Η διακοπή του διαδικτύου στο Ιράν ως γεγονός των ΜΜΕ: Δίκτυα, αλγόριθμοι και η πολιτική της ορατότητας

Nighttime image: Protesters gathering in the streets in Iran. Photo by Mamlekate on Wikimedia Commons. (CC BY-SA 4.0)

Διαδηλωτές στους δρόμους του Ιράν. Φωτογραφία από Mamlekate στο Wikimedia Commons. (CC BY-SA 4.0)

Της Bahar Almasi

Οι συντονισμένες απεργίες στο μεγάλο παζάρι της Τεχεράνης, που ξεκίνησαν στις 27 Δεκεμβρίου 2025, επεκτάθηκαν γρήγορα σε εθνικές διαδηλώσεις σε περισσότερες από 30 επαρχίες. Με την αύξηση των αναταραχών, οι ιρανικές Αρχές επέβαλαν πλήρη διακοπή του διαδικτύου στις 8 Ιανουαρίου 2026, γεγονός που το NetBlocks επιβεβαίωσε ως σχεδόν συνολική κατάρρευση της συνδεδιμότητας, η οποία επηρέασε τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας, τις υπηρεσίες σταθερής τηλεφωνίας και τις διεθνείς πύλες και συνεχίστηκε για αρκετές ημέρες μέχρι την αποκατάσταση περιορισμένης πρόσβασης στις 23 Ιανουαρίου.

Με την αποκατάσταση περιορισμένης πρόσβασης, βίντεο και μαρτυρίες ξεκινούν να αποκαλύπτουν ένα μοτίβο κρατικής βίας που το Συμβούλιο των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ έχει ήδη χαρακτηρίσει ως «πρωτοφανές ως προς το εύρος και την ωμότητά του». Σύμφωνα με έκθεση του TIME Magazine που παραθέτει ανώνυμους κρατικούς υπαλλήλους, οι κρατικές ενέργειες ενδέχεται να οδήγησαν σε περισσότερους από 30.000 θανάτους. Ταυτόχρονα, η ιρανική ΜΚΟ ανθρώπινων δικαιωμάτων με έδρα στις ΗΠΑ, η HRANA, αναφέρει τουλάχιστον 41.800 και ενδεχομένως έως και 50.000 συλλήψεις σε περισσότερες από 400 πόλεις, με κρατούμενους σε υπερπλήρεις εγκαταστάσεις που αντιμετωπίζουν υψηλό κίνδυνο βασανιστηρίων, ομολογίες υπό πίεση και συνοπτική εκτέλεση.

Ένα κενό που καλύπτεται από φωνές του εξωτερικού που υποστηρίζουν το καθεστώς

Όπως και με τις προηγούμενες διακοπές τον Νοέμβριο του 2019 και κατά τη διάρκεια του κινήματος «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», η διακοπή αναδιαμόρφωσε το ποιος μπορούσε να μιλήσει εκ μέρους των Ιρανών στο εξωτερικό. Με τον αποκλεισμό των ανθρώπων εντός της χώρας, το κενό κάλυψε ένας οικείος καταιγισμός υπερασπιστών του καθεστώτος και σχολιαστών, που υποστηρίζουν την κυβέρνηση, επηρεάζοντας την ερμηνεία της εξέγερσης σε διεθνές επίπεδο. Τα μέσα ενημέρωσης έχουν καταγράψει διαμαρτυρίες εναντίον ατόμων, όπως ο Trita Parsi, ιδρυτής του NIAC και συνιδρυτής του Ινστιτούτου Quincy, του οποίου οι δημόσιες εμφανίσεις έχουν προκαλέσει κατηγορίες από διαδηλωτές ότι προωθούν αφηγήσεις φιλικές προς την Τεχεράνη. Παρόμοιες ανησυχίες έχουν εκφραστεί στον Καναδά, όπου η Ιρανική Καναδική Συνομοσπονδία (ICC) έχει δεχτεί κριτική από ακτιβιστές της διασποράς για θέσεις που, όπως υποστηρίζουν, συνάδουν υπερβολικά με αυτές της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Αποκαλυπτικά στοιχεία αυτής της δυναμικής προέκυψαν από ένα πρόσφατο επεισόδιο του ιρανικού φιλοκυβερνητικού προγράμματος Dialogue, στο οποίο δύο διανοούμενοι που συνδέονται με το καθεστώς, οι Foad Izadi και Bijan Abdolkarimi, συζήτησαν τη δημιουργία ενός «ιρανικού λόμπι» στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Izadi, συχνός εκπρόσωπος των κρατικών ΜΜΕ, που έχει υποστηρίξει τη στοχοποίηση αμερικανικών στρατευμάτων, και ο Abdolkarimi, καθηγητής φιλοσοφίας που έχει αποκαλέσει τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) τη «μόνη ελπίδα» του Ιράν, εξέτασαν τη δομή ενός τέτοιου λόμπι και ανέφεραν ρητά τον Trita Parsi και το NIAC.

Ο Izadi τόνισε ότι θα πρέπει να είναι λόμπι του Ιράν, όχι ιρανικό λόμπι, διάκριση που επεκτείνει το υποτιθέμενο δίκτυο πέρα από την εθνικότητα και βοηθάει να εξηγηθεί πώς δημοσιογράφοι ή αναλυτές που φαίνονται ανεξάρτητοι μπορούν να αντιμετωπίζονται ως πιθανοί διαμεσολαβητές των κρατικών αφηγήσεων. Κάνοντας αναφορά σε σχόλια του πρώην προέδρου Χασάν Ροχανί («Θέλουμε ένα ιρανικό λόμπι»), σύγκριναν αυτό το μοντέλο με τα ισραηλινά και αραβικά δίκτυα λόμπι. Σημαντικό είναι πώς η τάξη των διανοούμενων της ίδιας της Ισλαμικής Δημοκρατίας αντιλαμβάνεται την επιρροή της διασποράς και τοποθετεί το NIAC και τον Trita Parsi εντός αυτής της αρχιτεκτονικής, αποκαλύπτοντας πώς οι φιλοκυβερνητικές φωνές στο εξωτερικό συμβάλλουν στη διαχείριση αφηγήσεων ενώ οι φωνές εντός του Ιράν φιμώνονται.

Συστηματική στρατηγική χειραγώγησης αφηγήσεων

Οι αφηγήσεις που προωθούν οι πράκτορες αυτοί αποτελούν μέρος μιας σταθερής στρατηγικής. Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκεται η σκόπιμη δημιουργία αμφιβολίας. Αντί να υπερασπίζονται άμεσα τις ενέργειες του καθεστώτος, οι πράκτορες αυτοί συμβάλλουν στην αποσταθεροποίηση της ίδιας της πιθανότητας επαλήθευσης: αμφισβητούν βίντεο, αγνοούν αυτόπτες μάρτυρες, απαιτούν αδύνατα πρότυπα απόδειξης και ενισχύουν μικρές ασάφειες, σαν να αναιρούν τα συντριπτικά στοιχεία. Η στρατηγική αυτή αντικατοπτρίζει τις ευρέως τεκμηριωμένες τεχνικές παραπληροφόρησης, που χρησιμοποιούνται σε άλλα πλαίσια, όπου στόχος δεν είναι να πιστέψει το κοινό μία αφήγηση, αλλά να υπονομευθεί η εμπιστοσύνη σε οποιαδήποτε εκδοχή που έρχεται σε αντίθεση με το κράτος.

Όπως επεξηγούν τα παρακάτω παραδείγματα, αυτή η τεχνητή αβεβαιότητα γίνεται το θεμέλιο βάσει του οποίου λειτουργούν όλες οι υπόλοιπες αφηγηματικές τακτικές. Χαρακτήρισαν τους διαδηλωτές ως «ταραχοποιούς» και επιχείρησαν να παρουσιάσουν την εθνική πολιτική εξέγερση ως απλό οικονομικό παράπονο, αλλά οι λεπτομερείς αναφορές και τα ευρήματα του ΟΗΕ αποδεικνύουν ότι την εξέγερση προκάλεσαν δεκαετίες καταπίεσης, όχι κυρώσεις. Ισχυρίστηκαν ότι οι διαδηλωτές επηρεάστηκαν από ξένους παράγοντες, κι όμως όλες οι αξιόπιστες έρευνες επιβεβαιώνουν τις εγχώριες ρίζες του κινήματος.

Προειδοποίησαν ότι η διεθνής στήριξη θα οδηγούσε σε πόλεμο ή «άλλη μια Συρία», ένα επιχείρημα που βασίζεται στον φόβο και καταρρίπτεται από τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η μόνη βία μεγάλης κλίμακας προήλθε από το ίδιο το κράτος. Απαίτησαν αδύνατα επίπεδα αποδείξεων για κάθε αναφορά δολοφονιών, ενώ δέχονταν επίσημες αρνήσεις χωρίς έλεγχο, παρά το γεγονός ότι έχουν επιβεβαιωθεί μαζικές απώλειες μέσω ανεξάρτητων εγκληματολογικών αναλύσεων, βίντεο με γεωεντοπισμό και νοσοκομειακών αρχείων.

Οι ιρανοί υπερασπιστές του καθεστώτος και οι μη Ιρανοί, που παρουσιάζονται ως υπερασπιστές του «Ιράν», ευτέλισαν την καταστολή χαρακτηρίζοντάς την «απαραίτητο για την ασφάλεια μέτρο» και επιμένοντας σε στοιχεία της αστυνομίας για τον αριθμό των θυμάτων, που δεν μπορούν να συγκριθούν με τους χιλιάδες καταγεγραμμένους θανάτους και τραυματισμούς. Προσπάθησαν να διαστρεβλώσουν την αλήθεια λέγοντας ότι τα βίντεο ήταν «ψεύτικα», «παλιά» ή δημιουργήθηκαν με τεχνητή νοημοσύνη και επιμένοντας ότι δεν ήταν δυνατή η ταυτοποίηση των θυμάτων, τακτικές σχεδιασμένες για τη δημιουργία αμφιβολιών, παρά την επιβεβαίωση του αυθεντικού βιντεοσκοπημένου υλικού και των ονομάτων μέσω ανεξάρτητης επαλήθευσης και τεκμηρίωσης των ίδιων των οικογενειών. Όταν η έκταση της σφαγής έγινε αδιαμφισβήτητη, η αφήγηση άλλαξε: οι δολοφονίες αποδόθηκαν ξαφνικά σε ξένους πράκτορες και ύποπτες ένοπλες ομάδες. Ωστόσο, πολυάριθμα βίντεο Ιρανών δείχνουν ένστολες κρατικές δυνάμεις να επιτίθενται σε άοπλους πολίτες.

Χαρακτηρίζοντας τα ρεπορτάζ για την κρατική βία ως «ψυχολογικό πόλεμο» ή ξένη χειραγώγηση, δημιούργησαν αμφιβολίες γύρω από επαληθευμένες αναφορές, παρά τον συνδυασμό ανεξάρτητης δημοσιογραφίας, υλικού των πολιτών και ερευνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ισχυρίστηκαν ότι το καθεστώς παρέμεινε σταθερό και έννομο, ακόμη και όταν η μαζική συμμετοχή σε επαναλαμβανόμενες εξεγέρσεις, μποϊκοτάζ, δημοσκοπήσεις και ρήξεις εντός της ελίτ αποκάλυψαν μια βαθιά κρίση αξιοπιστίας. Κατηγόρησαν τις κυρώσεις για την οικονομική κατάρρευση του Ιράν, αγνοώντας την εκτενή έρευνα που κατονόμασε τη διαφθορά, τα μονοπώλεια του IRGC και την κακοδιαχείριση ως τους βασικούς παράγοντες. Περιγράφουν όσους εκτελέστηκαν ή στοχοποιήθηκαν από το καθεστώς ως βίαιους δράστες ή πράκτορες ξένων δυνάμεων, μέλη του ISIS, μέλη του MEK, Κούρδους αυτονομιστές, ακόμη και φερόμενους ισραηλινούς πράκτορες, παρά την τεκμηρίωση του ΟΗΕ και των ΜΚΟ σχετικά με ψευδείς δίκες, ομολογίες υπό πίεση και πολιτικές εκτελέσεις. Ισχυρίστηκαν ότι δεν γίνεται απόκρυψη πληροφοριών και υποστήριξαν ότι λόγος για τη διακοπή του διαδικτύου ήταν η αποκοπή των «ταραχοποιών» από τους υποκινητές της Δύσης, την ίδια στιγμή που δημοσιογράφοι φυλακίζονταν και η συνδεσιμότητα διακόπηκε σκόπιμα για την αποτροπή της δημοσιογραφίας. Ισχυρίστηκαν ότι η αντιπολίτευση ήταν αδύναμη, επειδή οι Ιρανοί δεν θέλουν αλλαγή, παραβλέποντας δεκαετίες καταπίεσης, διείσδυσης και καταστροφής της κοινωνίας των πολιτών. Δικαιολόγησαν την καταστολή λέγοντας ότι οι διαδηλωτές σκότωναν μέλη του σώματος ασφαλείας, οι ανεξάρτητες έρευνες, ωστόσο, υποδεικνύουν ότι η πλειονότητα των υποτιθέμενων «δολοφονημένων μελών της Basij» στην πραγματικότητα ήταν άμαχοι και προσδιορίστηκαν ως Basij από τις οικογένειές τους μετά από εξαναγκασμό. Το Παρατηρητήριο των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων κατέγραψε περιστατικά, όπου οι Αρχές έθεσαν ως προϋπόθεση για την παράδοση των σωμάτων των θυμάτων τέτοιες αναγκαστικές δηλώσεις, αποκρύπτοντας τόσο την ταυτότητα των θυμάτων όσο και την κρατική βία.

Διαστρεβλώσεις υπέρ του Παχλαβί και το σιωνιστικό πλαίσιο

Στο μεταξύ, τα ΜΜΕ, που χρηματοδοτούνται από το εξωτερικό και εκπροσωπούν τη διασπορά, εισήγαγαν τις δικές τους διαστρεβλώσεις. Κατά τη διάρκεια της διακοπής, ορισμένα παρουσίασαν τις διαδηλώσεις από φιλομοναρχική οπτική, υπέρ του Παχλαβί, μια επεξηγηματική μεταβολή που αντικατοπρίζει μοτίβα καταγεγραμμένα από το Haaretz, το οποίο ανέλυσε τις συντονισμένες προσπάθειες επιρροής με στόχο την ανάδειξη του Ρεζά Παχλαβί ως του προτιμώμενου προσώπου της αντιπολίτευσης. Στο πλαίσιο αυτό, οι «αληθινοί Ιρανοί» παρουσιάζονταν συχνά ως φιλικοί προς τους σιωνιστές ή φανεροί υποστηρικτές της παρέμβασης του Ισραήλ, μια αφήγηση που διέγραψε την πολιτική ποικιλία της χώρας και αγνόησε τη μακρά ιστορία του αγώνα κατά της αυτοκρατορίας και κατά της απολυταρχίας εντός του Ιράν. Παρουσιάζοντας την αντιπολίτευση ως ομοιόμορφα υπέρ του Ισραήλ, τα δίκτυα αυτά ενίσχυσαν ακούσια μία από τις πιο αποτελεσματικές γραμμές προπαγάνδας της Ισλαμικής Δημοκρατίας: η μόνη εναλλακτική στο τρέχον σύστημα είναι ένα σιωνιστικό έργο με την υποστήριξη της Δύσης.

Ένα τοπίο των ΜΜΕ φτιαγμένο για να πιστεύει το καθεστώς

Αυτή η δυναμική διευκόλυνε το καθεστώς να κερδίσει την εμπιστοσύνη των παγκόσμιων αριστερόφρονων κοινών και ακτιβιστών για τα ανθρώπινα δικαιώματα που δεν είναι εξοικειωμένοι με το εσωτερικό τοπίο του Ιράν. Στο περιβάλλον των ΜΜΕ μετά τη Γάζα, ενώ η καχυποψία απέναντι στα συμβατικά μέσα ήταν στα ύψη και η αλληλεγγύη με την Παλαιστίνη είχε γίνει καθοριστικός ηθικός παράγοντας, η μακροχρόνια στάση της Ισλαμικής Δημοκρατίας ως υπερασπιστής της Παλαιστίνης είχε μεγάλη απήχηση. Όταν οι υποστηρικτές του Παχλαβί χαρακτήριζαν τους διαφωνούντες ως μαριονέτες των σιωνιστών, οι σχολιαστές που τάσσονταν υπέρ του καθεστώτος παρουσιάζονταν ως οι μόνοι γνήσιοι αντιιμπεριαλιστές, ακόμη και ενώ το κράτος διέπραττε μαζικές δολοφονίες. Για το κοινό που δεν διαθέτει εκτενείς γνώσεις για το Ιράν, το δυαδικό σύστημα «καθεστώς εναντίον σιωνιστών» φαινόταν λογικό, επιτρέποντας στην κρατική αφήγηση να διαδίδεται ως επί το πλείστον χωρίς αμφισβήτηση κατά τη διάρκεια της διακοπής, από τα ανεξάρτητα μέσα που οι ανεξάρτητοι ακτιβιστές εμπιστεύονται συνήθως.

Η διακοπή εδραίωσε αυτή την ανισορροπία. Με τον αποκλεισμό του διαδικτύου για τους πολίτες εντός του Ιράν, οι μόνες διαθέσιμες φωνές στις παγκόσμιες πλατφόρμες ήταν αυτές με την αδιάλειπτη πρόσβαση: κρατικά δίκτυα, επίσημοι εκπρόσωποι και δίκτυα υπέρ του Παχλαβί με σημαντικούς πόρους. Οι αφηγήσεις τους κυριάρχησαν όχι επειδή αντανακλούσαν την πραγματικότητα, αλλά επειδή δεν διατίθεντο δημοσιεύσεις ή μαρτυρίες εντός της χώρας ως αντεπιχείρημα.

Εν τω μεταξύ, οι περισσότεροι Ιρανοί της διασποράς, πολλοί από τους οποίους είναι μετανάστες χωρίς πρόσβαση στα επίσημα ΜΜΕ ή σε μεγάλες πλατφόρμες, παραγκωνίστηκαν με παρόμοιο τρόπο. Οι απόψεις τους επισκιάστηκαν από μια μικρή ομάδα ηχηρών φωνών, η προβολή των οποίων αντανακλούσε τους πόρους και τις υποδομές των πλατφορμών τους και όχι την αντιπροσωπευτικότητά τους.

Η διακοπή του Ιανουαρίου αποκάλυψε ότι η πολιτική εξουσία λειτουργεί πλέον μέσω του ελέγχου της ορατότητας όσο και μέσω της βίας. Με την αποκοπή της συνδεσιμότητας, το κράτος αποφάσισε ποιανού ο πόνος θα είναι ορατός και ποιανού η μαρτυρία θα εξαφανιστεί πριν διαδοθεί στον κόσμο. Στη σιωπή που ακολούθησε, οι εξωτερικοί πράκτορες, φιλοκυβερνητικοί ή με ξένη χρηματοδότηση, κάλυψαν το κενό, μετατρέποντας τις αφηγήσεις τους σε «αλήθεια» πριν προλάβουν να μιλήσουν οι επιζώντες. Σε ένα τοπίο διαμορφωμένο από πλατφόρμες και αλγόριθμους, το κύριο ερώτημα δεν είναι απλώς τι έγινε στο Ιράν, αλλά ποιος είχε την εξουσία να κάνει ορατή τη δική του εκδοχή των γεγονότων.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.