Το σερβικό κοινοβούλιο θεσπίζει ειδικό νόμο, που επιτρέπει την αμφιλεγόμενη επένδυση της οικογένειας Τραμπ στο Βελιγράδι

Το μοντερνιστικό πρώην συγκρότημα του Γενικού Επιτελείου εκτείνεται σε μια κεντρική λεωφόρο στο κέντρο του Βελιγραδίου. Φωτογραφία από Global Voices, CC-BY 3.0.

Στις 7 Νοεμβρίου 2025, το σερβικό κοινοβούλιο ψήφισε έναν ειδικό νόμο, που επιτρέπει στον γαμπρό του Τραμπ να χτίσει ένα πολυτελές συγκρότημα στο κέντρο του Βελιγραδίου, ανοίγοντας τον δρόμο για την ανάπλαση της τοποθεσίας του πρώην κτιρίου του Γενικού Επιτελείου, τοπικά γνωστού ως Generalštab. Αυτή η πράξη προκάλεσε ευρείες διαμαρτυρίες από το σερβικό κοινό και ειδικούς, οι οποίοι καταγγέλλουν τη διαφθορά.

Ο ειδικός νόμος, εγκεκριμένος από την κυβερνητική πλειοψηφία του λαϊκιστικού Σερβικού Προοδευτικού Κόμματος με 130–40 ψήφους, αφαίρεσε το καθεστώς προστατευόμενης πολιτιστικής κληρονομιάς για το εμβληματικό συγκρότημα, που βρίσκεται απέναντι από την έδρα της σερβικής κυβέρνησης.

Σύμφωνα με τη συμφωνία, μια επενδυτική εταιρεία με έδρα τις ΗΠΑ, που συνδέεται με τον Τζάρεντ Κούσνερ, τον γαμπρό του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τζ. Τραμπ, έλαβε μίσθωση 99 ετών για την αξιοποίηση του ακινήτου σε ξενοδοχείο, συγκροτήματα διαμερισμάτων, καταστήματα και γραφεία.

Η σερβική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι το έργο, για το οποίο αναφέρεται ότι η αξία του ανέρχεται σε περίπου 500 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ, θα ενισχύσει τον τουρισμό, θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας και θα ενισχύσει τους δεσμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το ερειπωμένο συγκρότημα καταλαμβάνει προνομιακή ακίνητη περιουσία στο κέντρο του Βελιγραδίου, απέναντι από την έδρα της κεντρικής κυβέρνησης της Σερβίας. Φωτογραφία από Global Voices, CC-BY 3.0.

Οι επικριτές της κυβέρνησης θεωρούν τη συμφωνία ως μια προσπάθεια του Σέρβου προέδρου Αλεξάνταρ Βούτσιτς να κερδίσει την εύνοια της κυβέρνησης Τραμπ, σε μια περίοδο που οι διαμαρτυρίες κατά της διαφθοράς κλονίζουν την ολοένα και πιο αυταρχική διακυβέρνησή του.

Στις 13 Νοεμβρίου, η εβδομαδιαία εφημερίδα Radar ανέφερε ότι έγγραφα που διέρρευσαν δείχνουν ότι η συμφωνία δίνει στη θυγατρική της εταιρείας Affinity Partners του Τζάρεντ Κούσνερ, την Atlantic Incubation Partners LLC, ποσοστό 77,5% σε μια κοινοπραξία για την κατασκευή του συγκροτήματος, ενώ η Σερβία λαμβάνει 22,5% ως αντάλλαγμα για το συμβολικό ποσό των 2.250 ευρώ. Το κράτος πρέπει να παραχωρήσει τη γη δωρεάν για 99 χρόνια, να κατεδαφίσει την προστατευόμενη τοποθεσία με δικά του έξοδα και να παραδώσει ένα καθαρό οικόπεδο, αλλιώς θα αντιμετωπίσει πιθανές κυρώσεις πολλών εκατομμυρίων ευρώ, εάν οι υποχρεώσεις δεν εκπληρωθούν έως τον Μάιο του 2026. Το σχέδιο περιλαμβάνει τρεις πύργους 135 μέτρων, με μόνο το 1% περίπου του χώρου να προορίζεται για μουσείο.

Η ανάπτυξη ταξινομείται ως έργο «ειδικής εθνικής σημασίας», με το κράτος να εγγυάται απαλλαγή από δικαστικές διαδικασίες και από αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς. Η σύμβαση μπορεί επίσης να μεταβιβαστεί σε συνδεδεμένη εταιρεία στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα χωρίς την έγκριση της Σερβίας.

Southern part of the General Staff complex has been hidden behind an enormous billboard depicting Serbian army soldiers marching with a text reading "We serve Serbia!"

Το νότιο τμήμα του συγκροτήματος του Γενικού Επιτελείου είναι κρυμμένο πίσω από μια τεράστια διαφημιστική πινακίδα που απεικονίζει Σέρβους στρατιώτες να παρελαύνουν με το κείμενο «Υπηρετούμε τη Σερβία!». Φωτογραφία από Global Voices, CC-BY 3.0.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ομάδες πολιτιστικής κληρονομιάς και ακτιβιστές πολιτών απαιτούν τη διατήρηση της τοποθεσίας ως πολεμικού μνημείου και ορόσημου της γιουγκοσλαβικής μοντερνιστικής αρχιτεκτονικής. Στις 10 Νοεμβρίου, χιλιάδες συγκεντρώθηκαν κοντά στην τοποθεσία για να διαμαρτυρηθούν για τον νόμο και το έργο.

Αρκετοί κορυφαίοι ευρωπαϊκοί και διεθνείς οργανισμοί πολιτιστικής κληρονομιάς εξέφρασαν τη βαθιά τους ανησυχία και τη σθεναρή τους αντίθεση στον νέο ειδικό νόμο.

Σύντομη ιστορία μιας επένδυσης

Το συγκρότημα, γνωστό ως Κτίριο του Γιουγκοσλαβικού Υπουργείου Άμυνας ή Κτίριο του Γενικού Επιτελείου, βρίσκεται στο κέντρο του Βελιγραδίου, σε μια προνομιακή τοποθεσία ακριβώς απέναντι από το κτίριο της εθνικής κυβέρνησης της Σερβίας. Χτίστηκε το 1965 και υπέστη σοβαρές ζημιές κατά τον βομβαρδισμό του ΝΑΤΟ το 1999.

Παλιά αυτοκόλλητα σε τοίχο του Βελιγραδίου που καλούν σε διαμαρτυρία κατά του ΝΑΤΟ στην τοποθεσία του Γενικού Επιτελείου. Φωτογραφία από Global Voices, CC-BY 3.0.

Για μιάμιση δεκαετία, το συγκρότημα ήταν έρημο και λειτουργούσε ως συμβολική υπενθύμιση του βομβαρδισμού, τροφοδοτώντας αντιδυτικά συναισθήματα. Το 2006 χαρακτηρίστηκε ως πολιτιστική κληρονομιά της Σερβίας.

Το αμφιλεγόμενο έργο μετατροπής του σε πολυτελές ιδιωτικό ξενοδοχείο ξεκίνησε το 2014, όταν η σερβική κυβέρνηση φιλοξένησε μια επίσκεψη εργασίας συνεργατών του Ντόναλντ Τραμπ. Έναν χρόνο αργότερα, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι ένας επενδυτής από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα θα κατασκεύαζε το έργο.

Το 2016, ο τότε πρωθυπουργός Αλεξάνταρ Βούτσιτς ανακοίνωσε ότι ολόκληρο το συγκρότημα θα κατεδαφιζόταν για να καθαριστεί ο χώρος για ένα νέο μνημείο στον μεσαιωνικό Σέρβο ηγεμόνα Στέφανο Νεμάνια. Το μνημείο χτίστηκε κοντά, μόλις 700 μέτρα πιο κάτω στον ίδιο δρόμο το 2020, και το συγκρότημα του Γενικού Επιτελείου παρέμεινε όρθιο.

Κτίρια του βόρειου τμήματος του συγκροτήματος του Γενικού Επιτελείου παρουσιάζουν ζημιές από τον βομβαρδισμό του 1999. Φωτογραφία από Global Voices, CC-BY 3.0.

Τον Μάρτιο του 2024, ο τότε υπουργός Κατασκευών Γκόραν Βέσιτς υπέγραψε σύμβαση με την αμερικανική εταιρεία Affinity Global Development του Κούσνερ για την «αναζωογόνηση» του συγκροτήματος του πρώην ομοσπονδιακού υπουργείου άμυνας. Στη συνέχεια, ο Κούσνερ μοιράστηκε μια προτεινόμενη εικόνα του έργου στο X.

Ενθουσιασμένος που μοιράζομαι μερικές πρώιμες εικόνες σχεδιασμού για αναπτυξιακά έργα που έχουμε δημιουργήσει για τις αλβανικές ακτές και το κέντρο του Βελιγραδίου.

Ο πρώην υπουργός Βέσιτς είναι επί του παρόντος ύποπτος για την κατάρρευση του στεγάστρου του σιδηροδρομικού σταθμού του Νόβι Σαντ, μια τραγωδία που πυροδότησε το μεγαλύτερο κίνημα διαμαρτυρίας κατά της διαφθοράς στην πρόσφατη σερβική ιστορία.

Το σκάνδαλο διαφθοράς διέκοψε προσωρινά τη συνοπτική συμφωνία

Δεδομένου ότι ο νόμος απαγορεύει την ανέγερση ξενοδοχείων σε χώρους πολιτιστικών μνημείων, η κυβέρνηση ξεκίνησε μια διαδικασία αλλαγής του καθεστώτος του συγκροτήματος. Οι εμπειρογνώμονες που εργάζονται στο Ινστιτούτο Προστασίας Πολιτιστικών Μνημείων της Σερβίας αρνήθηκαν το κυβερνητικό αίτημα, γεγονός που ενέτεινε την κυβερνητική πίεση. Η τότε διευθύντρια Ντουμπράβκα Τζουκάνοβιτς, αναγνωρισμένη αρχιτέκτονας-συντηρήτρια και καθηγήτρια πανεπιστημίου, παραιτήθηκε στις 3 Ιουνίου 2024, αφού αρνήθηκε την απαίτηση του υπουργού Οικονομικών Σινίσα Μάλι να αφαιρεθεί το καθεστώς προστασίας του συγκροτήματος του Γενικού Επιτελείου.

Τρεις εβδομάδες αργότερα, αγνοώντας τις ευρείες διαμαρτυρίες πολιτών και ειδικών, η κυβέρνηση διόρισε παράνομα τον Γκόραν Βάσιτς ως υπηρεσιακό διευθυντή του ινστιτούτου, παρόλο που δεν είχε τα προσόντα. Ο νόμος απαιτεί ο κάτοχος της θέσης να έχει περάσει εξετάσεις συντηρητή, κάτι που ο Βάσιτς δεν είχε κάνει.

Ο υπηρεσιακός διευθυντής Βάσιτς υπέβαλε στη συνέχεια πρόταση στο Υπουργείο Πολιτισμού για την παύση του καθεστώτος πολιτιστικής κληρονομιάς για το συγκρότημα του Γενικού Επιτελείου. Δεν πραγματοποίησε καμία διαβούλευση με το επιστημονικό προσωπικό του ιδρύματος, ούτε ακολούθησε την ορθή διαδικασία υποβολής του εγγράφου μέσω των αρχείων του υπουργείου. Ένα άγνωστο άτομο στο υπουργείο αποδέχτηκε το έγγραφο και στη συνέχεια το υπουργείο το προώθησε επίσημα στην κυβέρνηση, η οποία ενέκρινε την πρόταση στη συνεδρίασή της στις 14 Νοεμβρίου 2024.

Πινακίδα «Απαγορεύεται η είσοδος» σε είσοδο του συγκροτήματος του Γενικού Επιτελείου, που παρουσιάζει ζημιές από τον βομβαρδισμό του 1999. Φωτογραφία από Global Voices, CC-BY 3.0.

Οι υπάλληλοι του ινστιτούτου διαμαρτυρήθηκαν για την απόφαση που ελήφθη στο όνομά τους αλλά χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Σε απάντηση, πράκτορες της Υπηρεσίας Κρατικής Ασφάλειας (BIA) τους επισκέφθηκαν σε μια προσπάθεια να τους εκφοβίσουν για να σιωπήσουν.

Οι ειδικοί δεν υπέκυψαν στην πίεση και δημοσίευσαν μια ανοιχτή επιστολή προς το Υπουργείο Πολιτισμού και την κυβέρνηση καταγγέλλοντας το περιστατικό ως «τη μόνη χώρα στον πολιτισμένο κόσμο», που υπονομεύει το δικό της ίδρυμα για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και «καταστρέφει τα δικά της πολιτιστικά μνημεία».

Τον Απρίλιο του 2025, οι υπάλληλοι του ινστιτούτου είδαν τελικά ένα αντίγραφο της πρότασης του Βάσιτς, όταν τους παρουσιάστηκε από αστυνομικούς ερευνητές που επισκέφθηκαν το ίδρυμα. Αντί για επιστημονική μελέτη, όπως απαιτείται από τους κανονισμούς, φαινόταν ως ένα σύντομο δοκίμιο. Οι υπάλληλοι υπέβαλαν αιτήματα στο Υπουργείο Πολιτισμού και την κυβέρνηση να ακυρώσουν όσα είχαν συμβεί και να επαναφέρουν το καθεστώς προστασίας του συγκροτήματος του Γενικού Επιτελείου, καθώς και να απολύσουν τον Βάσιτς για σοβαρή παραβίαση της εργασιακής δεοντολογίας, συμπεριλαμβανομένης της απάτης.

Ενώ το υπουργείο και η κυβέρνηση παρέμειναν σιωπηλοί, η αστυνομία συνέλαβε τον Βάσιτς στις 13 Μαΐου και η διαδικασία κατεδάφισης σταμάτησε. Η εταιρεία του Τζάρεντ Κούσνερ δήλωσε στους New York Times ότι δεν είχε καμία σχέση με την ποινική ενέργεια και ότι «η τύχη του έργου είναι λιγότερο σαφής».

Η είδηση της σύλληψης εξέπληξε το σερβικό κοινό, ανέφερε η εβδομαδιαία Radar. Η Εισαγγελία Οργανωμένου Εγκλήματος ανακοίνωσε ότι συγκέντρωσε στοιχεία ότι ο Βάσιτς διέπραξε τα κακουργήματα της πλαστογραφίας επίσημων εγγράφων και της κατάχρησης υπηρεσιακής θέσης, εκδίδοντας μια παράνομη πρόταση για την παύση του καθεστώτος πολιτιστικού μνημείου για το συγκρότημα. Ο νόμος απαιτεί ένα τέτοιο έγγραφο να συντάσσεται από μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων συντήρησης εντός του ινστιτούτου.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση των εισαγγελέων, η υποβολή της παράνομης πρότασης στην κυβέρνηση «προκάλεσε ζημιά στην πολιτιστική κληρονομιά της Σερβίας».

Και ενώ ο Βάσιτς δήλωσε ένοχος κατά τη διάρκεια ακρόασης στις 14 Μαΐου, ο Πρόεδρος Βούτσιτς βγήκε έξω από τη δικαιοδοσία του στον τομέα της δικαιοσύνης και αρνήθηκε δημόσια την ομολογία του υπόπτου δύο ημέρες αργότερα, δηλώνοντας ότι «δεν έχει γίνει καμία πλαστογραφία».

Στη συνέχεια, το καθεστώς Βούτσιτς προφανώς χρησιμοποίησε όλους τους μοχλούς εξουσίας για να προωθήσει τη συμφωνία με τον γαμπρό του Τραμπ, με αποτέλεσμα την τελευταία νομοθετική ρύθμιση. Το αν η κατεδάφιση και η κατασκευή θα πραγματοποιηθούν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την επίλυση του πολιτικού αδιεξόδου μεταξύ της κυβέρνησης και των διαμαρτυρόμενων πολιτών που ζητούν νέες εκλογές.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.