
Οι πλημμύρες του 2022 στην πόλη Gandakha, Μπαλουχιστάν, Πακιστάν. Εικόνα μέσω Hippopx.com. Εικόνα χωρίς πνευματικά δικαιώματα.
«Μου είπαν να μην το κάνω». Ο Μουχάμαντ (ψευδώνυμο) μιλάει χαμηλόφωνα κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνέντευξης στις 10 Δεκεμβρίου 2025. Η αγανάκτηση είναι εμφανής, καθώς εξηγεί ότι πρέπει για άλλη μια φορά να παρουσιαστεί στο δικαστήριο λόγω μιας αίτησης που υπέβαλε πριν από σχεδόν μία δεκαετία ενάντια στην παράνομη αποψίλωση στο χωριό του. Όταν ρωτήθηκε αν πιστεύει ότι η απόφαση του δικαστηρίου θα είναι υπέρ του, απάντησε μετά από σκέψη: «Θέλω μόνο να πάρουν απόφαση, ενώ ακόμα ζω».
Ο Μουχάμαντ στράφηκε στο δικαστικό σώμα του Πακιστάν ελπίζοντας ότι θα προστατεύσει το συνταγματικό του δικαίωμα για ένα καθαρό και υγιές περιβάλλον, ένα δικαίωμα που έχει λάβει αυξανόμενη αναγνώριση στα δικαστήρια της χώρας, καθώς οι κλιματικές καταστροφές εντείνονται σε εθνικό επίπεδο.
Τις τελευταίες δύο δεκαετίες τα ανώτερα δικαστήρια του Πακιστάν έχουν αναπτύξει νομολογία για την κλιματική αλλαγή, η οποία παρατίθεται παγκοσμίως. Το ταξίδι αυτό ξεκίνησε με την ιστορική υπόθεση Shehla Zia, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 9 του συντάγματος του Πακιστάν με τρόπο που περιλάμβανε το δικαίωμα σε ένα υγιές περιβάλλον. Μία δεκαετία αργότερα, η βάση αυτή εφαρμόστηκε ξανά στην υπόθεση Asghar Leghari εναντίον της Ομοσπονδίας του Πακιστάν, όταν το Ανώτερο Δικαστήριο της Λαχόρης αποφάσισε ότι «το περιβάλλον και η προστασία του έχουν καταλάβει κεντρική θέση στο πλαίσιο των συνταγματικών μας δικαιωμάτων».
Πιο πρόσφατα, τον Μάιο του 2025, η Έδρα Abbottabad του Ανώτερου Δικαστηρίου της Πεσαβάρ εξέδωσε μια αυστηρή απόφαση επικρίνοντας την κυβέρνηση και τον Οργανισμό Περιβαλλοντικής Προστασίας για την αποτυχία τους να προστατεύσουν τα ευαίσθητα ορεινά οικοσυστήματα. Είναι σημαντικό ότι το δικαστήριο δεν εστίασε μόνο στα παραδοσιακά ζητήματα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και της ηχορύπανσης, αλλά τόνισε επίσης την ανάγκη για ευρύτερη προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.
Σε συνδυασμό με αυτές τις νομικές εξελίξεις, το Κοινοβούλιο έχει κάνει προσπάθειες για την κατοχύρωση της περιβαλλοντικής προστασίας στη νομοθεσία, μεταξύ άλλων μέσω του άρθρου 9A, το οποίο εισήχθη από την 26η συνταγματική τροπολογία. Συνολικά, αυτές οι αλλαγές προσφέρουν μια εικόνα συγκρατημένης αισιοδοξίας εν μέσω ενός κατά τα άλλα ζοφερού κλιματικού πλαισίου.
Ωστόσο, τα δικαστήρια δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως παντοδύναμες μηχανές της κλιματικής δικαιοσύνης. Για να κατανοήσει κανείς τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει το δικαστικό σώμα του Πακιστάν, είναι απαραίτητο να τοποθετήσει τα δικαστήρια εντός των ευρύτερων κοινωνικών, οικονομικών και συστημικών περιορισμών της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό αποκαλύπτονται σοβαρά κενά που εξακολουθούν να περιορίζουν την ικανότητα των δικαστηρίων για την παροχή ουσιαστικής κλιματικής δικαιοσύνης.
Σύμφωνα με μια έκθεση του Περιβαλλοντικού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2025, οι αγωγές για το κλίμα παγκοσμίως αντιμετωπίζουν δομικούς, διαδικαστικούς και οικονομικούς φραγμούς. Ως αποτέλεσμα, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από ισχυρά δίκτυα της κοινωνίας των πολιτών, μια κουλτούρα αγωγών δημοσίου ενδιαφέροντος (PIL) και πρόσβαση σε εξειδικευμένη νομική εμπειρογνωμοσύνη. Στο Πακιστάν, αυτές οι προϋποθέσεις εξακολουθούν να απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό.
Σε τηλεφωνική συνέντευξη με το Global Voices, η Abira Ashfaq, συνήγορος και αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Χαμπίμπ, σημειώνει ότι η μείωση της χρηματοδότησης των ΜΚΟ και η έλλειψη σταθερής οικονομικής υποστήριξης για PIL σημαίνουν ότι πολύ λίγες περιβαλλοντικές αξιώσεις φτάνουν στα Περιβαλλοντικά Δικαστήρια που έχουν συσταθεί για την εκδίκαση τέτοιων θεμάτων.
Ακόμη και όταν οι υποθέσεις φτάνουν μέχρι εκεί, συχνά δυσκολεύονται να επιβιώσουν λόγω της αργής πορείας των δικαστικών διαδικασιών. Ο Μουχάμαντ αναγνωρίζει ότι μόνο με την υποστήριξη μιας τοπικής ΜΚΟ, η οποία κάλυψε τα υψηλά έξοδα της αγωγής, κατάφερε να φέρει την υπόθεσή του στο δικαστήριο. Ωστόσο, ανησυχεί ότι οι περιορισμένοι πόροι της οργάνωσης δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο μέγεθος των συμφερόντων που αντιμετωπίζει, ιδίως καθώς η χρηματοδότηση για την κοινωνία των πολιτών εξακολουθεί να μειώνεται.
Ένα άλλο διαρθρωτικό εμπόδιο είναι η περιορισμένη ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής και κλιματικής νομοθεσίας στο νομικό επάγγελμα του Πακιστάν. Σε συνένετευξη μέσω Zoom με το Global Voices, ο Rafay Alam, κορυφαίος περιβαλλοντικός δικηγόρος της χώρας, εξηγεί πώς η κλιματική νομοθεσία περιορίζεται σε έναν μικρό κύκλο επαγγελματιών.
«Ό,τι νόμος για το κλίμα έχει προκύψει από τα δικαστήρια τα τελευταία 20 με 25 χρόνια έχει δημιουργηθεί από μια μικρή ομάδα ανθρώπων», λέει ο Alam. «Δεν έχει επεκταθεί πέρα από άτομα που έχουν δείξει προσωπικό ενδιαφέρον».
Ως αποτέλεσμα, ο αριθμός των δικηγόρων που είναι πρόθυμοι να αναλάβουν υποθέσεις που σχετίζονται με το κλίμα, καθώς και των δικαστών που έχουν εκδώσει αποφάσεις σχετικές με το κλίμα, παραμένει μικρός. Η νομική εκπαίδευση αντικατοπτρίζει αυτό το κενό. Το περιβαλλοντικό δίκαιο διδάσκεται μόνο σε λίγα πανεπιστήμια, τα περισσότερα από τα οποία χρεώνουν υψηλά δίδακτρα, γεγονός που καθιστά αυτά τα προγράμματα απρόσιτα για πολλούς φοιτητές μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος. Αυτό έχει οδηγήσει σε περαιτέρω συγκέντρωση της εμπειρογνωμοσύνης στον τομέα του δικαίου του κλίματος σε μια στενά συνδεδεμένη ομάδα.
Οι επιπτώσει είναι εμφανείς και εντός των Περιβαλλοντικών Δικαστηρίων. Ενώ οι δικαστές είναι γενικά εξοικειωμένοι με τους σχετικούς νόμους, όπως τον νόμο περιβαλλοντικής προστασίας Χέμπαρ Παχτούνχουα του 2014, πολλοί από αυτούς δεν έχουν επαρκή έκθεση στην κλιματική επιστήμη και στις εξελισσόμενες αρχές του περιβαλλοντικού δικαίου. Αυτό, με τη σειρά του, περιορίζει τη θεσμική ικανότητα της δικαστικής εξουσίας να αναπτύξει μια πιο προοδευτική κλιματική νομολογία.
Αυτές οι προκλήσεις επιδεινώνονται περαιτέρω σε περιπτώσεις που αφορούν μεγάλα έργα υποδομής που χρηματοδοτούνται από πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης (MDB). Η Ashfaq σημειώνει ότι τα πλαίσια περιβαλλοντικής και κοινωνικής προστασίας που επιβάλλονται από δανειστές όπως η Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης και η Παγκόσμια Τράπεζα είναι, από ορισμένες απόψεις, πιο λεπτομερή από τους εγχώριους περιβαλλοντικούς νόμους του Πακιστάν.
«Ωστόσο, ενώ οι τράπεζες ισχυρίζονται ότι τηρούν υψηλά πρότυπα, τελικά επικεντρώνονται στην έγκριση των έργων και δεν βλέπουν με καλό μάτι τα εμπόδια που μπορεί να δημιουργήσει ένα πλήρως λειτουργικό Περιβαλλοντικό Δικαστήριο», εξηγεί.
Ως αποτέλεσμα, στα έργα που χρηματοδοτούνται από MDB, η ικανότητα των δικαστηρίων να παρεμβαίνουν συχνά περιορίζεται, γεγονός που με τη σειρά του αποδυναμώνει την ικανότητά τους να δημιουργήσουν μια ουσιαστική νομολογία για το κλίμα.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι αγωγές για το κλίμα βρίσκονται σε άνοδο. Μεταξύ 1986 και 2025, οι υποθέσεις που προέρχονταν από το Νότιο Ημισφαίριο αντιπροσώπευαν λιγότερο από 10 τοις εκατό του συνόλου των αγωγών για το κλίμα σε παγκόσμιο επίπεδο, αν και το ποσοστό αυτό αυξάνεται σταθερά. Για το Πακιστάν, μία από τις χώρες με τη μεγαλύτερη ευπάθεια στο κλίμα, η ανάγκη για ένα δικαστικό σύστημα ικανό να ανταποκριθεί σε σύνθετες κλιματικές ζημίες είναι ιδιαίτερα επιτακτική.
Η κλιματική αλλαγή έχει δημιουργήσει την επείγουσα ανάγκη για την επέκταση των εθνικών δικαστηρίων πέρα από τον παραδοσιακό τους ρόλο της εκδίκασης διαφορών μεταξύ δύο αναγνωρίσιμων μερών. Ο Rafay Alam τονίζει αυτό το σημείο όταν συζητά τις προκλήσεις της επίτευξης κλιματικής δικαιοσύνης μέσω των δικαστηρίων.
«Τελικά, τι μπορεί να κάνει ένα δικαστήριο για την κλιματική αλλαγή;» ρωτά ο Alam. «Μπορώ να υποβάλω ένσταση κατά του μουσώνα;».
Το νομικό σύστημα του Πακιστάν έχει σχεδιαστεί για την επίλυση διαφορών μεταξύ αναγνωρίσιμων μερών, ένα πλαίσιο που δεν ταιριάζει στον διάχυτο και συστημικό χαρακτήρα της κλιματικής αλλαγής. Η πρόσφατη εισαγωγή της 27ης τροπολογίας στο Σύνταγμα έχει περιπλέξει περαιτέρω την πρόσβαση των πακιστανών πολιτών στη δικαιοσύνη για το κλίμα. Η Τροπολογία θέσπισε ένα Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο (FCC) για την εκδίκαση υποθέσεων δημοσίου συμφέροντος, μια λειτουργία που προηγουμένως ανήκε στο Ανώτατο Δικαστήριο. Η σημασία της τροπολογίας για την κλιματική δικαιοσύνη στο Πακιστάν δεν έχει ακόμη καθοριστεί. Ωστόσο, οι επικριτές της τροπολογίας επισημαίνουν ότι η δημιουργία του FCC και η αυξανόμενη επιρροή της εκτελεστικής εξουσίας επί της δικαστικής εξουσίας έχουν υπονομεύσει σοβαρά τους θεσμούς ελέγχου και ισορροπίας στη χώρα. Αν η υπόθεση Leghari εναντίον της Ομοσπονδίας εκδικαζόταν σήμερα ενώπιον του FCC, είναι πιθανό ότι το αποτέλεσμα θα ήταν πολύ διαφορετικό.
Η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης απαιτεί, επομένως, όχι μόνο την επανεξέταση των οικονομικών και αναπτυξιακών μοντέλων, αλλά και θεσμικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων και αυτών στο ίδιο το δικαστικό σώμα. Αν τα δικαστήρια του Πακιστάν θέλουν να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο στην προώθηση της κλιματικής δικαιοσύνης, πρέπει να συμβάλουν στην άρση των οικονομικών και διαρθρωτικών εμποδίων που εμποδίζουν τις ευάλωτες κοινότητες να έχουν πρόσβαση στη δικαιοσύνη και να ενισχύσουν την ικανότητά τους να λειτουργούν ως αποτελεσματικός συνταγματικός έλεγχος σε μια εποχή κλιματικών κινδύνων που κλιμακώνονται.






