Όταν τα παιδιά μιλούν για κακοποίηση, οικογένειες στην Άντρα Πραντές της Ινδίας συχνά απαντούν με σιωπή

Art depicting protection and care for children. Image via Wikimedia Commons by Sumita Roy Dutta. CC BY-SA 4.0.

Ζωγραφιά που αποτυπώνει προστασία και φροντίδα για παιδιά. Εικόνα: Sumita Roy Dutta στο Wikimedia Commons. Χρησιμοποιείται με άδεια BY-SA 4.0.

Η Ινδία έχει θεσπίσει ισχυρούς νόμους περί προστασίας των παιδιών την τελευταία δεκαετία, συμπεριλαμβανομένου του Νόμου Προστασίας Παίδων από Σεξουαλικά Αδικήματα του 2012 (POCSO), ο οποίος ποινικοποιεί τη σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών και επιβάλλει φιλικές προς τα παιδιά υποβολές καταγγελιών και δικαστικές διαδικασίες.

Ωστόσο, σε πολλά μέρη της χώρας, ιδίως σε αγροτικές και ημιαστικές περιοχές, οικογένειες συνεχίζουν να δυσκολεύονται με το πώς να αντιδράσουν, όταν τα παιδιά μιλούν για κακοποίηση. Υπάρχουν νομικά διατάγματα, αλλά η στιγμή της αποκάλυψης συχνά δεξιπλώνεται μέσα σε σπίτια, που έχουν διαμορφωθεί από κοινωνική ιεραρχία, οικονομική εξάρτηση και κοινοτικό έλεγχο.

Αυτό το άρθρο βασίζεται σε αναφορές σε επίπεδο κοινότητας μεταξύ Ιουλίου του 2023 και Νοεμβρίου του 2024 στην πολιτεία Άντρα Πραντές στη Νοτιοανατολική Ινδία, σε πολλές περιφέρειες, συμπεριλαμβανομένων των Πρατιπάντου, Γιελεσβαράμ, Γκαντεπάλι, Κιρλαμπούντι, Σανχαβαράμ και Τζαγκαμπέτα, κυρίως μέσα και γύρω από την περιοχή Κακινάντα, παράκτια διοικητική περιφέρεια στη νοτιοανατολική πολιτεία Άντρα Πραντές.

Οι αναφορές πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια συνεδριών ευαισθητοποίησης για την προστασία των παιδιών, που διοργανώθηκαν από το SafeTalks, μια κοινοτική πρωτοβουλία προστασίας των παιδιών, μαζί με συζητήσεις με παιδιά, εφήβους, δασκάλους, μητέρες, φροντιστές και ενήλικες επιζήσαντες. Αυτές ήταν ανεπίσημες αλληλεπιδράσεις και όχι οργανωμένες συνεντεύξεις, διαμορφωμένες από την τοπική γλώσσα, τα πολιτισμικά πρότυπα και την ευαισθητοποίηση γύρω από το ζήτημα.

Η ευαισθητοποίηση φτάνει στα παιδιά, αλλά οι ενήλικες παραμένουν απροετοίμαστοι

Τα τελευταία χρόνια, η ευαισθητοποίηση σχετικά με την παιδική σεξουαλική κακοποίηση επεκτάθηκε σε σχολεία και στα κοινοτικά προγράμματα στην Ινδία. Τα παιδιά διδάσκονται όλο και περισσότερο για το «καλό και κακό άγγιγμα», τα προσωπικά όρια και τη σημασία του να εκφράζονται πιο δυνατά.

Ωστόσο, οι εκθέσεις βρήκαν ότι οι ενήλικες φροντιστές σπάνια περιλαμβάνονται σε ίδιο βαθμό. Ενώ τα παιδιά μπορεί να μάθουν πώς να αναγνωρίσουν την κακοποίηση, οι οικογένειες συχνά λαμβάνουν μηδαμινή καθοδήγηση στο πώς να αντιδράσουν σε περίπτωση που αποκαλυφθεί κάτι.

Η έρευνα δείχνει αυτό το κενό. Μια μελέτη του 2024, που διεξήχθη σε αστικές φτωχογειτονιές της περιφέρειας Κακινάντα, διαπίστωσε ότι, ενώ κάποιοι έφηβοι μπορούσαν να αναγνωρίσουν κακοποιητικές πράξεις, κανένας από τους συμμετέχοντες δεν γνώριζε τον νόμο POCSO και η πλειονότητα δεν γνώριζε πού ή πώς να αναζητήσουν βοήθεια μετά από κακοποίηση.

Η μελέτη ανέδειξε επίσης την εκτεταμένη σύγχυση όσον αφορά τις οδούς γνωστοποίησης και τους διαθέσιμους μηχανισμούς υποστήριξης, ένα μοτίβο που επαναλήφθηκε πολλές φορές κατά τη διάρκεια της επιτόπιας αναφοράς.

Όταν η αποκάλυψη γίνεται απόφαση επιβίωσης για την οικογένεια

Σε πολλές από τις κοινότητες που μελετήθηκαν, οι οικογένειες ήταν οργανωμένες γύρω από κάστες και δίκτυα συγγένειας. Το σύστημα των καστών αναφέρεται σε μακροχρόνιες κοινωνικές κατηγορίες στην Ινδία, οι οποίες επηρεάζουν την κοινωνική Αρχή, τις πρακτικές γάμου και τις καθημερινές αλληλεπιδράσεις. Εντός των συστημάτων αυτών, οι οικογένειες πολύ συχνά βασίζονται στους πρεσβύτερους, σε μακρινούς συγγενείς και σε κοινοτικούς αρχηγούς για την κοινωνική νομιμότητα και οικονομική σταθερότητα.

Σε τέτοια πλαίσια, η αποκάλυψη της κακοποίησης σπάνια αντιμετωπίζεται ως προσωπική αλληλεπίδραση μεταξύ παιδιού και ενήλικα. Παρόλ’ αυτά, αυτό κατέληγε επανειλημμένα σε οικογενειακή κρίση, που απαιτούσε αποφάσεις, που σταθμίζουν την κοινωνική θέση, την οικονομική εξάρτηση, τις προοπτικές γάμου και την υπόληψη της κοινότητας.

Οι φροντιστές περιέγραψαν πώς η κακοποίηση, ιδιαίτερα όταν ο φερόμενος θύτης είναι γνωστό άτομο, πυροδοτεί τον φόβο της κοινωνικής έκθεσης. Σε κοινότητες, όπου οι οικογένειες είναι στενά διασυνδεδεμένες, αποτελεί ρίσκο δημοσιοποίησης ακόμη και η αναζήτηση συμβουλής.

Στη μελέτη, πολλοί φροντιστές δήλωσαν ότι δεν ήξεραν πού να υποβάλουν αναφορά, ποιον να προσεγγίσουν ή τι επακόλουθα θα δημιουργούνταν αν εμπλέκονταν τα επίσημα συστήματα. Αυτή η αβεβαιότητα συχνά οδηγούσε σε καθυστερημένη ανταπόκριση, εσωτερική διαχείριση αυτών των αποκαλύψεων ή σιωπή.

Η μακρά σκιά της ενήλικης σιγής

Η Ινδία έχει θεσπίσει πολλαπλούς τρόπους αναφοράς για την προστασία των παιδιών, όπως την CHILDLINE 1098, μία 24ωρη δωρεάν γραμμή βοήθειας, και την e-Box, διαδικτυακή πλατφόρμα υποβολής αναφορών διαχειριζόμενη από την Εθνική Επιτροπή Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού.

Μα η επίγνωση των μηχανισμών αυτών δεν ήταν το ίδιο μεταξύ φροντιστών. Κάποιοι είχαν ακούσει για τις γραμμές βοήθειας, αλλά δεν ήταν σίγουροι για το αν αυτές ήταν ανώνυμες ή όχι, αν οι αναφορές θα ενέπλεκαν την αστυνομία ή αν το παιδί τους θα εκτίθετο σε στίγμα ή ανταπαντήσεις.

Η έρευνα συμπεριέλαβε και συζητήσεις με ενήλικες επιζήσαντες, οι οποίοι έκαναν ανασκόπηση στο πώς οι αποκρίσεις των οικογενειών διαμόρφωσαν την ευημερία τους σε βάθος χρόνων.

Μια γυναίκα γύρω στα είκοσι, η οποία ζήτησε να παραμείνει ανώνυμη, είπε πως κατά την παιδική της ηλικία είχε αποκαλύψει περιστατικό κακοποίησης, αλλά ένιωθε πως η οικογένειά της δυσκολευόταν να αποκριθεί προστατευτικά. Ενώ εκείνη τώρα είναι οικονομικά ανεξάρτητη και κάνει ψυχοθεραπεία, περιγράφει πώς η άλυτη σιωπή συνεχίζει να επηρεάζει το αίσθημα ασφάλειας και τις σχέσεις της.

«Εύχομαι η μητέρα μου να είχε αντιδράσει διαφορετικά και να με είχε εμπιστευτεί πλήρως όταν είχα μιλήσει», είπε.

Ο απολογισμός της αντήχησε ένα ευρύτερο μοτίβο: οι οικογένειες δεν απέρριπταν απαραίτητα τις αποκαλύψεις λόγω αδιαφορίας, αλλά συχνά γιατί δεν είχαν τα μέσα, την αυτοπεποίθηση ή την κοινωνική άδεια για να αντιδράσουν με τρόπους, που επικεντρώνονται στο παιδί.

Πέρα από την επίγνωση: Αντιμετώπιση του πλαισίου προστασίας ενηλίκων

Οι εμπειρίες που καταγράφηκαν σε όλες αυτές τις περιοχές (mandal) υποδηλώνουν ότι η προστασία των παιδιών δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στην εκπαίδευση αυτών. Η αποκάλυψει συμβαίνει εντός των οικογενειών και οι οικογένειες λειτουργούν μέσα σε κοινωνικά συστήματα, τα οποία διαμορφώνουν το ποιες αποκρίσσεις μοιάζουν πιθανές.

Χωρίς προσβάσιμη καθοδήγηση για τους φροντιστές, στο πώς να φερθούν, πού να αναζητήσουν εμπιστευτική υποστήριξη και πώς να προτεραιοποιήσουν την ασφάλεια του παιδιού χωρίς να πυροδοτήσουν κοινωνική βλάβη, κινδυνεύει να σταματήσει στην αναγνώριση παρά να οδηγήσει στην προστασία.

Η μελέτη από την Άντρα Πραντές επισημαίνει μια σημαντική, αλλά συχνά παραμελημένη πραγματικότητα: αυτό που συμβαίνει αφού μιλήσει το παιδί καθορίζεται όχι μόνο από τον νόμο, αλλά επίσης από τους κοινωνικούς κόσμους, μέσα στους οποίους οι οικογένειες πρέπει να περιηγηθούν, μόλις η σιωπή διαλυθεί.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.