
Εικόνα του Νίκολας Μαδούρο από τον RS/μέσω Fotos Publicas, διαθέσιμη προς χρήση σε δημοσιογραφικά, εκδοτικά και άλλα διαδικτυακά κείμενα. Εικόνες φόντου: Η ρωγμή και η σημαία της Βενεζουέλας, μέσω Canva Pro, κολάζ εικόνας από Global Voices.
Νωρίς το πρωί της 3ης Ιανουαρίου 2026, η Βενεζουέλα «έχασε» έναν πρόεδρο και «κέρδισε» ένα νέο αβέβαιο κεφάλαιο στην πρόσφατη πολιτική της ιστορία.
Μεταξύ 1:50 και 4:00 π.μ. τοπική ώρα, μια σειρά εκρήξεων συγκλόνισε διάφορες στρατιωτικές και πολιτικές εγκαταστάσεις στην πρωτεύουσα Καράκας και σε τουλάχιστον δυο ακόμη μεγάλες πόλεις της νοτιοαμερικανικής χώρας, ως μέρος «ενός μεγάλης έκτασης κτυπήματος» των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων. Η επιχείρηση επιβεβαιώθηκε από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ στις 5:21 π.μ. στο TruthSocial.
Περισσότεροι από 40 πολίτες και στρατιωτικοί, εκ των οποίων 32 ήταν Κουβανοί, είτε σκοτώθηκαν είτε τραυματίστηκαν στις αεροπορικές επιδρομές, σύμφωνα με ρεπορτάζ της New York Times και με μια επίσημη ανακοίνωση της Κυβέρνησης της Κούβας. Στη Βενεζουέλα, η λειτουργία του Τύπου είναι αυστηρά ελεγχόμενη καθιστώντας για τον λόγο αυτό δύσκολη την επαλήθευση των πληροφοριών σε τοπικό επίπεδο.
Το αποκορύφωμα της κλιμακούμενης έντασης
Η ομάδα της στρατιωτικής επιχείρησης με την ονομασία «Absolute Resolve» συνέλαβε τον Νίκολας Μαδούρο και τη σύζυγό του Σίλια Φλόρες εντός της Fuerte Tiuna, μιας στρατιωτικής βάσης στο Δυτικό Καράκας, και τους υποχρέωσε να εγκαταλείψουν αεροπορικώς τη Βενεζουέλα στις 4:20 π.μ. τοπική ώρα. Στη Νέα Υόρκη ο Μαδούρο θα αντιμετωπίσει διάφορες ποινικές διώξεις, μεταξύ των οποίων «συνωμοσία προς διάπραξη ναρκοτρομοκρατίας», μια υπόθεση για την οποία διώκεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών από το 2020, όταν ανακοινώθηκε η πρώτη κατηγορία και η αμοιβή για τη σύλληψή του. Αργότερα, επί διακυβέρνησης Μπάιντεν, η κατηγορία απαγγέλθηκε εκ νέου και αυξήθηκε το ποσό της αμοιβής, ακολουθούμενη από ένα δεύτερο κατηγορητήριο, το οποίο δημοσιοποιήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 2025. Ο Τραμπ γνωστοποίησε όλο αυτό κατά τη διάρκεια μιας γενικής συνέντευξης Τύπου στην κατοικία του στο Mar-a-Lago: «Θα διοικήσουμε τη χώρα [Βενεζουέλα] έως ότου επιτευχθεί μια κατάλληλη μετάβαση».
Όμως, προηγουμένως, στις 3:30 π.μ. στο Καράκας, πριν γνωστοποιηθούν λεπτομέρειες για την απαγωγή, τα κρατικά ΜΜΕ της Βενεζουέλας δημοσίευσαν ένα Διάταγμα Κατάστασης Έκτακτης Ανάγκης υπογεγραμμένο από τον Μαδούρο, το οποίο καταδίκαζε την ανελέητη στρατιωτική επίθεση, που εξαπέλυσε η παρούσα κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Άλλοι μακροχρόνιοι σύμμαχοι της διακυβέρνησης Μαδούρο, συμπεριλαμβανομένων της Κίνας και της Ρωσίας, αποδοκίμασαν τη στρατιωτική επίθεση.
Η επιχείρηση έλαβε χώρα μετά από έναν χρόνο κλιμακούμενων εντάσεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Βενεζουέλας, που αυξήθηκαν δραματικά εξαιτίας διαφόρων σημαντικών περιστατικών, τα οποία οφείλονταν στον εκ μέρους της διοίκησης Τραμπ χαρακτηρισμό της κυβέρνησης Μαδούρο ως καρτέλ ναρκωτικών. Σχετικά με το θέμα αυτό, οι ενέργειες των Ηνωμένων Πολιτειών περιλάμβαναν απρόκλητους βομβαρδισμούς πλοίων, που υποτίθεται ότι διακινούσαν ναρκωτικά στη θάλασσα της Καραϊβικής (τα περισσότερα από τα πλοία αυτά προέρχονταν από τη Βενεζουέλα) και, τον προηγούμενο Νοέμβριο, τον χαρακτηρισμό του ονομαζόμενου «Καρτέλ των Ήλιων» (Cartel de los Soles), ενός καρτέλ ναρκωτικών το οποίο πιθανώς συνδέεται με τον ίδιο τον Μαδούρο, ως «Ξένη Τρομοκρατική Οργάνωση» (FTO).
Μέχρι το βράδυ της 3ης Ιανουαρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο της Βενεζουέλας επιβεβαιώνοντας ότι ο Μαδούρο είχε απαχθεί, διόρισε την αντιπρόεδρο Ντέλσι Ροντρίγκες αναπληρώτρια πρόεδρο. Δεδομένης της «αναγκαστικής απουσίας» του Μαδούρο, το δικαστήριο παραχώρησε την προεδρία στη Ροντρίγκες χωρίς χρονικό περιορισμό, εφαρμόζοντας τα άρθρα 243 και 249 του Συντάγματος της Βενεζουέλας.
Πού είναι οι φωνές των πολιτών της Βενεζουέλας;
Για περισσότερο από μια δεκαετία η Βενεζουέλα πάλευε με ένα τεράστιο κύμα αποδημίας (έφυγαν σχεδόν οκτώ εκατομμύρια άνθρωποι, όταν ο πληθυσμός της Βενεζουέλας ήταν τριάντα εκατομμύρια), το οποίο προκλήθηκε από ένα μείγμα αμφισβητούμενων πολιτικών, κοινωνικοοικονομικών και προώθησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παραγόντων. Οι φωνές διαμαρτυρίας αποτελούνται τόσο από Βενεζουελάνους της διασποράς όσο και από άτομα εντός της χώρας.
Όσα άτομα παραμένουν στη Βενεζουέλα αντιμετωπίζουν παρακολούθηση, ευρείας κλίμακας ψηφιακή, κρατική λογοκρισία και έλεγχο του Τύπου. Μέχρι τη στιγμή δημοσίευσης του παρόντος άρθρου, στη χώρα δεν έχει κοπεί το Διαδίκτυο ούτε υπάρχουν άλλοι αποκλεισμοί. Τα υφιστάμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως το Tik Tok, το Instagram και άλλα χρησιμοποιούνται ακόμη από τους κατοίκους της Βενεζουέλας. Όμως, λόγω περιορισμένης πρόσβασης στη δημόσια ενημέρωση, η επαλήθευση των γεγονότων από τις αναφορές πολιτών είναι καθοριστικής σημασίας. Επιπροσθέτως, οι περισσότερες από αυτές τις πληροφορίες είναι στα ισπανικά, καθώς η συντριπτική πλειοψηφία των Βενεζουελάνων δεν μιλάει με ευχέρεια την αγγλική γλώσσα.
Ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, είναι αξιοσημείωτο το πόσο λίγος χρόνος και χώρος έχουν δοθεί στους πολίτες εντός της Βενεζουέλας. Παράλληλα, περισσότεροι από 1.000 άνθρωποι κρατούνται παράνομα σε κρατικές φυλακές, πολλοί απ’ αυτούς σε άθλιες συνθήκες και μακριά από τον πολιτικό δημόσιο λόγο.
Μέλη της τοπικής κοινότητας του Global Voices είδαν μεγάλες ουρές σε τοπικά σούπερ μάρκετ και βενζινάδικα, καθώς και κατοίκους του Καράκας ιδιαίτερα ανήσυχους για την επάρκεια βασικών αγαθών, όπως είναι τα τρόφιμα. Μετά τους βομβαρδισμούς, υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα και μέχρι στιγμής δεν έχουν πραγματοποιηθεί μεγάλες συναθροίσεις ή εορτασμοί στην πρωτεύουσα ή σε άλλες πόλεις.
Ποια είναι η Ντέλσι Ροντρίγκες;
Η νυν αναπληρώτρια πρόεδρος της Βενεζουέλας γεννήθηκε το 1969 από μια αριστερή οικογένεια, η οποία συμμετείχε στο κίνημα των Βενεζουελάνων ανταρτών της δεκαετίας του 1960. Η οικογένεια είναι ιδιαίτερα ενεργή στην πολιτική ζωή της χώρας. Η Ντέλσι έγινε δικηγόρος και εντάχθηκε για πρώτη φορά στην κυβέρνηση του Ούγο Τσάβες το 2003, ενώ ο αδελφός της, Χόρχε, ψυχίατρος, είναι αυτή τη στιγμή επικεφαλής της Asamblea Nacional, του κοινοβουλίου της Βενεζουέλας.
Μετά τον θάνατο του Τσάβες το 2013, εξελέγη πρόεδρος ο Νικολάς Μαδούρο και η Ροντρίγκες άρχισε να ανεβαίνει στην ιεραρχία της κυβέρνησης της Βενεζουέλας πρώτα ως υπουργός πληροφοριών και επικοινωνιών και αργότερα ως υπουργός εξωτερικών. Το 2018 διορίστηκε αντιπρόεδρος του Μαδούρο, μια θέση για την οποία στη Βενεζουέλα δεν διεξάγονται εκλογές.
Η Ροντρίγκες είναι η πρώτη γυναίκα που ασκεί χρέη προέδρου στη Βενεζουέλα από το 1811, έτος κατά το οποίο η χώρα έγινε πλήρως ανεξάρτητο κράτος. Είναι βασικό πολιτικό στέλεχος του στενού περιβάλλοντος του Μαδούρο, που όμως κινείται μεταξύ άλυτων σκανδάλων διαφθοράς και ερευνών των Ηνωμένων Εθνών σε εξέλιξη για βασανιστήρια και συστηματική καταπίεση, τα οποία συνεχίζουν να θέτουν τη Βενεζουέλα υπό διεθνή έλεγχο.
Τι συμβαίνει με την Κορίνα Ματσάδο;
Η αρχηγός της αντιπολίτευσης Μαρία Κορίνα Ματσάδο, στην οποία απονεμήθηκε το Νόμπελ Ειρήνης 2025, αναγνώρισε και εξέφρασε ανοιχτά την υποστήριξή της στην καθοδηγούμενη από τον Τραμπ στρατιωτική επιχείρηση, σε μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με λεζάντα «Venezuelanos llgó la hora de la Libertad» (Βενεζουελάνοι, έφθασε η ώρα της ελευθερίας).
Όμως, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου που έδωσε ο Τραμπ, ο Αμερικανός πρόεδρος απέρριψε τη συμμετοχή της Ματσάδο στο όλο εγχείρημα, παρά τη μακροχρόνια υποστήριξή της στην κυβέρνησή του και την ευρεία αναγνώριση της επιρροής της εντός της αντιπολίτευσης, κυρίως από τη στιγμή που στήριξε έναν άλλον υποψήφιο, όταν της απαγορεύτηκε να υποβάλει υποψηφιότητα. «Νομίζω ότι θα ήταν πολύ δύσκολο γι’ αυτήν να γίνει αρχηγός», είπε ο Τραμπ. «Δεν έχει ούτε τη στήριξη ούτε τον απαιτούμενο σεβασμό εντός της χώρας».
Αργότερα, ο υπουργός εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Μάρκο Ρούμπιο χρησιμοποίησε διαφορετική γλώσσα επαινώντας την ηγεσία της Ματσάδο, υπογραμμίζοντας παράλληλα την άμεση πολιτική πραγματικότητα και τα εθνικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, τα οποία θα διαμορφώσουν τον τρόπο προσέγγισης του ζητήματος εκ μέρους της Ουάσιγκτον τις επόμενες εβδομάδες.
Ενώ η Βενεζουέλα περιμένει να δει τι πρόκειται να συμβεί, στις 6 Ιανουαρίου ο Guardian του Ηνωμένου Βασιλείου ανέφερε ότι η υπηρεσιακή κυβέρνηση άρχισε να συλλαμβάνει δημοσιογράφους και να κατάσχει συσκευές επικοινωνίας.






