
Εικόνα που δημιουργήθηκε μέσω CanvaPro.
Αυτό το άρθρο αποτελεί μέρος του έργου «Αφθονία πληροφοριών στη Νοτιοανατολική Ασία» του Εθνικού Πανεπιστημίου της Αυστραλίας. Η Irma Garnesia είναι βοηθός έρευνας, που εργάζεται στο ινδονησιακό κομμάτι.
Στην Ινδονησία, οι γυναίκες δημοσιογράφοι και ακτιβίστριες αντιμετωπίζουν αμείλικτες ψηφιακές επιθέσεις. Πολλές γυναίκες καταγγέλλουν παρενόχληση από πολιτικούς «βομβαρδιστές» (πληρωμένους διαδικτυακούς προπαγανδιστές) και «wibu» (φανατικούς θαυμαστές των άνιμε), έως θαυμαστές της K-pop και άτομα με αντίθετες πολιτικές απόψεις. Δημοσιογράφοι, συντάκτριες, ακτιβίστριες, δικηγόροι και υπερασπιστές των ψηφιακών δικαιωμάτων εξηγούν πώς έχει εξελιχθεί αυτή η βία τα τελευταία πέντε χρόνια και γιατί παραμένει ένα διαδεδομένο πρόβλημα.
Η Bunga (ψευδώνυμο) δεν περίμενε ποτέ ότι η παρουσίασή της σε ένα ιαπωνικό πολιτιστικό φεστιβάλ θα την έκανε στόχο. Η ομιλία της εξέτασε πώς τα ιαπωνικά κόμικς συχνά απεικονίζουν τις γυναίκες με υποτιμητικό τρόπο και πώς αυτές οι απεικονίσεις αντανακλούν τους πατριαρχικούς κανόνες της Ιαπωνίας. Στη συνέχεια, όμως, η παρουσίασή της έγινε viral στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι λάτρεις των άνιμε κατέκλυσαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσής της κατηγορώντας την ότι είναι «σκληροπυρηνική φεμινίστρια», που παρερμήνευε την ιαπωνική κουλτούρα.
Σύντομα, τα προσωπικά της στοιχεία διαδόθηκαν στο διαδίκτυο. Δημοσιοποιήθηκε η ταυτότητά της ως δημοσιογράφου γυναικείου περιοδικού, κυκλοφόρησαν οι φωτογραφίες της και τις επεξεργάστηκαν σε ομάδες του Discord. «Οι επιθέσεις δεν επέκριναν μόνο τη δουλειά μου», θυμήθηκε. «Με καταδίωξαν ως άτομο».
Η παρενόχληση την άφησε τραυματισμένη και φοβισμένη μήπως την αναγνωρίσουν δημόσια. «Τι θα γίνει αν με μαχαιρώσουν στα μέσα μαζικής μεταφοράς;» αστειεύτηκε, αν και το άγχος πίσω από τα λόγια της ήταν πραγματικό.
Η εμπειρία της Bunga δεν είναι μεμονωμένη. Η Kania, ανεξάρτητη δημοσιογράφος και ακτιβίστρια, αντιμετωπίζει συχνά διαδικτυακή παρενόχληση από πολιτικούς εκπροσώπους του πρώην προέδρου της Ινδονησίας, Τζόκο Γουιντόντο. Η Pipit δέχτηκε επίθεση από άτομα στο διαδίκτυο, επειδή επέκρινε την εθνική υπηρεσία ασφάλισης υγείας της Ινδονησίας. Εν τω μεταξύ, η Nala, μια ελέγκτρια γεγονότων, έγινε στόχος ομάδων κατά των εμβολίων εντός της Ινδονησίας.
Αυτές οι περιπτώσεις αποκαλύπτουν ένα μοτίβο έμφυλης ψηφιακής βίας, όπου η επαγγελματική κριτική θολώθηκε από προσωπικές επιθέσεις, που είχαν τις ρίζες τους στον μισογυνισμό.
Η κρυφή κλίμακα της κακοποίησης
Μεγάλο μέρος αυτής της βίας παραμένει αόρατο. Μια έρευνα του 2021 από το think tank PR2Media, στην οποία συμμετείχαν 1.256 γυναίκες δημοσιογράφοι, διαπίστωσε ότι το 85,7% είχε βιώσει κάποια μορφή βίας και το 70,1% δήλωσε ότι συνέβη τόσο στο διαδίκτυο όσο και εκτός διαδικτύου.
Το Δίκτυο Ελευθερίας Έκφρασης της Νοτιοανατολικής Ασίας (SAFEnet) έχει καταγράψει τα είδη ψηφιακής βίας, που στοχεύουν κυρίως γυναίκες δημοσιογράφους και ακτιβίστριες. Μπορεί να περιλαμβάνει doxxing, αποκάλυψη φύλου ή σεξουαλικότητας, διαδικτυακή επιτήρηση, χειραγώγηση φωτογραφιών, χακάρισμα λογαριασμών, επιθέσεις DDoS, όπου οι χρήστες υπερφορτώνουν σκόπιμα έναν διακομιστή για να καταστρέψουν έναν ιστότοπο, και συνεχή διαδικτυακή παρενόχληση.
Αυτά τα θύματα περιγράφουν όχι μόνο τις επιθέσεις, αλλά και πώς οι συνάδελφοί τους ή οι συντάκτες τους συχνά τις κατηγορούσαν ότι ήταν «υπερβολικά αντιδραστικές» ή «υπερβολικά συναισθηματικές» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όπως είπαν, η θεσμική προστασία ήταν ελάχιστη.
«Απλώς μου είπαν να μείνω μακριά από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για λίγο», είπε η Bunga. Ωστόσο, η παρενόχληση που δεχόταν είχε ήδη εξαπλωθεί σε κάθε πλατφόρμα που χρησιμοποιούσε.
Θεσμοί σε άμυνα
Ωστόσο, δεν είναι ότι τα ιδρύματα δεν θέλουν να προστατεύσουν τους εργαζομένους τους. Ακόμη και οι οργανισμοί ΜΜΕ που υποστηρίζουν την ισότητα των φύλων δεν είναι άτρωτοι. Η Magdalene, μια διαδικτυακή έκδοση που επικεντρώνεται στα δικαιώματα και την ποικιλομορφία των γυναικών στην Ινδονησία, αντιμετωπίζει καθημερινές διαδικτυακές αντιδράσεις και, τον Μάιο του 2020, υπέστη μια μαζική επίθεση DDoS, που κατέστρεψε τον ιστότοπό της.
Σύμφωνα με την Διευθύντρια Σύνταξης Purnama Ayu Rizky, το γραφείο σύνταξης εξακολουθεί να αναπτύσσει πρωτόκολλα ασφαλείας για την επιτόπια δημοσιογραφία, αν και ήδη διαθέτει πρωτόκολλα για την ψηφιακή ασφάλεια. «Συντονιζόμαστε με ομάδες όπως η Συμμαχία Ανεξάρτητων Δημοσιογράφων (AJI) και το Ινστιτούτο Νομικής Βοήθειας Τύπου (LBH Pers) εάν αντιμετωπίσουμε αντιδράσεις σχετικά με τα ρεπορτάζ μας».
Ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως η KONTRAS, οι οποίες χειρίζονται υποθέσεις ατιμωρησίας και κρατικής βίας, αντιμετωπίζουν παρόμοιο εκφοβισμό, από ψηφιακή παρακολούθηση έως ανώνυμη παρενόχληση. Η Vebrina Monicha, η οποία εργάζεται στο Νομικό Τμήμα της KONTRAS, εξήγησε ότι η έκθεση σε τέτοια πίεση έχει οδηγήσει ορισμένους υπαλλήλους να την ομαλοποιήσουν.
Πολλά ιδρύματα στην Ινδονησία έδιναν προτεραιότητα στις αντιδραστικές αντιδράσεις έναντι των μακροπρόθεσμων προστατευτικών μέτρων, ακόμη και μετά από πέντε χρόνια συνεχών ψηφιακών επιθέσεων. Επιπλέον, η ψηφιακή βία καθίσταται φυσιολογική και η ψηφιακή ασφάλεια μεταξύ δημοσιογράφων και ακτιβιστ(ρι)ών εξαρτάται συχνά από εξωτερικούς οργανισμούς όπως οι AJI, LBH Pers ή SAFEnet.
Κατακερματισμένα νομικά πλαίσια
Σύμφωνα με τη Siti Aminah Tardi, Εκτελεστική Διευθύντρια του Κέντρου Νομικών Πόρων της Ινδονησίας και πρώην επίτροπο στην Εθνική Επιτροπή για τη Βία κατά των Γυναικών (Komnas Perempuan), η βία κατά των γυναικών συνδυάζει ολοένα και περισσότερο στοιχεία τόσο στο διαδίκτυο όσο και εκτός διαδικτύου. «Η πανδημία [COVID-19] άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η κακοποίηση», εξήγησε. «Οι δράστες και τα θύματα μπορεί να μην συναντηθούν ποτέ αυτοπροσώπως, ωστόσο η βλάβη είναι βαθιά πραγματική».
Η έκθεση CATAHU του Komnas Perempuan για το 2024 κατέγραψε 330.097 κρούσματα έμφυλης βίας κατά των γυναικών, αύξηση 14% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ωστόσο, αυτά τα δεδομένα είναι πιθανώς χαμηλότερα από την πραγματική απεικόνιση. «Αυτή είναι η κορυφή του παγόβουνου», δήλωσε ο Bahrul Fuad, ο νυν επίτροπος του Komnas Perempuan.
Η Ινδονησία έχει θεσπίσει αρκετούς νόμους που αφορούν την ψηφιακή βία και τη βία με βάση το φύλο, ωστόσο η εφαρμογή της παραμένει αδύναμη. Η χώρα ψήφισε τον Νόμο περί Εγκλημάτων Σεξουαλικής Βίας (Νόμος TPKS) το 2022. Ο νόμος αναγνωρίζει επίσημα την Ηλεκτρονική Σεξουαλική Βία (KBSE), συμπεριλαμβανομένης της μη συναινετικής κοινοποίησης σεξουαλικού περιεχομένου και της ψηφιακής παρενόχλησης. Ο νόμος εγγυάται επίσης τα δικαιώματα των θυμάτων να διαγράφουν τα διαδικτυακά ίχνη, αν και η εφαρμογή έχει καθυστερήσει.
Εν τω μεταξύ, ο Νόμος για την Προστασία Προσωπικών Δεδομένων (PDP), ο οποίος αποσκοπεί στην προστασία της ιδιωτικής ζωής, εξακολουθεί να μην αντιμετωπίζει τα σώματα και τις εικόνες των γυναικών ως προσωπικά δεδομένα. Η Siti Tardi ανέφερε ότι κατά τη σύνταξη του PDP, η ψηφιακή βία, όπως τα deepfakes, οι τεχνητές φωτογραφίες ή βίντεο όπου η ομοιότητα ενός ατόμου επικαλύπτεται από ψεύτικο περιεχόμενο, δεν ήταν ευρέως γνωστή. Παρόλο που η ίδια η Komnas συνέχισε να υποστηρίζει ότι τα γυναικεία σώματα πρέπει να θεωρούνται προσωπικά δεδομένα, αυτό δεν έγινε δεκτό.
Ο παλαιότερος Νόμος περί Ηλεκτρονικών Πληροφοριών και Συναλλαγών (ITE) παραμένει προβληματικός, καθώς επικεντρώνεται στη μετάδοση πληροφοριών και όχι στην προστασία των θυμάτων και στην ίδια τη βία. «Οι Αρχές επιβολής του νόμου συχνά αρνούνται να χρησιμοποιήσουν τον Νόμο TPKS», εξήγησε η Siti, «υποστηρίζοντας, τι θα γινόταν αν η διανομή ήταν συναινετική. Αλλά πώς μπορούμε να το γνωρίζουμε αυτό αφού η εικόνα είναι ήδη εκεί έξω;»
Η Siti σημείωσε επίσης ότι δεν υπάρχει ακόμη ένας εδώ και καιρό υποσχεθείς κυβερνητικός μηχανισμός για την αφαίρεση επιβλαβούς περιεχομένου. «Το βασικό χαρακτηριστικό της διαδικτυακής βίας είναι η ταχύτητα», είπε. «Χωρίς ταχεία αντίδραση, τα θύματα μένουν εκτεθειμένα».
Πλατφόρμες που παραμένουν ανεξέλεγκτες
Επειδή η ψηφιακή βία εκτυλίσσεται στο διαδίκτυο, οι τεχνολογικές πλατφόρμες διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο, ωστόσο η λογοδοσία τους παραμένει ασαφής. Σύμφωνα με την εκτελεστική διευθύντρια του SAFEnet, Nenden S. Arum, οι παγκόσμιες εταιρείες τεχνολογίας συχνά «νίπτουν τας χείρας τους» από την ευθύνη, αναθέτοντας την εργασία ασφαλείας σε ομάδες της κοινωνίας των πολιτών. «Οι μηχανισμοί αναφοράς είναι αργοί και αναποτελεσματικοί», είπε. Αυτό είναι επικίνδυνο, καθώς το περιεχόμενο εξακολουθεί να εξαπλώνεται, ενώ η εποπτεία μπορεί να χρειαστεί χρόνο.
Η εποπτεία των πλατφορμών αντικατοπτρίζει επίσης την παγκόσμια πολιτική. Μετά την τελευταία άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στο αξίωμα, εταιρείες όπως η Meta και το Twitter (τώρα X) χαλάρωσαν τους κανόνες εποπτείας στο όνομα της «ελευθερίας του λόγου». Ο Nenden υποστήριξε ότι αυτή η μετατόπιση έχει ενθαρρύνει την διαδικτυακή παρενόχληση παγκοσμίως.
Για τη Νοτιοανατολική Ασία, το πρόβλημα είναι ακόμη βαθύτερο. Η πλατφόρμα μπορεί να μην έχει πολιτισμική κατανόηση της περιοχής. Πολλές ομάδες συντονισμού δεν κατανοούν πώς οι γυναίκες της Νοτιοανατολικής Ασίας βιώνουν διαφορετικά την ντροπή, τη σεμνότητα και την έκθεση. «Κοιτάξτε, φοράω μαντίλα», είπε η Siti Tardi. «Όταν κάποιος επεξεργάστηκε τη φωτογραφία μου όπου δεν φορούσα χιτζάμπ, ένιωσα σαν να με γδύνουν».
Η Yuri Muktia από τον Συνασπισμό της Κοινωνίας των Πολιτών κατά της Σεξουαλικής Βίας (KOMPAKS) περιέγραψε μήνες ανεπιτυχών προσπαθειών για την αφαίρεση περιεχομένου doxing από το Instagram. «Η Meta είπε ότι δεν υπήρχαν αρκετά στοιχεία», θυμήθηκε. «Ακόμα και μετά από πολλαπλές αναφορές, οι αναρτήσεις παρέμειναν αναρτημένες».
Οι KOMPAKS και SAFEnet συνεχίζουν τις συναντήσεις τους με εκπροσώπους των πλατφορμών, παροτρύνοντας τους να υιοθετήσουν ταχύτερα, πολιτισμικά ευαισθητοποιημένα συστήματα εποπτείας, ωστόσο η πρόοδος παραμένει αργή. «Οι κανόνες της πλατφόρμας συχνά αντικατοπτρίζουν πόσο σοβαρά αντιμετωπίζουν αυτά τα ζητήματα οι εθνικές ρυθμιστικές Αρχές», δήλωσε η Yuri. «Εάν η κυβέρνησή μας δεν δώσει προτεραιότητα στην ψηφιακή ασφάλεια, ούτε θα το κάνει».
Το παγκόσμιο παράδοξο της ασφάλειας
Η ψηφιακή βία κατά γυναικών δημοσιογράφων και ακτιβιστριών δεν είναι μοναδικό φαινόμενο στην Ινδονησία, αλλά η εμπειρία της χώρας αποκαλύπτει ένα ευρύτερο παγκόσμιο παράδοξο. Ενώ οι νόμοι, οι εποπτικοί φορείς και τα δίκτυα υπεράσπισης έχουν πολλαπλασιαστεί, η αρχιτεκτονική των διαδικτυακών χώρων εξακολουθεί να αναπαράγει μισογυνισμό και ατιμωρησία.
Παρά τα νέα πλαίσια, όπως οι νόμοι TPKS και PDP, η εφαρμογή τους υστερεί. Τα ΜΜΕ και οι ΜΚΟ, ελλείψει πόρων ή ψηφιακού αλφαβητισμού, βασίζονται σε εξωτερική υποστήριξη, ενώ οι πλατφόρμες, οι ίδιοι οι χώροι όπου συμβαίνει βία, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτες.
Δεν υπάρχει ακόμη κανονισμός στην Ινδονησία που να καθιστά πλήρως και ρητά υπεύθυνες τις τεχνολογικές πλατφόρμες για την ψηφιακή βία (όπως παρενόχληση, ντοξάρισμα, διαδικτυακή κακοποίηση με βάση το φύλο) με τρόπο που να αντικατοπτρίζει την ευθύνη τους για τον έλεγχο περιεχομένου. Ο νόμος ITE χρησιμοποιείται συχνά για να τιμωρήσει άτομα για περιεχόμενο αντί να απαιτήσει από τις πλατφόρμες να αποτρέπουν ή να αφαιρούν προληπτικά επιβλαβές περιεχόμενο. Για παράδειγμα, μια μελέτη ανέφερε ότι «η απουσία εθνικών νομικών κανόνων που ρυθμίζουν ρητά την ευθύνη των πλατφορμών αποδυναμώνει επίσης τη νομική προστασία των θυμάτων».
Όπως το έθεσε η Siti Tardi: «Χωρίς άμεση αντίδραση, τα θύματα μένουν εκτεθειμένα». Ο αγώνας της Ινδονησίας αντικατοπτρίζει τον αγώνα πολλών χωρών σε όλο τον Παγκόσμιο Νότο, όπου τέμνονται οι πατριαρχικοί κανόνες, οι αδύναμοι θεσμοί και οι μη ανταποκρινόμενες εταιρείες τεχνολογίας.
Μετά από πέντε χρόνια υπεράσπισης, αναφορών και ερευνών, επιζώντα άτομα, όπως η Bunga, έχουν σταματήσει να περιμένουν δικαιοσύνη και ασφάλεια στο διαδίκτυο. Στον ψηφιακό χώρο της Ινδονησίας, η σιωπή και η αδράνεια συνεχίζουν να είναι τα πιο δυνατά.







