
Ένας μετανάστης εργάτης περιμένει την πτήση του στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Ντάκα. Εικόνα μέσω Wikipedia από τον Faisal Akram. CC BY-SA 2.0.
Στο αμυδρό φως της οθόνης του smartphone του, η αγγελία εργασίας φαίνεται τέλεια. Καλός μισθός. Αξιόπιστη εταιρεία. Η διαδικασία υποβολής αιτήσεων είναι απατηλά απλή. Ένας νεαρός άνδρας σε μια αγροτική περιοχή του Μπαγκλαντές τη διαβάζει ξανά, με την καρδιά του να χτυπάει δυνατά από ελπίδα. Δεν μπορεί ακόμα να δει ότι αυτή η στιγμή – αυτό το μόνο κλικ – μπορεί να αποφασίσει αν οι θυσίες της οικογένειάς του θα οδηγήσουν σε ευημερία ή σε ανεξέλεγκτο χρέος.
Οι μετανάστες εργαζόμενοι από το Μπαγκλαντές ήταν ανέκαθεν ευάλωτοι στην απάτη, αλλά η ψηφιακή τεχνολογία έχει μεταμορφώσει την κλίμακα και την ταχύτητα της εξαπάτησης. Ψεύτικα σχέδια στρατολόγησης, παγίδες διαδικτυακών στοιχημάτων και κλοπή ταυτότητας φτάνουν πλέον ακόμη και σε απομακρυσμένα αγροτικά χωριά του Μπαγκλαντές μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, των εφαρμογών για κινητά και των πλατφορμών ανταλλαγής μηνυμάτων.
Το μοτίβο έγινε ιδιαίτερα ορατό μεταξύ 2022 και 2024. Τριάντα τρεις εργαζόμενοι από το Μπαγκλαντές υπέβαλαν αγωγή, αφού πλήρωσαν έως και 6.000 δολάρια ΗΠΑ (25.000 ρινγκίτ) ο καθένας για θέσεις εργασίας, που δεν υπήρχαν ποτέ. Έφτασαν στη Μαλαισία μόνο και μόνο για να βρεθούν αποκλεισμένοι, χωρίς δουλειά, με τα διαβατήριά τους να έχουν κατασχεθεί. Πάνω από 480.000 εργαζόμενοι από το Μπαγκλαντές εισήλθαν στη Μαλαισία κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, πολλοί από τους οποίους προσλήφθηκαν μέσω ψηφιακών καναλιών και μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που τους υπόσχονταν γρήγορες τοποθετήσεις. Ένα συνδικάτο εμπορεύτηκε αυτούς τους εργαζόμενους για να τους οδηγήσει σε καταναγκαστική εργασία αποσπώντας περίπου δύο δισεκατομμύρια δολάρια.
Πώς οι μετανάστες εργαζόμενοι παρασύρονται σε επεκτεινόμενες ψηφιακές απάτες
Μόλις τους πρώτους τέσσερις μήνες του 2025, σε πάνω από 3.500 Μπαγκλαντεσιανούς απαγορεύτηκε η είσοδος σε άλλες χώρες και απελάθηκαν πίσω στο Μπαγκλαντές, θύματα απάτης ψηφιακής στρατολόγησης. Είχαν ξοδέψει τις οικονομίες μιας ζωής. Είχαν δανειστεί από συγγενείς. Είχαν πουλήσει τη γη τους. Όλα αυτά βασίζονταν σε προσφορές εργασίας, που εμφανίζονταν νόμιμες στις οθόνες των τηλεφώνων τους.
Έχει επίσης εμφανιστεί μια νεότερη τάση. Διακινητές, που δραστηριοποιούνται στο Ντουμπάι, δελεάζουν μετανάστες από το Μπαγκλαντές με ψευδείς υποσχέσεις για υψηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας στην πληροφορική και την εξυπηρέτηση πελατών στην Ταϊλάνδη, οι οποίες διακινούνται μέσω διαδικτυακών πλατφορμών. Αντ’ αυτού, αυτοί οι εργαζόμενοι απάγονται υπό την απειλή όπλου και μεταφέρονται σε κέντρα απάτης στη Μιανμάρ, όπου αναγκάζονται να εργάζονται σε φρικτές συνθήκες.
Οι εργαζόμενοι είναι πλέον ευάλωτοι σε μια άλλη παγίδα: τις απάτες στον τομέα των διαδικτυακών στοιχημάτων και των επενδύσεων. Η Διεύθυνση Διερεύνησης Εγκλημάτων στον Κυβερνοχώρο της Μητροπολιτικής Αστυνομίας της Ντάκα ανέλυσε 406 υποθέσεις των τελευταίων ετών και διαπίστωσε ότι το 24% σχετιζόταν με διαδικτυακές απάτες, που μεταμφιέζονταν σε στοιχήματα, τυχερά παιχνίδια και επενδυτικά σχέδια. Αυτές κερδίζουν έδαφος μέσω στοχευμένων διαφημίσεων στο YouTube και το Facebook.
Τον Ιούνιο του 2024, περίπου πέντε εκατομμύρια άνθρωποι στο Μπαγκλαντές ήταν ενεργοί σε ιστότοπους τυχερών παιχνιδιών. Πολλοί είναι επίδοξοι μετανάστες, απεγνωσμένοι να πολλαπλασιάσουν τις πενιχρές τους αποταμιεύσεις πριν φύγουν για μια ξένη χώρα. Οι εργαζόμενοι που είναι ήδη επιβαρυμένοι με χρέη που σχετίζονται με τη μετανάστευση, χάνουν ακόμη περισσότερα από αυτές τις ψηφιακές παγίδες. Χωρίς να το γνωρίζουν, ορισμένοι εμπλέκονται σε δίκτυα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω mobile banking και ψηφιακών πορτοφολιών.
Γιατί στοχοποιούνται οι εργάτες από το Μπαγκλαντές;
Πολλοί εργαζόμενοι στο Μπαγκλαντές είναι λιγότερο εξοικειωμένοι με τις υπηρεσίες χρηματοοικονομικών μέσω κινητών και το mobile banking, γεγονός που τους αφήνει εκτεθειμένους σε κυβερνοεγκληματίες, που εκμεταλλεύονται αυτά τα κενά. Πολλοί δύσκολα μπορούν να διακρίνουν τις γνήσιες πύλες προσλήψεων από τις δόλιες και συχνά δεν αναγνωρίζουν τις απόπειρες ηλεκτρονικού «ψαρέματος» (phishing).
Το ευρύτερο σύστημα μετανάστευσης επιδεινώνει αυτούς τους κινδύνους. Για την απασχόληση στο εξωτερικό, το Μπαγκλαντές βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε εκατοντάδες χιλιάδες άτυπους μεσίτες ή νταλάλ, που δραστηριοποιούνται σε όλη τη χώρα. Η εμπλοκή τους αφήνει τους εργαζόμενους ευάλωτους σε απάτες, επικίνδυνες τοποθετήσεις σε θέσεις εργασίας και εκμετάλλευση. Όταν η διαδικασία βασίζεται ήδη σε προσωπικά δίκτυα και λεκτικές διαβεβαιώσεις, οι εργαζόμενοι έχουν μικρή εμπειρία στη διάκριση αξιόπιστων ψηφιακών ευκαιριών από κατασκευασμένες. Τα νόμιμα και τα παράνομα συνδυάζονται γι’ αυτούς.
Τα δεδομένα προσφέρουν μια πιο ξεκάθαρη εικόνα. Το 2024, πάνω από ένα εκατομμύριο εργαζόμενοι από το Μπαγκλαντές πήγαν στο εξωτερικό για εργασία. Αυτό στην πραγματικότητα ήταν μια μείωση 22,5% από το 2023, όταν μετανάστευσαν 1.305.453 εργαζόμενοι. Η Σαουδική Αραβία παρέμεινε ο μεγαλύτερος προορισμός αντιπροσωπεύοντας το 60% όλων των μεταναστεύσεων.
Ποιοι είναι αυτοί οι εργαζόμενοι; Οι περισσότεροι είναι νέοι άνδρες ηλικίας μεταξύ 18 και 45 ετών. Σχεδόν το 90% φεύγουν χωρίς γραπτές συμβάσεις εργασίας. Περισσότεροι από τους μισούς εξακολουθούν να εξαρτώνται από μεσάζοντες για τις ρυθμίσεις απασχόλησής τους. Μόνο το 6% των μεταναστών τα τελευταία χρόνια ήταν γυναίκες και ακόμη και αυτός ο μικρός αριθμός έχει μειωθεί λόγω αναφορών για μη ασφαλείς χώρους εργασίας.
Αυτοί οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν συγκλονιστικό κόστος μετανάστευσης. Οι εργαζόμενοι χαμηλής ειδίκευσης που έφυγαν μεταξύ 2015 και 2018 πλήρωσαν κατά μέσο όρο 478.000 τάκα (3.900 δολάρια) σε έξοδα μετανάστευσης, απαιτώντας περίπου 17 μήνες μέσου μισθού μόνο και μόνο για να ανακτήσουν τα έξοδά τους. Η αντίθεση είναι έντονη: οι Βιετναμέζοι εργαζόμενοι χρειάζονται μόνο 2,7 έως 4,5 μηνιαίες αποδοχές για να καλύψουν τα αρχικά τους έξοδα για τη Μαλαισία, ενώ οι Πακιστανοί εργαζόμενοι ξοδεύουν περίπου 3.100 δολάρια: εξακολουθούν να είναι 500 δολάρια λιγότερα από αυτά που πληρώνουν συνήθως οι Μπαγκλαντεσιανοί για να φτάσουν στη Σαουδική Αραβία.
Κάθε χρόνο, χιλιάδες επιστρέφουν σπίτια τους μέσα σε λίγους μήνες, με τα όνειρά τους να έχουν διαλυθεί και τα χρέη τους να εξακολουθούν να υπάρχουν. Μια πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε ότι το 36% των εργαζομένων αναγκάστηκε να επιστρέψει μέσα σε μόλις τρεις μήνες από την αναχώρησή του.
Όταν η ψηφιοποίηση συναντά τα άτυπα δίκτυα
Η διαδικασία μετανάστευσης εργατικού δυναμικού μετατοπίζεται ολοένα και περισσότερο προς τις ψηφιακές πλατφόρμες. Αλλά το πρόβλημα είναι το εξής: η ψηφιοποίηση συμβαίνει χωρίς κατάλληλες δικλείδες ασφαλείας. Διαμεσολαβείται μέσω των ίδιων άτυπων δικτύων, που πάντα έλεγχαν τη μετανάστευση. Ένα συνδικάτο με επικεφαλής άτομα που χρησιμοποιούν τεχνολογικές πλατφόρμες υπεξαίρεσε δύο δισεκατομμύρια δολάρια διογκώνοντας το κόστος μετανάστευσης και αφήνοντας τους εργαζόμενους εγκλωβισμένους. Το σύστημα χτίστηκε με ψεύτικες ποσοστώσεις για εικονικές εταιρείες, οι οποίες υποβλήθηκαν σε επεξεργασία μέσω ψηφιακών καναλιών.
Όταν ένας εργαζόμενος κλείνει ένα εισιτήριο διαδικτυακά, πληρώνει ένα γραφείο προσλήψεων μέσω mobile banking και ταξιδεύει με ηλεκτρονική βίζα, κάθε βήμα αφήνει πλέον ένα ψηφιακό ίχνος. Αλλά οι περισσότεροι εργαζόμενοι δεν κατανοούν αυτό το ίχνος και δεν μπορούν να προσδιορίσουν πώς διογκώνονται τα κόστη για να τους εξαπατήσουν. Μόλις που γνωρίζουν πώς μπορεί να παρακολουθείται το ψηφιακό τους αποτύπωμα, πώς μπορούν να παραβιαστούν οι λογαριασμοί τους ή ακόμα και πώς μπορούν να κλαπούν οι ταυτότητές τους.
Πώς λειτουργούν οι δόλιες ομάδες
Οι δόλιες ομάδες που εργάζονται πέρα από τα σύνορα έχουν εξελιχθεί. Οι μέθοδοί τους είναι σκόπιμες και πολυεπίπεδες. Πρώτον, εκμεταλλεύονται τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα ψηφιακά κανάλια για προσλήψεις. Δημιουργούν ψεύτικες εταιρικές σελίδες στο Facebook. Προβάλλουν διαφημίσεις στο YouTube, που δείχνουν χαρούμενους εργαζόμενους σε λαμπερά γραφεία στο εξωτερικό. Δημοσιεύουν παραποιημένες φωτογραφίες μεγάλων μισθών στο WhatsApp. Διατηρούν ομάδες στο Telegram, όπου «επιτυχημένοι μετανάστες» (απατεώνες) μοιράζονται ιστορίες και πείθουν άλλους να συμμετάσχουν.
Δεύτερον, χρησιμοποιούν επίπεδα νομιμότητας. Στους εργαζόμενους εμφανίζονται επιστολές έγκρισης, που φαίνονται επίσημες. Λαμβάνουν email από διευθύνσεις, που μοιάζουν με κυβερνητικά domains. Τους παρουσιάζονται συμβάσεις εργασίας, που φαίνονται αυθεντικές. Σε ορισμένους μάλιστα λένε ότι η Ύπατη Αρμοστεία του Μπανγκλαντές έχει επαληθεύσει τις προσφορές. Πώς υποτίθεται ότι ένας απλός εργαζόμενος εντοπίζει την απάτη;
Εκμεταλλεύονται επίσης τα ψηφιακά συστήματα πληρωμών για να αποσπούν χρήματα. Ζητούν πληρωμές σε δόσεις μέσω καναλιών mobile banking. Κάθε εργαζόμενος φέρεται να δαπάνησε μεταξύ 4.500 και 6.000 δολαρίων ΗΠΑ, συχνά πληρώνοντας μέσω ψηφιακών συναλλαγών, που είναι δύσκολο να εντοπιστούν ή να ανακτηθούν. Μέχρι να συνειδητοποιήσει ο εργαζόμενος ότι επρόκειτο για απάτη, τα χρήματα έχουν μετακινηθεί μέσω πολλαπλών λογαριασμών και έχουν εξαφανιστεί.
Στη Νοτιοανατολική Ασία, τα δίκτυα απάτης χρησιμοποιούν δορυφορικό διαδίκτυο και ψηφιακές πλατφόρμες για να δημιουργήσουν «πόλεις απάτης»: κόμβους για ερωτικές απάτες, επενδυτική απάτη, παράνομο διαδικτυακό τζόγο, απάτη κρυπτονομισμάτων και εμπορία ανθρώπων. Οι μετανάστες εργαζόμενοι μερικές φορές κρατούνται αιχμάλωτοι και αναγκάζονται να εκτελούν αυτές τις απάτες στοχεύοντας θύματα σε άλλες χώρες.
Το έργο της κυβέρνησης για την προστασία των μεταναστών
Η κυβέρνηση του Μπανγκλαντές λάνσαρε το ScamCheck τον Ιανουάριο του 2025, μια πλατφόρμα που επιτρέπει στους πολίτες να ανεβάζουν ύποπτους συνδέσμους, email ή μηνύματα για ανάλυση με τεχνητή νοημοσύνη, με σκοπό τον εντοπισμό πιθανών απάτης. Αυτή είναι μια καλή αρχή, αλλά η πλατφόρμα πρέπει να είναι διαθέσιμη στα βεγγαλικά και να επεκταθεί ειδικά για την αντιμετώπιση της απάτης, που σχετίζεται με τη μετανάστευση.
Εάν μια προσφορά εργασίας στο εξωτερικό μπορεί να επαληθευτεί μέσω μιας ενιαίας κυβερνητικής πύλης προσβάσιμης μέσω κινητού τηλεφώνου, θα ήταν ευκολότερο για τους εργαζόμενους να σαρώσουν έναν κωδικό QR ή να εισάγουν έναν αριθμό αναφοράς για να ελέγξουν άμεσα εάν μια ευκαιρία είναι νόμιμη.
Επί του παρόντος, το Γραφείο Εργατικού Δυναμικού, Απασχόλησης και Κατάρτισης (BMET) χειρίζεται την εκπαίδευση, το Υπουργείο Πρόνοιας των Αποδήμων καθορίζει την πολιτική, η Αστυνομία αντιμετωπίζει το κυβερνοέγκλημα και η Τράπεζα του Μπανγκλαντές ρυθμίζει τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Ωστόσο, αυτές οι υπηρεσίες δεν συνεργάζονται πάντα άψογα.
Κανένας εργαζόμενος στο Μπαγκλαντές δεν πρέπει ποτέ ξανά να χάσει τις οικονομίες μιας ζωής του σε μια ψηφιακή απάτη. Κανένα όνειρο για μια καλύτερη ζωή δεν πρέπει να καταλήγει σε εκμετάλλευση και χρέη.






