
Φωτογραφία από την Arzu Geybullayeva, δημιουργήθηκε με Canva Pro.
Αυτό το άρθρο αναρτήθηκε αρχικά από το Osservatoria Balcani e Caucaso Transeuropa (OBC Transeuropa) στις 1 Δεκεμβρίου του 2025. Μία επεξεργασμένη εκδοχή αναρτάται στο Global Voices βάσει συμφωνίας συνεργασίας περιεχομένου.
Τον Οκτώβριο του 2025, μία συνάντηση στο Ερεβάν συγκέντρωσε εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών από την Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν – ή τουλάχιστον εκείνους που παρουσιάστηκαν ως τέτοιοι – σε κάτι που περιγράφηκε ως σκοπός για την ανάπτυξη μίας ειρηνιστικής ατζέντας ανάμεσα στις δύο χώρες. Τον επόμενο μήνα, μία ομάδα Αρμενίων εκπροσώπων επισκέφθηκε το Μπακού.
Εάν αυτή η συνάντηση είχε λάβει μέρος έξω από το προπαγανδιστικό αφήγημα, που κρατά δεκαετίες, το οποίο επιπλήττει διασυνοριακές πρωτοβουλίες και χαρακτηρίζει τους συμμετέχοντες ως προδότες, πουλημένους, ή Αρμένιους κατασκόπους, θα ήταν φυσικό να γίνει ευπρόσδεκτη ως πρόοδος. Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι έτσι.
Πρόσφατες κινήσεις μεταξύ Ερεβάν και Μπακού
Από τη συνάντηση στην Ουάσινγκτον τον Αύγουστο του 2025, ο ρυθμός τόσο των επίσημων όσο και των ημιεπίσημων ανταλλαγών έχει αυξηθεί. Τον Σεπτέμβριο, μία αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Αντρανίκ Σιμονιάν, επικεφαλής της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας της Αρμενίας, παρευρέθηκε σε ένα φόρουμ ασφαλείας στο Μπακού.
Ακολούθησε η επίσκεψη του Μουράτ Μουράτοβ, αναπληρωτή διευθυντή του Κέντρου Τοπτσούμπασοβ, στο Ερεβάν για τη σύνοδο κορυφής του NATO. Τον Νοέμβριο, μία άλλη αντιπροσωπεία του Αζερμπαϊτζάν συμμετείχε στο φόρουμ Orbeli στη Γερεβάν.
Αυτό που ξεχωρίζει περισσότερο είναι η διαφάνεια στις συναντήσεις αυτές – ακόμη και ο έπαινος – που έλαβαν στο Αζερμπαϊτζάν. Οι δημόσιες αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από τα συμμετέχοντα άτομα έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα προηγούμενα έτη, όταν τέτοιου τύπου αλληλεπιδράσεις κρατούνταν κρυφές, ώστε να αποφευχθεί η αντίδραση του κοινού. Κρατικά και φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ έχουν επικροτήσει τέτοιες συναντήσεις ως δείγματα πρωτοφανούς προόδου.
Παραδείγματος χάρη, η Καμάλα Μαμμάντοβα, δημοσιογράφος και συντάκτρια του διαδικτυακού ΜΜΕ 1news.az έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έπειτα από τη συνάντηση του Οκτωβρίου, στην οποία συμμετείχε: «Πολλοί αναρωτιούνται: τέτοιες συναντήσεις έχουν λάβει μέρος στο παρελθόν, αλλά δεν έδωσαν χειροπιαστά αποτελέσματα. Η διαφορά στην τωρινή μορφή είναι ότι η συνάντηση έγινε για πρώτη φορά σε ένα εντελώς διμερές πλαίσιο, χωρίς μεσάζοντες ή εξωτερική επιρροή. Και έτσι έγινε αντιληπτή. Υπήρχε το αίσθημα ατόφιου ενδιαφέροντος από τα δύο μέρη στον διάλογο, μία πρόθεση να ακούσουν και να ακουστούν».
Η αποτυχία των προηγούμενων συναντήσεων, ωστόσο, προήλθε από την άρνηση των Αρχών να υποστηρίξουν αληθινές ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, ένας παράγοντας που παρέβλεψε η Μαμμάντοβα. Υπήρχαν επίσης και άλλα εμπόδια: η περιθωριοποίηση των υποστηρικτών της ειρήνης, η επικράτηση των εθνικιστικών αφηγημάτων, η χρήση προπαγάνδας, η απουσία εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων και η απουσία ρεπορτάζ από κρατικά και μη ΜΜΕ, που να λαμβάνουν υπόψη τις συγκρούσεις.
Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τους ακαδημαϊκούς Ναζρίν Γκαντίμοβα και Ανούς Πετροσυάν, «οι συζητήσεις που έγιναν από όσα άτομα υποστήριζαν την ειρήνη σε τέτοιες συνθήκες παρέμειναν εντός κλειστού κύκλου, χωρίς να είναι σε θέση να απευθυνθούν στο ευρύ κοινό και σταδιακά παραγκωνίστηκαν από την εθνικιστική ρητορική».
Ακαδημαϊκοί έχουν επίσης υποστηρίξει ότι, κατά τη δεκαετία του '90, τα πρώιμα χρόνια της ανεξαρτησίας, υπήρξε ένα σύντομο άνοιγμα: πνευματικές ανταλλαγές, λαϊκή διπλωματία και διασυνοριακές συναντήσεις μεταξύ πολιτιστικών προσωπικοτήτων προσέφεραν ψήγματα διαλόγου. Με τον καιρό, οι αυταρχικοί περιορισμοί στο Αζερμπαϊτζάν και η αργή ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών στην Αρμενία κατέπνιξαν αυτές τις πρωτοβουλίες ωθώντας στο περιθώριο τις προσπάθειες ειρήνευσης.
Σε αντίθεση με τις παρατηρήσεις της Μαμμάντοβα, το γνήσιο ενδιαφέρον ήταν εξαρχής εκεί, μόνο που δεν κατάφερε να βρει τον δρόμο του ως τις κρατικές πολιτικές πέρα από τις αίθουσες συναντήσεων και τις διαβουλεύσεις. Ως αποτέλεσμα, ο διάλογος περί ειρήνης έμεινε αποστασιοποιημένος από τους απλούς πολίτες, περιορισμένος σε έναν στενό κύκλο εργαζομένων και ακτιβιστών των ΜΚΟ, αντί να ενθαρρύνει μία ευρύτερη κοινωνική συζήτηση για συμφιλίωση.
Η απούσα ατζέντα
Μετά τη δεύτερη σύγκρουση του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, η συζήτηση ανοικοδόμησης δεσμών συνέχισε να ακούγεται κούφια. Για αρχή, υπήρχαν ελάχιστα για να ανοικοδομηθούν. Η έχθρα μεταξύ Αρμενίων και Αζέρων παραμένει βαθιά ριζωμένη ως τώρα και η γενιά που θυμάται να ζει δίπλα δίπλα γερνάει και είναι σε μεγάλο βαθμό απούσα από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και τις διαπραγματεύσεις.
Στην ανάλυσή του το 2019, ο Αζερμπαϊτζανός ειδικός Ζαούρ Σιρίγιεφ έγραψε: «Η προετοιμασία του κοινού για ειρήνη συνεπάγεται προετοιμασία για μακράς διάρκειας διαπραγματεύσεις και την πιθανότητα συμβιβασμού. Αυτό περιλαμβάνει τόσο δημόσιους διαλόγους όσο και περισσότερη διαφάνεια όσον αφορά το τι συμβαίνει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η μεγαλύτερη συμμετοχή των Αζέρων και Αρμενίων πολιτών παράλληλα με τις επίσημες διαπραγματεύσεις μπορεί επίσης να είναι πολύτιμη για να επισημανθεί η απλή υπόθεση ότι η ειρήνη είναι εφικτή».
Μιλώντας στο φόρουμ Orbeli τον Νοέμβριο, ο Σιρίγιεφ μίλησε ξανά για την ανάγκη «αλλαγής νοοτροπίας», προτρέποντας και τις δύο πλευρές να αφήσουν τις «μαξιμαλιστικές θέσεις».
Παρά τη ρητορική, ωστόσο, δεν υπάρχει ακόμη δημόσιος διάλογος, δεν υπάρχει διαφάνεια και μόλις υπάρχουν απειροελάχιστα ίχνη μίας ανεξάρτητης κοινωνίας ικανής να διαμορφώσει ή ακόμη και να παρακολουθήσει την ειρηνευτική διαδικασία. Όπως παρατήρησαν οι ειδικοί επίλυσης συγκρούσεων Φίλιπ Γκαμαγκελιάν και Σεβίν Χουσέινοβα στο πλαίσιο της πρώτης σύγκρουσης στο Καραμπάχ και τον μεταπολεμικό διάλογο: «Με τον καιρό, ρεαλιστικές φωνές και άλλες, που καλούν για πραγματισμό και συμβιβασμό, παραγκωνίστηκαν λόγω εύνοιας των αισθημάτων ρεβανσισμού, που προέρχονται από τον εθνικιστικό λόγο».
Αυτή η συζήτηση δεν άφησε χώρο για ειρήνη και, όσον αφορά το πώς προχωρά ο διάλογος αυτή τη στιγμή, εξακολουθεί να παραμένει ένα αγκάθι.
Η περίπτωση του Μπαρούζ Σαμάντοβ
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Μπαρούζ Σαμάντοβ, νεαρός πολιτικός επιστήμονας και ερευνητής σε διδακτορικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα. Ο Σαμάντοβ εναντιώθηκε στη δεύτερη σύγκρουση στο Καραμπάχ και την παρέμβαση του στρατού στη χώρα το 2023. Είχε γράψει για τη συμφιλίωση με την Αρμενία και ήταν γνωστός για την επικριτική του στάση απέναντι στην κυβέρνηση. Συνελήφθη το καλοκαίρι του 2024 με την κατηγορία της προδοσίας, ενώ επισκεπτόταν τη γιαγιά του στο Αζερμπαϊτζάν.
Οι Αρχές κατηγόρησαν τον Σαμάντοβ ότι «είχε επικοινωνίες με Αρμένιους» και «διαμοίραζε κρατικά μυστικά», παρότι η εισαγγελία δεν παρείχε κανένα στοιχείο που να αποδείκνυε αυτές τις κατηγορίες, πέρα από την αλληλογραφία του με Αρμένιους ακαδημαϊκούς. Τον Ιούνιο του 2025, καταδικάστηκε σε 15 χρόνια φυλάκισης.
Ο Σαμάντοβ δεν είναι ο πρώτος Αζέρος, που έρχεται αντιμέτωπος με κατηγορίες προδοσίας τα τελευταία 30 χρόνια. Οι δημοσιογράφοι Ραούφ Μιρκαντίροφ, η Λέιλα και ο Αρίφ Γιουνούς ήρθαν αντιμέτωποι με παραπλήσιες κατηγορίες για κατασκοπεία και προδοσία. Με την πάροδο των χρόνων, αντιπρόσωποι της κοινωνίας, που συμμετείχαν σε διασυνοριακές πρωτοβουλίες, έχουν μπει στο στόχαστρο με άλλες μορφές διώξεων, που έχουν την υποστήριξη του κράτους για μία σειρά κατηγοριών.
Η σύλληψη και η ποινή, που επιβλήθηκαν στον Σαμάντοβ, αποτέλεσαν το τελευταίο «καρφί στο φέρετρο» οποιωνδήποτε μη κυβερνητικά χρηματοδοτούμενων αλληλεπιδράσεων με την Αρμενία, το οποίο εγείρει το ερώτημα: αν το κράτος συνεχίζει να φυλακίζει τους υποστηρικτές ειρήνης, ποιος αντιπροσωπεύει την κοινωνία σε αυτούς τους νέους διαλόγους και ποιος εξασφαλίζει τη λογοδοσία στη λεγόμενη ειρηνευτική μετα-Ουάσινγκτον διαδικασία;
Τι πρέπει να συμβεί
Το αυταρχικό πολιτικό περιβάλλον του Αζερμπαϊτζάν έχει εμποδίσει εδώ και καιρό γνήσιες πρωτοβουλίες πολιτών, ιδίως όσες σχετίζονται με τη συμφιλίωση. Πέντε χρόνια μετά τη δεύτερη σύγκρουση του Καραμπάχ, τον αποκλεισμό του Λατσίν και την έξοδο των Αρμενίων, που ζούσαν στο Καραμπάχ, και τον 24ωρο πόλεμο του 2023, η παραχώρηση στο Αζερμπαϊτζάν πλήρους ελέγχου των εδαφών, που προηγουμένως είχε στην κατοχή της η Αρμενία, θα μπορούσε να είχε δημιουργήσει μία ευκαιρία για συμπεριληπτική ανοικοδόμηση ειρήνης, αν και αυτό θα απαιτούσε τη συμμετοχή ανεξάρτητων φωνών, όχι μονάχα προσωπικοτήτων, που ευθυγραμμίζονται με την κυβέρνηση.
Ο βετεράνος δημοσιογράφος Ραούφ Μιρκαντίροβ, που εξέτισε χρόνο στη φυλακή με κατηγορίες προδοσίας και έπειτα εγκατέλειψε τη χώρα, υποστηρίζει ότι, ενώ οι χρηματοδοτούμενες από το κράτος συναντήσεις μπορεί να έχουν αξία, παράλληλες ανεξάρτητες συζητήσεις πρέπει να λάβουν χώρα. Αλλά πώς μπορεί να αναδυθεί αυτό το είδος παράλληλου διαλόγου σε ένα πλαίσιο, όπου οι ανεξάρτητες ομάδες αποκλείονται, εξορίζονται ή βρίσκονται πίσω από τα σίδερα της φυλακής; Ακόμη και η διασπορά του Αζερμπαϊτζάν παραμένει κατακερματισμένη, διαιρεμένη σε πολιτικές και ιδεολογικές γραμμές, με κάποιους πολιτικούς μετανάστες να επιστρέφουν στο Αζερμπαϊτζάν έπειτα από χρόνια εξορίας, ενώ λίγοι επιθυμούν να επενδύσουν χρόνο σε έργα συμφιλίωσης.
Μετά από τη συνάντηση του Οκτωβρίου, ο Φαράντ Μαμμάντοβ, μέλος της αντιπροσωπείας του Αζερμπαϊτζάν, έγραψε ένα άρθρο για το πρακτορείο ειδήσεων APA, δίνοντας έμφαση στη «μεγάλη ευθύνη για τη δημιουργία εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών». Ενώ αναγνώρισε το διαγενεακό τραύμα των συγκρούσεων και περιέγραψε τη δόμηση της ειρήνης ως «μία μακρά και απαιτητική διαδικασία», παρέλειψε οποιαδήποτε αναφορά σε προηγούμενες πρωτοβουλίες, που είχαν προσπαθήσει να κάνουν ακριβώς αυτό.
Συμβολικός διάλογος ή πραγματική αλλαγή;
Μπορεί μια επιλεγμένη ομάδα ευθυγραμμισμένων με την κυβέρνηση συμμετεχόντων, με τους περισσότερους να μην έχουν καμία εμπειρία στην επίλυση συγκρούσεων, να εμπλακούν ειλικρινά με τον κοινωνικό διάλογο; Και πόσο μπορούν τέτοιου είδους αυστηρές επαφές να αλλάξουν τις πεποιθήσεις σε μία χώρα όπου οι ανεξάρτητες φωνές συνεχίζουν να διώκονται;
Εν τέλει, όσο εξακολουθεί η κυβέρνηση να καλεί για διάλογο, αλλά επιλέγει επίσης ποιος θα έχει το δικαίωμα να εκφραστεί, χειρονομίες διαφάνειας θα πρέπει να αξιολογηθούν με επιφυλακτικό σκεπτικισμό.






