Απλές, σπάνιες και θλιβερές — το βάρος των επετείων

Φωτογραφία από την Maria Carrasco στο Unsplash

Από τη Vaneisa Baksh

Το κείμενο αυτό είχε αρχικά δημοσιευτεί στο Wired868 και τώρα αναδημοσιεύεται στο Global Voices με την ευγενική άδεια της συγγραφέως.

Από όλες τις εορταστικές μέρες στο ημερολόγιό μας – και έχουμε τόσες πολλές – η μοναδική που έχει ατόφια σημασία για εμένα είναι η Μέρα του Παλιού Χρόνου.

Δεν έχει καμία σχέση με τις προσδοκίες κι ελπίδες που συνοδεύουν την έναρξη του νέου έτους. Πιστεύω πως η κάθε μέρα είναι μόνο 24 ώρες μακριά από την άλλη και το τι κάνουμε μέσα σε αυτήν εξαρτάται από εμάς: είτε να την προικίσουμε με υφή και ομορφιά ή πικρά να την αφήσουμε να πάει χαμένη.

Η ζωή έχει έναν τέτοιο τρόπο να είναι άναρχη και αυθαίρετη, μέρα με τη μέρα. Συχνά έπρεπε να συγκρατώ τον εαυτό μου από το να προειδοποιεί τους νέους πως τα ορόσημα των γενεθλίων – γλυκά 16, ενήλικα 18, φανταχτερά 21 – δεν φέρνουν τις δραματικές αλλαγές που υπόσχονται. Θα τους χαλούσα την ευτυχία.

Όχι, αυτό που έχω με τη Μέρα του Παλιού Χρόνου προέρχεται από μία γοητεία της παιδικής ηλικίας, μία απλή πράξη που μου ενέπνευσε την αίσθηση πως τα μαγικά πράγματα είναι δυνατά. Δεδομένου της φύσης μου, είναι μία παράδοξη θέση, που όμως παραμένει.

Όταν ήμασταν παιδιά – με τα ξαδέλφια μου να είμαστε μία μεγάλη οικογένεια – ζούσαμε στο δρόμο που ακόμη αποκαλώ σπίτι, ήταν παράδοση να χαιρετάμε τα μεσάνυχτα σε ένα σταυροδρόμι. Δεν μπορώ να ανακαλέσω τι κάναμε πριν, μα ακόμα νιώθω τον αυξανόμενο ενθουσιασμό στον αέρα καθώς η ώρα πλησίαζε.

Περίπου δέκα ή δεκαπέντε λεπτά πριν αυτή τη στιγμή, υπήρχε μία αναδυόμενη φασαρία από όλες τις πλευρές. Θείες και τα παιδιά τους θα περνούσαν από εδώ (δεν θυμάμαι θείους ως συμμετέχοντες) και μαζί βαδίζαμε προς το τέλος τους δρόμου.

Τεχνικά, μάλλον δεν ήταν σταυροδρόμι, καθώς η οδός Hollis διακοπτόταν από την εταιρεία παραγωγής μπισκότων Bermudez, το εργοστάσιο της οποίας ήταν κοντά στο τέλος του δρόμου, χωρίζοντάς το, έτσι ώστε δημιουργούνταν κάτι που έμοιαζε περισσότερο με σχήμα Τ παρά με πραγματικό σταυροδρόμι.

Παρόλ’ αυτά, εξυπηρετούσε τους σκοπούς μας, όλο το τσούρμο μας. Προφανώς, η τοποθέτηση του εαυτού σε τέτοιο ευνοϊκό σημείο την τελευταία μέρα του έτους τα μεσάνυχτα, σήμαινε πως οι ευχές θα πραγματοποιούνταν.

Έτσι κινούμασταν γοργά και με σκοπό προς τις εγκαταστάσεις της Bermudez, συναντώντας τους γείτονες με ενθουσιασμό σαν μία ομάδα παικτών με σίγουρα στοιχήματα. Και στεκόμασταν εκεί, γεμάτοι καλή θέληση και θερμές συνομιλίες περιμένοντας την ώρα να σημάνει μεσάνυχτα.

Κάποιος ξεκινούσε την αντίστροφη μέτρηση και όλοι συμμετείχαμε. Χωρίς μουσική, χωρίς πυροτεχνήματα, τίποτα παρά μία κοινότητα μαζεμένη με καλές προθέσεις.

Εκείνη τη στιγμή, έκλεινα τα μάτια μου σφιχτά και έκανα μια ευχή και, στη συνέχεια, υπήρχαν ίσως άλλα δέκα λεπτά κοινωνικοποίησης, μέχρι που τα σχόλια περί της ψύχρας του χριστουγεννιάτικου ανέμου – που τα έκανε κρύα – θύμιζαν στους γονείς πως τα παιδιά έπρεπε να απομακρυνθούν από την πάχνη.

Έτσι επιστρέφαμε σπίτι, με τις ενθουσιώδεις δρασκελιές τώρα να αντικαθίστανται από νωχελικά βήματα. Η ίδια χαλικώδης λωρίδα, που ήταν απότομη και καυτή κάτω από τα γυμνά μας πόδια τις μέρες των θελημάτων και παιχνιδιών, τώρα έπαιρνε μια αιθέρια λάμψη κάτω από το φεγγαρόφως και τα λαμπερά αστέρια, που έδιναν αξιοπρεπείς φιγούρες στα χαρακτηριστικά.

Ήμασταν ξυπόλητοι εκείνη τη στιγμή; Δεν μπορώ να θυμηθώ. Η μνήμη μου απλά αιωρείται στο έντονο συναίσθημα της παρουσίας κάτι θαυμαστού σε εκείνο το μισάωρο: τριάντα λεπτά ατόφιας μαγείας.

Εκείνη τη στιγμή μπορεί να είχαμε ή να μην είχαμε γευματίσει, μα υποθέτω πως, αφού ήμασταν τόσο άμαθοι στο να μένουμε ξύπνιοι ως αργά, μπορεί να είχαμε απλά πάει για ύπνο. Εν πάση περιπτώσει, το φαγητό μπορεί να ήταν φασόλια μαυρομάτικα με ρύζι, που ποτέ δεν ήταν από τ’ αγαπημένα μου, και το προηγούμενο γεύμα μπορεί να ήταν το αγαπημένο μου κοτόπουλο στον φούρνο με γέμιση και ψωμί.

Όλα τέλειωσαν όταν μετακομίσαμε όσο ήμουν ακόμα παιδί, μα οι αισθήσεις ποτέ δεν έφυγαν.

Μέχρι σήμερα, ποτέ δεν είχα ειλικρινά εμβαθύνει στον λόγο της σύνδεσής μου με τη Νύχτα του Παλιού Χρόνου και, εκ των υστέρων, θεωρώ πως κατέστρεψε όλες τις εμπειρίες που είχα αργότερα ως ενήλικας. Είναι απερίσκεπτο να δίνουμε τόση σημασία σε οποιαδήποτε στιγμή. Είναι απλά μη βιώσιμο.

Δεν είναι ότι όλοι οι εορτασμοί που ακολούθησαν απέτυχαν, ένας ή δύο μου έχουν μείνει, μα όχι λόγω της περίστασης. Είχαν την ίδια σημασία όπως κάθε άλλη νύχτα. Ωστόσο, τίποτα δε συγκρίνεται με την τερπνή αθωότητα της παιδικής ηλικίας και της ελευθερίας της φαντασίας.

Και ποια ήταν η ουσία της; Ήταν μια κοινότητα που ενωνόταν με ειρήνη και αρμονία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον της εργατικής τάξης, δεν υπήρχαν μαζώξεις στο σπίτι κανενός. Δεν μπαίναμε στα σπίτια. Με έστελναν να μοιράσω φρούτα και λαχανικά από τον κήπο του παππού μου φωνάζοντας στις αυλόπορτες με μία λεκάνη γεμάτη με οτιδήποτε ήταν εποχής και περίμενα να αδειάσει και το σκεύος να επιστραφεί.

Η ιδέα της σαμπάνιας, των πυροτεχνημάτων, των καπέλων πάρτυ και λαμπερών φορεμάτων ποτέ δεν είδαν τον δρόμο μας.

Ενώ για μένα, αντιπροσωπεύει μία αγνή, απλή, εποχή, νιώθω ότι δεν ήταν το ίδιο για πολλούς. Δεν είχα ιδέα ότι ήμασταν φτωχοί – ακόμη και τώρα, δεν την βλέπω ως εποχή στέρησης. Όλοι φορούσαν τα ίδια χακί παντελόνια. Μα τώρα έχω ακούσει ανθρώπους να λένε πως, όσο μεγάλωναν, ήθελαν να αφήσουν αυτές τις αναμνήσεις πίσω, να εξαφανίσουν τις αντιληπτές δυσκολίες στη λήθη.

Ίσως αυτό να εξηγεί την απόλαυση των φανταχτερών εορτασμών και τη φασαρία που πνίγει την ησυχία που περικυκλώνεται από κουρελιασμένες νύχτες, και τη ζοφερότητα που περνά απαρατήρητη από τα λαμπερά μου μάτια.

Ευτυχισμένος ο νέος χρόνος!

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.