
Ο βομβαρδισμός της Τεχεράνης από την Αμερική και το Ισραήλ στις 3 Μαρτίου του 2026. Φωτογραφία από το Avash Media στο Wikimedia Commons (CC BY 4.0).
Της Bahareh Sahebi
Σήμερα στο Ιράν, ενώ οι ισραηλινοί και οι αμερικανικοί πύραυλοι και οι εναέριες επιθέσεις χτύπησαν την χώρα, η καθημερινότητα ξεδιπλώνεται υπό την ορατή παρουσία των υπηρεσιών ασφαλείας. Από τις διαμαρτυρίες που ξέσπασαν στις 28 Δεκεμβρίου του 2025, ομάδες για τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν αναφέρει αύξηση στις ένοπλες περιπολίες και σημεία ελέγχου σε μεγάλους δρόμους και σε σταυροδρόμια πόλεων.
Στρατιώτες και μέλη της παραστρατιωτικής ομάδας Basij στέκονται με στρατιωτικά τουφέκια, σταματούν αμάξια, ανακρίνουν πεζούς και σε ορισμένες περιπτώσεις ζητούν από τους σταματημένους να ξεκλειδώσουν τα κινητά τους τηλέφωνα, ώστε να ελεγχθούν μηνύματα, φωτογραφίες και λογαριασμοί κοινωνικών δικτύων.
Πολλοί Ιρανοί σήμερα ζουν ανάμεσα σε δύο διασταυρούμενα πυρά: από ψηλά έρχεται η απειλή βομβών και πυραύλων από τον πόλεμο, που κλιμακώνεται και διεξάγεται από το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από το έδαφος, η διαρκής πίεση ενός κράτους που συνεχίζει να συλλαμβάνει, να εκτελεί και να ενισχύει τον έλεγχό του στον πληθυσμό.
Αυτό που συχνά εξαφανίζεται σε γεωπολιτικές συζητήσεις είναι το ψυχολογικό περιβάλλον, που δημιουργείται από τέτοιες καταστάσεις. Όταν οι πολίτες ζουν υπό πόλεμο και αυταρχική κυβέρνηση, η συμπεριφορά αναδιοργανώνεται, εστιασμένη στην επιβίωση. Μαθαίνουν να υπολογίζουν διαρκώς τους κινδύνους. Μετρούν τα λόγια τους, πού πηγαίνουν, ποιον να εμπιστεύονται και πότε να σιωπούν. Αυτό που μοιάζει με παθητικότητα μπορεί αντ’ αυτού να είναι η σιωπηλή λογική της επιβίωσης κάτω από συνθήκες όπου ένα μήνυμα, μια συζήτηση ή συσχέτιση μπορεί να επιφέρει σοβαρότατες συνέπειες.
Κάτω από τέτοιες συνθήκες, η σιωπή μπορεί να απλωθεί μέσα στην κοινωνία με τρόπους που κάποιος που βρίσκεται έξω από αυτές μπορεί συχνά να παρερμηνεύσει. Όταν η έκφραση διαφωνίας μπορεί να φέρει τιμωρία ή απομόνωση, πολλοί επιλέγουν να μείνουν σιωπηλοί ακόμη κι αν διαφωνούν. Με τον καιρό, αυτό δημιουργεί την εικόνα της δημόσιας συνέναισης εκεί όπου δεν υπάρχει.
Δηλώσεις που μεταδόθηκαν στην κρατική τηλεόραση από τον επικεφαλής της δικαστικής εξουσίας του Ιράν, προειδοποιούσαν: «Εκείνοι που λένε ή κάνουν οτιδήποτε που είναι σύμφωνο με την θέληση της Αμερικής ή του σιονιστικού καθεστώτος βρίσκονται στο πλευρό του εχθρού και πρέπει να αντιμετωπιστούν με βάση επαναστατικές, ισλαμικές αρχές και σύμφωνα με τον καιρό του πολέμου». Κι άλλες τέτοιες προειδοποιήσεις απευθύνονται στη διασπορά, υποδηλώνοντας ότι οι Ιρανοί που «συμπονούν, υποστηρίζουν ή συνεργάζονται» με τον πόλεμο της Αμερικής και του Ισραήλ στην χώρα θα μπορούσαν να έρθουν αντιμέτωποι με κατάσχεση περιουσίας εντός του Ιράν και νομικών συνεπειών σε περίπτωση επιστροφής τους στην χώρα.
Οι ζωές πίσω από τη γεωπολιτική
Μεγάλο μέρος της διεθνούς συζήτησης για το Ιράν εστιάζει στη γεωπολιτική και στις περιφερειακές διαμάχες. Εντός της χώρας, ωστόσο, η καθημερινότητα έχει διαμορφωθεί από κάτι πολύ πιο άμεσο. Οι άνθρωποι πρέπει να διαχειριστούν υον πόλεμο και την καταστολή, ενώ παράλληλα ζουν σε μία αποστραγγισμένη οικονομική συνθήκη και αντιμετωπίζουν όλο και αυξανόμενη δυσκολία στην εξασφάλιση των απολύτως απαραίτητων.
Στιγμές σαν κι αυτή δεν είναι μόνο γεωπολιτικές κρίσεις. Είναι και ψυχολογικές. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τα κράτη και τους στρατούς διαμορφώνουν εκ νέου το περιβάλλον στο οποίο εκατομμύρια ανθρώπων πρέπει να σκεφτούν, να μιλήσουν και να επιβιώσουν ενώ η μοίρα τους διαμορφώνεται από αποφάσεις πολύ πέρα του ελέγχου τους.
Με τον καιρό, τέτοια περιβάλλοντα αναδιαμορφώνουν την συμπεριφορά. Οι άνθρωποι μαθαίνουν να ελέγχουν το περιβάλλον τους για κινδύνους, αποφεύγοντας συζητήσεις που μπορεί να τραβήξουν την προσοχή, και μετρούν αυτά που θα πουν. Οι κοινωνιολόγοι το περιγράφουν ως προσαρμοστική συμπεριφορά επιβίωσης. Οι άνθρωποι πρέπει να προσαρμόσουν τις πράξεις τους όχι επειδή συμφωνούν με την εξουσία, αλλά επειδή το κόστος εναντίωσης είναι πολύ μεγάλο.
Παρά τις προσπάθειες του κράτους να προβάλει εσωτερική ενότητα κατά την εξέλιξη του πολέμου, μεγάλα τμήματα του πληθυσμού συνεχίζουν να απορρίπτουν την Ισλαμική δημοκρατία. Ωστόσο, σε μια χώρα όπου η εναντίωση μπορεί να φέρει τον κίνδυνο φυλάκισης ή και εκτέλεσης, η σιωπή δεν μπορεί να εκληφθεί ως συναίνεση. Ο επιδεινούμενος φόβος της καταπίεσης και του πολέμου καταστέλλει τη δημόσια έκφραση.
Μεταξύ δύο κινδύνων
Στους περισσότερους πολέμους, οι πολίτες φοβούνται το πεδίο της μάχης. Κάτω από αυταρχικό έλεγχο, φοβούνται την ίδια τους την κυβέρνηση. Στο Ιράν σήμερα και οι δύο αυτοί κίνδυνοι συνυπάρχουν.
Το ιρανικό κράτος δεν έχει παράσχει ουσιαστικά καμία ουσιαστική προστασία για τους αμάχους κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων. Δεν υπάρχουν εκτεταμένα δημόσια καταφύγια, ούτε λειτουργικό εθνικό σύστημα καταφυγίων, και σε πολλές περιοχές δεν υπάρχουν καν σειρήνες για να ενημερώσουν τους ανθρώπους ότι πλησιάζουν πύραυλοι. Για πολλούς κατοίκους, το πρώτο δείγμα μιας επικείμενης επίθεσης είναι να δουν ή να ακούσουν την ίδια την έκρηξη.
Σε κάποιες πόλεις, οι κάτοικοι περιγράφουν πως συγκεντρώνονται στις ταράτσες τις νύχτες για να βλέπουν τους πυραύλους να σχίζουν τον ουρανό, πιστεύοντας πως ο ανοιχτός αέρας θα παράσχει μεγαλύτερη πιθανότητα επιβίωσης από το ενδεχόμενο να εγκλωβιστούν μέσα σε διαλυμένα κτίρια. Αυτού του είδους υπολογισμούς αναγκάζονται να κάνουν οι άμαχοι, όταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ τους βομβαρδίζουν και το κράτος δεν προσφέρει καμία προστασία.
Η χώρα συνεχίζει να βιώνει το σοκ των δολοφονιών, που έλαβαν χώρα κατά τις διαδηλώσεις του Ιανουαρίου και του Φεβρουαρίου, όταν οι δυνάμεις ασφαλείας πυροβόλησαν διαδηλωτές σε πολλές πόλεις. Οι οικογένειες ακόμη θρηνούν. Οι κοινότητες εξακολουθούν να διαχειρίζονται τη βία. Σε τέτοιο περιβάλλον, ο φόβος και ο θρήνος διαμορφώνουν το πώς οι άνθρωποι απαντούν στους νέους κινδύνους του πολέμου.
Για πολλούς Ιρανούς, οι βόμβες που πέφτουν σήμερα μπορεί κάποια στιγμή να σταματήσουν. Οι πόλεμοι να τελειώσουν. Οι εναέριες επιθέσεις να πάψουν. Αλλά η απειλή της Ισλαμικής δημοκρατίας συνεχίζεται εδώ και περίπου μισό αιώνα. Το κράτος έχει αντιδράσει επανειλημμένα με συλλήψεις, εκτελέσεις και ενισχυμένο έλεγχο. Για εκείνους που ζουν στο Ιράν, αυτή η ιστορία διαμορφώνει το πώς η παρούσα στιγμή γίνεται αντιληπτή.
‘Εξω από τη χώρα, η σιωπή τους είναι συχνά παρεξηγημένη. Στα παγκόσμια ΜΜΕ και στον διαδικτυακό σχολιασμό, η απουσία ορατών διαδηλώσεων στο Ιράν κατά τη διάρκεια του πολέμου, ενώ οι οργανωμένες από την κυβέρνηση συγκεντρώσεις ενισχύονται από τον πλήρη έλεγχο των εγχώριων ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων, έχει ερμηνευτεί από ορισμένους ως απόδειξη του ότι οι Ιρανοί δεν αναζητούν πολιτική αλλαγή και συσπειρώνονται πίσω από την κυβέρνηση απέναντι σε ένα εξωτερικό εθχρό.
Αλλά η σιωπή σπάνια σημαίνει και συμφωνία. Όταν η η έκφραση διαφωνίας ενέχει τον κίνδυνο φυλάκισης, βίας, ή θανάτου, οι άνθρωποι συχνά κρύβουν τις απόψεις τους στον δημόσιο χώρο ενώ έχουν πολύ διαφορετικές πεποιθήσεις, ιδιαίτερα σε περιόδους πολέμου. Οι πολιτικοί επιστήμονες περιγράφουν αυτή τη δυναμική ως παραποίηση προτιμήσεων.
Κίνδυνος και αβεβαιότητα
Από την αρχή του πολέμου, η κυβέρνηση έχει επανειλημμένα επιβάλει διακοπές επικοινωνίας και αυστηρούς περιορισμούς στο διαδίκτυο. Πολλοί άνθρωποι έχουν περιορισμένη πρόσβαση στην πληροφόρηση πέρα από αυτό που συμβαίνει στις άμεσες γειτονιές τους. Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και η βασική γνώση έρχεται κατακερματισμένη. Μεγάλο μέρος των πληροφοριών που φεύγουν από το Ιράν τώρα ταξιδεύουν σε μικρά κομμάτια: ένα μικρό βίντεο, ένα ηχητικό μήνυμα που έχει σταλεί σε μια έμπιση επαφή, ένα σύντομο μήνυμα που επιβεβαιώνει πως κάποιος είναι ασφαλής.
Το πληροφοριακό περιβάλλον γύρω από τη σύγκρουση έχει διασπαστεί. Ο δημόσιος διάλογος έχει σκληρύνει σε ανταγωνιστικά αφηγηματικά στρατόπεδα που διαμορφώνονται από διαφορετικές υποθέσεις και πεποιθήσεις.
Οι σχολιαστές συχνά ερμηνεύουν τα γεγονότα μέσα από ιδεολογικά πλαίσια, ενισχύοντας γεγονότα που ενισχύουν τη θέση τους ενώ προσπερνούν αυτές που τη δυσκολεύουν.
Τα πολύπλοκα γεγονότα ελαττώνονται σε επίπεδο απλοποιημένων ειδήσεων, που έχουν σχεδιαστεί να κινητοποιήσουν το κοινό αντί να το πληροφορήσουν. Σε αυτή τη διαδικασία, τα βάσανα των πολιτών μπορεί να μπουν σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τα αφηγήματα, που χτίζονται γύρω τους.
Οι συζητήσεις που ξεδιπλώνονται στο εξωτερικό μπορεί να φαντάζουν μακρινές από την καθημερινή ζωή. Εντός του Ιράν, οι άνθρωποι βιώνουν διακοπές ρεύματος, δρόμους ελεγχόμενους από τον στρατό, οικονομικές πιέσεις και τη διαρκή αβεβαιότητα του τι μπορεί να φέρει η επόμενη ημέρα. Οι οικογένειες ανησυχούν για συγγενείς σε διαφορετικές πόλεις, που δεν μπορούν να προσεγγίσουν. Μηνύματα δεν αποστέλλονται. Οι φήμες ταξιδεύουν γρηγορότερα από τις αξιόπιστες πληροφορίες.
Πίσω από αυτές τις συζητήσεις βρίσκονται οι ζωές απλών ανθρώπων, σπάνια ορατών στον γεωπολιτικό διάλογο. Ένα παιδί στο Μπουσίρ, που πηγαίνει στο σχολείο, φέρει το σιωπηλό άγχος ότι η τάξη θα μπορούσε να γίνει στόχος ισραηλινών ή αμερικανικών πυραύλων. Μια μάνα στην Τεχεράνη πηγαίνει από φαρμακείο σε φαρμακείο αναζητώντας τα αντικαρκινικά φάρμακα, που κάποτε κρατούσαν το παιδί της ζωντανό, αλλά τώρα έχει γίνει αδύνατο να βρει ή αγοράσει.
Για πολλές οικογένειες, αυτές δεν είναι αόριστες πολιτικές συζητήσεις. Είναι οι πραγματικότητες, που διαμορφώνουν την κάθε τους μέρα.
Οι άνθρωποι, που ζουν έξω από το Ιράν σήμερα, δεν είναι χαρακτήρες σε μια γεωπολιτική διαμάχη. Είναι ανθρώπινα όντα, που προσπαθούν να κινηθούν μέσα σε ασυνήθιστους κινδύνους και αβεβαιότητα.
Για τους Ιρανούς σήμερα, η ζωή βιώνεται ακριβώς μέσα σε αυτό το ψυχολογικό πεδίο.







