Εξορία σημαίνει να δυσκολεύεσαι να πεις «εδώ»

Κέντρο του Χονγκ Κονγκ, παραλιακά. Φωτογραφία από 蓝茶 Bluetea στο Pexels, με χρήση άδειας Pexels .

Αυτή η ανάρτηση ανέβηκε πρώτη φορά στις 2 Ιουλίου 2024 στην ιστοσελίδα The Hong Konger. Πρόκειται για μια ανεξάρτητη πλατφόρμα με κύρια γλώσσα τα αγγλικά. Κύριες θεματικές αποτελούν η ταυτότητα του Χονγκ Κονγκ και η κουβέντα περί διασποράς μέσα από ένα πλούσιο υλικό σχετικά με την κοινωνία, την πολιτική, τις επιχειρήσεις, την κουλτούρα και τον τρόπο ζωής. Η επιμελημένη έκδοση αναδημοσιεύεται στο Global Voices μετά από συμφωνία συνεργασίας περιεχομένου.

«Δύσκολη λέξη η εξορία», είπα στην φίλη μου, όταν με ρώτησε εάν θεωρώ τον εαυτό μου εξόριστο. Με παρακάλεσε να μην βάζω την ταμπέλα του εξόριστου. Άλλοι φίλοι μου, από την άλλη, με παρακαλούν να μην γυρίσω στο Χονγκ Κονγκ. Θεωρούν πως δεν είναι ασφαλές. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω τι θα συνέβαινε, εάν επέστρεφα. Μετακόμισα στην Ολλανδία, όπου και γεννήθηκα και έζησα μέχρι το 2004, για να γράψω ένα βιβλίο και να είμαι με την σύντροφο μου. Ιδανικά, θέλω να επιστρέψω στο Χονγκ Κονγκ, καθώς το θεωρώ πλέον σπίτι μου. Όμως με την πολιτική κατάσταση να χειροτερεύει εκεί, όπου και έμενα από το 2010, συνειδητοποίησα πως αυτό δεν πρόκειται να συμβεί σύντομα. Κάτι το οποίο είναι δύσκολο να αποδεχτώ.

Η κουβέντα με την φίλη μου με έκανε να αναρωτηθώ τι πάει να πει να βρίσκεσαι σε εξορία. Στο βιβλίο «Εξορία στην Παγκόσμια Λογοτεχνία και Κουλτούρα: Χαμένες Πατρίδες», σε επιμέλεια των Άσερ Μιλμπάουερ και Τζέιμς Σάτον, βρήκα μία χρήσιμη περιγραφή της διαφοράς μεταξύ εξόριστων και μεταναστών: «Υπάρχουν, ωστόσο, βασικές διαφορές ανάμεσα σε εξόριστους και μετανάστες. Οι μεν αναπολούν, θυμούνται και επιθυμούν να επιστρέψουν στην πατρίδα. Οι δε κοιτούν μπροστά, ονειρεύονται και θέλουν να ταιριάζουν. Οι εξόριστοι είναι περήφανοι για την γλώσσα και την κουλτούρα τους· τις μεταδίδουν στα παιδιά τους με έναν τρόπο σχεδόν υπεροπτικό. Οι μετανάστες παλεύουν να μάθουν τα πάντα σχετικά με την κοινωνία, στην οποία εντάσσονται. Οι εξόριστοι πάντα νιώθουν ξεριζωμένοι· οι μετανάστες αδημονούν να ανήκουν».

Συνειδητοποίησα ότι η εξορία δεν έχει να κάνει μόνο με το αν είναι ασφαλές να γυρίσεις πίσω ή όχι· είναι και ένα είδος συναισθηματικής προσκόλλησης, ένα βίωμα. Εξορία πάει να πει να θέλεις να γυρίσεις πίσω και να είσαι διατεθειμένος να βάλεις την ζωή σου σε παύση για όσο χρειαστεί. Είναι λες και περιμένεις την πτήση σου στο αεροδρόμιο, η οποία συνεχώς έχει καθυστερήσεις και δεν είσαι σίγουρος πότε ή εάν θα επιστρέψεις ποτέ πίσω.

Ποδήλατα στο Άμστερνταμ, Φωτογραφία από Jace & Afsoon στο Unsplash, με άδεια χρήσης από Unsplash .

Στο βιβλίο «Εξορία στην Παγκόσμια Λογοτεχνία και Κουλτούρα», ο Κουβανός συγγραφέας Γκουστάβο Πέρεζ Φιρμάτ, εξόριστος στις ΗΠΑ, περιλαμβάνει το δοκίμιο «Ονειροπόλοι και Ισοβίτες: Εξορία με και δίχως τέλος». Στο δοκίμιο αυτό επισημαίνει ότι υπάρχουν τρία στάδια για τον εξόριστο. Στο πρώτο στάδιο κυριαρχούν η επιθυμία, η ελπίδα και ίσως και η προσδοκία της επιστροφής. Είμαστε, πλέον, εξορισμένοι από το Χονγκ Κονγκ και, όχι απλά προσδοκούμε την επιστροφή, αλλά θέλουμε να είναι και γρήγορη.

Σύμφωνα με τον Φιρμάτ, όσο περισσότερο καθυστερεί κανείς την επιστροφή, περνάει στο δεύτερο στάδιο. Μπορεί να έχουμε την προσδοκία πως κάποια στιγμή θα επιστρέψουμε, αλλά σταδιακά συνειδητοποιούμε πως δεν πρόκειται να γίνει άμεσα και νοσταλγούμε όλο και περισσότερο. Σε αυτή τη φάση, δεν είμαστε εξορισμένοι από το Χονγκ Κονγκ, αλλά σε εξορία από το Χονγκ Κονγκ. Η εξορία δεν αποτελεί πλέον μια προσωρινή κατάσταση, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού μας.

Το τρίτο στάδιο, για τον Φιρμάτ, είναι όταν έχεις φύγει εδώ και τόσο καιρό, που το να γυρίσεις πίσω είναι από μόνο του ένα είδος εξορίας. Εξηγεί ότι, σε αυτό το στάδιο, ο άνθρωπος συχνά βιώνει θυμό, αποξένωση και αδιαφορία. Εν τέλει, η εξορία τελειώνει όταν είμαστε σε θέση να πούμε «εδώ».

Καρέκλα και άδειο ράφι. Φωτογραφία από Mark Zastrow στο Flickr (CC BY-NC 2.0).

Στην αρχή, όταν γύρισα στην Ολλανδία, δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να αγοράσει πολλά βιβλία. Δεν περίμενα να μείνω για πολύ.  Μα αγαπώ τα βιβλία. Έτσι, με τον καιρό, η συλλογή μου μεγάλωνε. Η σύντροφός μου το είδε και πρότεινε να αγοράσουμε μια βιβλιοθήκη. Εγώ όμως αρνήθηκα. «Ποιος ξέρει για πόσο θα μείνουμε;», είπα. Ο καιρός περνούσε και ανανεώσαμε το συμβόλαιο για το σπίτι για ένα ακόμα εξάμηνο. Μετά ήρθαν τα Χριστούγεννα και με ρώτησε τι δώρο θα ήθελα. «Τι θα έλεγες για μία βιβλιοθήκη;», με ρώτησε απαλά. Αυτή την φορά έγνεψα σιωπηλά. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι πως το να είσαι εξόριστος, το να αποδέχεσαι μερικές αλήθειες, παίρνει χρόνο.

Αυτό που πρέπει να παραδεχθώ είναι ότι δυσκολεύομαι να πω «εδώ». Δεν ξέρω εάν θέλω να μείνω στην Ολλανδία μακροπρόθεσμα. Φαντάζομαι πως όχι. Παρόλα αυτά, ξέρω πως δεν μπορώ να είμαι συνέχεια εν κινήσει. Κάποια στιγμή πρέπει να πάω παρακάτω. Λέω στον εαυτό μου πως αυτό δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπω την ιδέα ενός ελεύθερου και δίκαιου Χονγκ Κονγκ. Σημαίνει όμως πως, κάποια στιγμή, πρέπει να αφοσιωθώ σε ένα μέρος, να πω «εδώ». Δεν έχει να κάνει μόνο με την δέσμευση σε ένα μέρος, αλλά και στους φίλους, στην κοινότητα και ίσως και σε ένα καινούργιο «σπίτι». Θέλω να είμαι σε θέση να σχεδιάζω το μέλλον μου με την σύντροφό μου. Και αυτό προϋποθέτει να αποφασίζουμε μαζί και να λέμε «εδώ».

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.