήταν δυναμικά και συνώνυμα του κέρδους για τους διάφορους παράγοντες του οικοσυστήματός τους (μουσικούς, συγκροτήματα, διοργανωτές, εστιάτορες και εμπόρους ναρκωτικών), που επέτρεπαν την ομαλή λειτουργία του.

Ο Bobby Benson (11 Απριλίου 1922 – 14 Μαΐου 1983) ήταν Νιγηριανός καλλιτέχνης και μουσικός. Πηγή εικόνας: Aymatth2 μέσω Wikimedia Commons
Πολλές αναφορές γίνονται στο Caban Bamboo, ένα νυχτερινό μαγαζί που ανήκε στον Bobby Benson, έναν οραματιστή επιχειρηματία και ιμπρεσάριο. Εκείνος και η σύζυγός του, Cassandra, διεύθυναν έναν θίασο, που παρείχε τη νυχτερινή ψυχαγωγία. Ο Benson ίδρυσε επίσης την Jazz Orchestra Band, η οποία αργότερα έγινε σχολή και μέντορας για τους κορυφαίους highlife μουσικούς της Νιγηρίας. Εκείνη την εποχή, το συγκρότημα έπαιζε χορευτική μουσική για τους εκλεκτούς πελάτες του: φοξ-τροτ, τσα-τσα και σουίνγκ. Έπαιζαν και ντόπια κομμάτια.
Μόλις τη δεκαετία του '50 έφτασε στη Νιγηρία μέσω της Γκάνας ένα νέο μουσικό ρεύμα. Κομβική ήταν η συχνά αναφερόμενη περιοδεία στη Δυτική Αφρική του Γκανέζου τρομπετίστα E.T Mensah και της Tempos Band, η οποία αποκάλυψε στους Νιγηριανούς μουσικούς τις δυνατότητες του συνδυασμού αφρικανικών ρυθμών με δυτικά μουσικά όργανα. Υπάρχουν επίσης μαρτυρίες για ένα ταξίδι του Bobby Benson και του συγκροτήματός του στην Γκάνα για εμφανίσεις. Οι καταβολές του ονόματος «highlife» από την Γκάνα υποδεικνύουν ότι το είδος καθιερώθηκε εκεί πρώτα.
Είναι αξιοσημείωτο από εκείνη την περίοδο ότι, καθώς η Νιγηρία πλησίαζε στην ανεξαρτησία, η μουσική highlife κέρδιζε διαρκώς σε δημοτικότητα. Τα νυχτερινά κέντρα και τα ξενοδοχεία φιλοξενούσαν συνήθως μόνιμα συγκροτήματα που έπαιζαν τις περισσότερες νύχτες της εβδομάδας και το Σαββατόβραδο. Οι τελευταίες Παρασκευές του μήνα ήταν ιδιαίτερα σημαντικές.
Οι μουσικοί των συγκροτημάτων φορούσαν τα καλύτερα τους κοστούμια και έδιναν τον τόνο στους δημοφιλείς χώρους της πόλης, όπως το Caban Bamboo του Bobby Benson, το Gondola Bar (το οποίο συνεχίζει να λειτουργεί, παρά τις αλλαγές σε ονομασία και ιδιοκτησία) και το Ambassador Hotel. Οι δύο τελευταίοι βρίσκονταν στην περιοχή Yaba και ανήκαν σε έναν Λιβανέζο.
Πολλοί από αυτούς τους χώρους και τις αίθουσες συναυλιών έχουν σήμερα χαθεί, μετατρεπόμενοι σε κατοικίες και εκκλησιαστικές αίθουσες. Ο καιρός που οι ευρύχωρες αίθουσές τους ήταν συνώνυμες με χορό, μουσική και ερωτικές συνευρέσεις έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Οι highlife μουσικοί ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς στις γυναίκες, με τις τελευταίες να διαδραματίζουν έναν ανεκτίμητο ρόλο σε αυτό το μουσικό είδος, ειδικά ως μούσες και πηγή έμπνευσης για τους μουσικούς. Έρχονται στο μυαλό τραγούδια όπως το «Sawale» του Rex Lawson, ένα χιουμοριστικό χορευτικό κομμάτι που χρησιμοποιούσε την αργκό «waka waka baby» για να αναφερθεί στις εκδιδόμενες γυναίκες της εποχής. Αρκετές δεκαετίες αργότερα, ο Flavour N'bania αναβίωσε αυτόν τον όρο στο ρυθμικό του χιτ με τίτλο «Nwa Baby (Ashawo Remix)».
Η χρυσή εποχή: Δεκαετία του '60
Η Χρυσή εποχή του '60 συνδυάζει τη νοσταλγική ανάμνηση μιας εποχής ανεξαρτησίας και εθνικής αισιοδοξίας με την πολύ δημοφιλή χορευτική μουσική highlife. Η highlife παραγκωνίζει την calipso, τους χορούς αίθουσας, το σουίνγκ και το τσα-τσα και γίνεται η μουσική ταυτότητα της εποχής.

Εξώφυλλο άλμπουμ του Roy Chicago (1931-1989) “Highlife Series”.
Σε όλη τη Νιγηρία, η μουσική παιζόταν σε ξενοδοχεία και νυχτερινά κέντρα μέχρι αργά το βράδυ. Χαρισματικοί μαέστροι με περίπλοκα ονόματα συγκροτημάτων μεσουρανούσαν. Ο Roy Chicago (John Akintola Ademuwagun) και οι Rythm Dandies. Ο Victor Olaiya και οι Cool Cats. Ο Fela Ransome-Kuti και οι Koola Lobitos. Ο Rex Lawson και His Mayor’s Band. Ο Chris Ajilo και οι Cubanos. Δυστυχώς, αυτή η αισιοδοξία δεν κράτησε πολύ. Η νεοσύστατη δημοκρατία βυθίστηκε στο χάος, οδηγώντας σε έναν εμφύλιο πόλεμο που άφησε πίσω του εκατομμύρια εκτοπισμένους και νεκρούς.

Το ‘Papingo Davalaya’, άλμπουμ του Victor Olaiya (1930-2020), κυκλοφόρησε το 1986 από την Premier Records.
Αμέσως μετά τον Πόλεμο της Μπιάφρα, η δημοτικότητα της highlife αρχίζει να υποχωρεί. Ένας μεγάλος αριθμός μουσικών της προερχόταν από την ανατολική πλευρά της χώρας και ο πόλεμος τους ανάγκασε να μετακινηθούν από τη Νιγηρία στην επικράτεια της Μπιάφρα, η οποία αυτοανακηρύχθηκε ανεξάρτητη από τη Νιγηρία από το 1967 έως το 1970. Αξίζει επίσης να σημειωθεί η άνοδος της αμερικανικής soul και funk μουσικής, καθώς και οι αυξανόμενες ανησυχίες για την ασφάλεια που επηρέασαν αρνητικά τη νυχτερινή ζωή και τις εξόδους.
Η μουσική juju, μια παραλλαγή της highlife «Palm-wine», κερδίζει δημοτικότητα στη νοτιοδυτική Νιγηρία. Αποτελούμενη από πολλούς μουσικούς που παίζουν κιθάρα και συνοδευόμενη από συναρπαστικές αρμονίες, το υποείδος γίνεται γρήγορα δημοφιλές στην ελίτ των Γιορούμπα που αγαπούσε τα πάρτι.

Ο King Sunny Ade (κατά κόσμον Sunday Adeniyi Adegeye), Νιγηριανός τραγουδιστής, συνθέτης και πολυοργανίστας της μουσικής jùjú. Εικόνα: master_xpo μέσω Wikimedia Commons, 12 Σεπτεμβρίου 2005 (CC BY 2.0).
Ανεξάρτητα από τον αργό ρυθμό με τον οποίο η juju κάλυψε το κενό που άφησε η μουσική apala (μουσικό είδος της δεκαετίας του '30, βασισμένο σε κρουστά, με καταγωγή από τον λαό Γιορούμπα της νοτιοδυτικής Νιγηρίας), ο αντίκτυπος βιρτουόζων καλλιτεχνών όπως ο τυφλός μουσικός Kokoro (Omoba Benjamin Aderounmu), ο Tunde King, ο Avinde Bakare, ο Ojoge Daniels, ο JO Araba, και ο IK Dairo έγινε πλήρως αισθητός μόνο με την κυριαρχία δύο μουσικών: του Chief Commander Ebenezer Obey και του King Sunny Adé.
Η αναγέννηση του Παναφρικανισμού κατά τη δεκαετία του '70
Πολλά υβριδικά είδη όπως η Afro-rock, η Afro-soul και η Afro-funk γίνονται επίσης δημοφιλή στους νεότερους. Η δεκαετία του 1970 καθορίζεται από την πετρελαϊκή έκρηξη στη Νιγηρία και η χώρα, που μόλις είχε υποστεί μια μεγάλη κρίση μετά από έναν εμφύλιο πόλεμο σχεδόν τριών ετών, επιδεικνύει ανθεκτικότητα στις προσπάθειές της να υιοθετήσει μια χαρούμενη διάθεση και να προχωρήσει.
Το 1977, η Νιγηρία φιλοξενεί το δεύτερο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Μαύρων και Αφρικανικών Τεχνών και Πολιτισμού (FESTAC). Καλλιτέχνες διεθνούς φήμης συγκεντρώνονται στο Λάγος, μεταξύ άλλων ο Stevie Wonder και ο James Brown.

Το τραγούδι «Sorrow Tears And Blood» του Fela Anikulapo-Kuti
Ο Fela Anikulapo-Kuti, ο οποίος αρχικά ήταν μέλος της επιτροπής του FESTAC, μποϊκοτάρει το πρόγραμμα. Ωστόσο, το κλαμπ του, το Afrika Shrine, γίνεται βασικό σημείο συνάντησης για τους μουσικούς από όλο τον κόσμο που ήρθαν στο Λάγος με έξοδα του FESTAC.
Το αγαπημένο μουσικό είδος του Fela Kuti, η Afrobeat, κυριαρχεί στους δρόμους του Λάγος, παρά τους εμπρηστικούς στίχους του που τον έφεραν σε ρήξη με την πολιτική τάξη. Το Afrika Shrine, τόσο νυχτερινό κέντρο όσο και πνευματικό κέντρο του Παναφρικανισμού, προσθέτει μια μοναδική διάσταση στη νυχτερινή ζωή του Λάγος. Παρέχει ένα οικοσύστημα εστιατόρων, ντίλερ και πωλητών κάθε είδους.

Οι Lijadu Sisters (Taiwo και Kehinde Lijadu) στο Εθνικό Στάδιο της Νιγηρίας, στο Λάγος (1970). Εικόνα: Pade Aladi μέσω της ομάδας “The Lijadu Sisters” στο Facebook.
Η δεκαετία του '70 σημαδεύτηκε από δυναμικούς μουσικούς πειραματισμούς με καλλιτέχνες όπως ο Fela Kuti, ο Segun Bucknor, καθώς και οι Lijadu Sisters.
Το στυλ των μονοζυγωτικών διδύμων Lijadu Sisters είναι μια μείξη τζαζ, ρέγκε και του παραδοσιακότερου waka στιλ ερωταποκρίσεων με επωδούς. Η μουσική τους επιβλήθηκε, καθιστώντας τες γρήγορα πρωτοπόρες ανάμεσα στις γυναίκες μουσικούς που αμφισβήτησαν τα στερεότυπα της εποχής. Οι μουσικοί συχνά θεωρούνταν αργόσχολοι και αυτές οι προκαταλήψεις ήταν ιδιαίτερα σκληρές για τις γυναίκες.
Αναδυόμενη από ένα σκοτεινό αποικιακό παρελθόν, η νιγηριανή μουσική καθιερώθηκε στα μέσα του 20ού αιώνα, λάμποντας με την αυτοτέλειά της και ριζώνοντας γερά στην αναβίωση του Παναφρικανισμού της δεκαετίας του 1970. Αυτή η εξέλιξη σχεδιάστηκε, εκτελέστηκε και ολοκληρώθηκε επιτυχημένα στο Λάγος, την πολιτιστική πρωτεύουσα της Νιγηρίας.
Διαβάστε εδώ το δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου.






