
Εθελοντές και εργάτες καθαρίζουν τα συντρίμμια από το καρβουνιασμένο έδαφος μετά την ολέθρια πυρκαγιά στην προσφυγική Δομή 11 στις 13 Φεβρουαρίου 2026, στις 3.20 τα ξημερώματα. Φωτογραφία από τον Maung Thein Myint, Υπερασπιστή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Συνήγορο Προσφύγων και Ερευνητή Ντοκιμαντέρ. Χρησιμοποιείται με άδεια.
Ο Mohammad Ali είχε ήδη χάσει τα πάντα μία φορά. Στις 22 Μαρτίου 2021, ένας εθελοντής της Μονάδας Διαχείρισης Καταστροφών όρμησε προς τις φλόγες, που κατάπιναν την Δομή 9 στην Ούκια του Κοξ Μπαζάρ, την μεγαλύτερη προσφυγική δομή του Μπανγκλαντές, με τον πυροσβεστήρα του υψωμένο σαν όπλο ενάντια στο αναπόφευκτο. «Καθώς την σβήναμε, η φωτιά τύλιξε την άλλη πλευρά», θυμόταν αργότερα. «Όταν οι πυροσβεστήρες μας τελείωσαν, σπεύσαμε στο σπίτι. Δεν μπορούσαμε να πάρουμε τίποτα. Πήραμε μόνο τα παιδιά μας και τρέξαμε μακριά».
Μέχρι την κατάπαυση της φωτιάς εκείνο το απόγευμα, δεκαπέντε άνθρωποι είχαν χάσει την ζωή τους, 45.000 πρόσφυγες εκτοπίστηκαν ξανά και περισσότερα από 10.000 καταφύγια εξαϋλώθηκαν σε στάχτες και αναμνήσεις. Αυτό που ξεχωρίζει στα ανθρωπιστικά αρχεία δεν είναι η συγκεκριμένη καταστροφή, αλλά η τραγική επανάληψη: από τον Μάιο του 2018 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2025, 2.425 καταγεγραμμένες πυρκαγιές έπληξαν τη μεγαλύτερη προσφυγική δομή στο νοτιοανατολικό Μπανγκλαντές επηρεάζοντας περισσότερα από 100.000 άτομα και διαλύοντας περισσότερα από 20.000 καταφύγια.
Δεν είναι μία ιστορία ατυχιών. Αντί αυτού, είναι μία καταγραφή του πώς η προσφυγική κρίση έχει μετουσιωθεί σε κάτι πολύ πιο προδοτικό: μία υποδομή μόνιμης κρίσης.
Τα μαθηματικά της ευαλωτότητας
Φανταστείτε τη χωροταξική διάταξη της Δομής 5 στην Ούκια, όπου στις 7 Ιανουαρίου του 2024, οι φλόγες κατάπιαν 900 καταφύγια μέσα σε λίγες ώρες εκτοπίζοντας περίπου 5.000 πρόσφυγες, εκ των οποίων 3.500 ήταν παιδιά. Η φωτιά αποτέλεσε πρόκληση για τους πυροσβέστες όχι μόνο λόγω της έντασής της αλλά και λόγω του ίδιου του σχεδιασμού της δομής. Δυνατοί άνεμοι διοχέτευσαν τις φλόγες μέσα σε στενούς διαδρόμους, οι πυροσβεστικοί κρουνοί εξαντλήθηκαν μεταξύ των πρώτων λεπτών, οι δρόμοι πρόσβασης ήταν πολύ στενοί για περάσουν τα οχήματα της πυροσβεστικής και οικογένειες αντιστέκονταν στην κατεδάφιση των καταλυμάτων τους, ώστε να δημιουργηθούν αντιπυρικές ζώνες ακόμα και καθώς οι φλόγες πλησίαζαν.
«Είχαμε όλοι αποκοιμηθεί, όταν ξέσπασε η φωτιά», είπε η Ρασίντα, 42χρονη μητέρα πέντε παιδιών στο Save the Children, αφότου έχασε το σπίτι της από την φωτιά την ίδια μέρα του Ιανουαρίου. «Ξύπνησα γρήγορα τον σύζυγό μου, την ηλικιωμένη πεθερά και τα παιδιά μου. Εγκαταλείψαμε το κατάλυμα και αυτό ήταν που έσωσε τις ζωές μας. Δεν μπορέσαμε να σώσουμε τίποτα από τα υπάρχοντά μας. Δεν είχαμε τίποτα να φορέσουμε τον φετινό χειμώνα».
Εντός του Κοξ Μπαζάρ, η φωτιά δεν αποτελεί έναν κίνδυνο που εκκρεμεί η διαχείρισή του. Αντίθετα, αποτελεί μία αναπόφευκτη συνθήκη, που έχει εισαχθεί στο DNA της δομής. Κάθε καταφύγιο είναι φτιαγμένο από μπαμπού, μουσαμά και πλαστικό σκοινί, με εύφλεκτα υλικά. Η πυκνότητα του πληθυσμού αγγίζει τα 95.000 άτομα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο σε ορισμένα τμήματα του καταυλισμού και οι περισσότερες οικογένειες μαγειρεύουν σε ανοιχτές εστίες, μια ανάσα από τους γείτονές τους, σε δομές που στεγνώνουν από προσάναμμα κάθε χειμώνα.
Ο Λανς Μποννό, επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ), το διατύπωσε αυτό με προσεκτική γραφειοκρατική ακρίβεια: «Όταν οι πυρκαγιές χτυπούν υπερπλήρη κέντρα προσφύγων, ο αντίκτυπος εκτείνεται πολύ πέρα από τις διαλυμένες υποδομές. Οι οικογένειες χάνουν τα καταφύγια, τα απαραίτητα αγαθά τους και την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες».
Αυτό που απομένει ανείπωτο είναι ότι τέτοιοι αντίκτυποι δεν είναι ατυχείς εξωτερικές επιπτώσεις, αλλά αναμενόμενα αποτελέσματα πολιτικών αποφάσεων: να στοιβάζονται ένα εκατομμύριο άνθρωποι σε μία ανεπαρκή γη με ελάχιστους πόρους.
Η φωτιά ως όπλο: Η οικονομία του εμπρησμού
Ωστόσο, δεν προκύπτουν όλες οι πυρκαγιές από το αναπόφευκτο των δομών. Είναι ενδιαφέρον ότι, όλο και πιο συχνά, οι φωτιές έχουν γίνει τακτικά όργανα σε έναν σκιώδη πόλεμο για εδαφικό έλεγχο. Τον Μάρτιο του 2023, μία έρευνα του Υπουργείου Άμυνας του Μπανγκλαντές συμπέρανε ότι η φωτιά, που είχε καταστρέψει ολοσκαιρώς 2.800 καταφύγια και εκτόπισε 12.000 άτομα, ήταν ένα «προγραμματισμένο σαμποτάζ».
Ο Χτουέ Λουίν, ένας αρχηγός από την κοινότητα των Ροχίνγκια, περιέγραψε πως πυρά μεταξύ αντίπαλων φατριών είχαν προηγηθεί της πυρκαγιάς: «Υπήρξε ανταλλαγή πυροβολισμών ανάμεσα σε δύο συμμορίες. Μόλις έβαλαν φωτιά στα καλύβια, τα μέλη της μίας συμμορίας δεν επέτρεπαν στους πρόσφυγες να σβήσουν τις φλόγες». Ο Μαφουζούλ Ισλάμ, αρχηγός της αστυνομίας του Κοξ Μπαζάρ, επιβεβαίωσε ότι «αρκετές πηγές των Ροχίνγκια ανέφεραν πώς έβαλαν φωτιές οι άνδρες της ομάδας ARSA», αναφερόμενος στον Στρατό Σωτηρίας των Ροχίνγκια του Αρακάν, μία από τις δέκα τελευταίες ομάδες, που δρουν εντός των προσφυγικών δομών.
Οι δολοφονίες προσφύγων από στρατιωτικές οργανώσεις έφτασαν τις 90 το 2023, από τις 22 που είχαν καταγραφεί το 2021. Παράλληλα, οι απαγωγές αυξήθηκαν σχεδόν τετράκις, με περισσότερες από 700 απαγωγές τους πρώτους εννιά μήνες του 2023, συγκριτικά με τις περίπου 200 το 2022 και τις 100 το 2021.

Κάτοικοι στέκονται κατά μήκος ενός υπερυψωμένου αναχώματος κοιτώντας τα απανθρακωμένα απομεινάρια των καταφυγίων τους μετά την πυρκαγιά που ξέσπασε στην Δομή 11 όταν ξημέρωνε 13 Φεβρουαρίου, 2026, γύρω στις 3.20πμ. Φωτογραφία από τον Maung Thein Myint, Υπερασπιστή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Συνήγορο Προσφύγων και Ερευνητή Ντοκιμαντέρ. Χρησιμοποιείται με άδεια.
«Κάποιος από την ομάδα ARSA απείλησε τους κατοίκους (της Δομής 11) μόλις δέκα μέρες πριν», εξήγησε ο Νουρούλ, κάτοικος του Μπλοκ Γ, στο The New Humanitarian. Το αναφέραμε στην αστυνομία και μας είπαν να προσέχουμε και να κάνουμε βραδινές περιπολίες». Δέκα μέρες μετά, η φωτιά κατάπιε τη γειτονιά του.
Ομάδες σαν την ARSA και τον Οργανισμό Αλληλεγγύης των Ροχίνγκια (RSO) διεξάγουν πολέμους επικράτησης μέσω πυράς, μεταμορφώνοντας τα καταλύματα σε αυτό που ένας αξιωματούχος ανθρωπιστικής βοήθειας αποκάλεσε «η πόλη των εκατομμυρίων κατοίκων – υπάρχουν καλές γειτονιές και κακές γειτονιές». Δεν είναι οργανικές αστικές διαιρέσεις, αλλά στρατικοποιημένες ζώνες, όπου η εξαναγκαστική στρατολόγηση, ο εκβιασμός και οι εξαφανίσεις έχουν καταστεί ρουτίνα.
Η πολιτική οικονομία της στάχτης
Η κατανόηση της πυρκαγιάς στο Κοξ Μπαζάρ απαιτεί χαρτογράφηση της οικονομικής αρχιτεκτονικής. Όταν οι φλόγες ρήμαξαν την Δομή 11 στις 5 Μαρτίου του 2023, το άμεσο κόστος της ανθρωπιστικής απόκρισης συμπεριέλαβε υλικά έκτακτης ανάγκης, μεταφορά νερού, υπηρεσίες περίθαλψης και διανομές τροφίμων για 16.000 πληγέντες πρόσφυγες.
Κάθε φωτιά πυροδοτεί μία αλυσίδα από κρυφά κόστη: οι οικογένειες χάνουν τα έγγραφα ταυτοποίησης και αναγκάζονται να περάσουν μέσα από πολύμηνες γραφειοκρατικές μάχες για την αντικατάστασή τους. Τα παιδιά χάνουν την εκπαίδευσή τους, όταν τα κέντρα εκπαίδευσης γίνονται παρανάλωμα. Τον Ιανουάριο του 2024, τουλάχιστον 1.500 μαθητές έχασαν την πρόσβαση στο σχολείο εν μία νυκτί. Τα ιατρικά αρχεία χάνονται δυσχεραίνοντας την διαχείριση των ασθενειών. Τα κοινωνικά δίκτυα κατακερματίζονται, καθώς οι οικογένειες μεταφέρονται σε διαφορετικά οικοδομικά τετράγωνα.
Αυτό το φιάσκο πυρασφάλειας αποκαλύπτει την κεντρική παραδοξότητα του συστήματος. Οι ανθρωπιστικοί φορείς βελτιστοποιούν τις αντιδράσεις έκτακτης ανάγκης: εκπαιδεύουν εθελοντές, τοποθετούν πυροσβεστήρες και διενεργούν εκστρατείες ευαισθητοποίησης που σπάνια φτάνουν εγκαίρως ενώ η πηγή όλων των πυρκαγιών παραμένει αδιευθέτητη. Σχέδια για 50.000 ημιμόνιμα πυράντοχα καταφύγια, που ανακοινώθηκαν με φανφάρες, τώρα περιμένουν δίχως χρηματοδότηση έπειτα από τις περικοπές της διεθνούς βοήθειας στις αρχές του 2025.
Συρματόπλεγματα και αποκλεισμένες έξοδοι
Πουθενά αλλού δεν εκφράζεται αυτή η παραδοξότητα της πυροπροστασίας πιο θανατηφόρα απ’ ό,τι στον φράχτη με το συρματόπλεγμα, που περικυκλώνει τα καταλύματα. Εγκατεστημένα φαινομενικά για ασφάλεια, αυτά τα φράγματα αποτέλεσαν παγίδες θανάτου κατά την φωτιά τον Μάρτιο του 2021. Τουλάχιστον δεκαπέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, με εκατοντάδες τραυματίες, που επιχειρούσαν να σκαρφαλώσουν ή να κόψουν το συρματόπλεγμα, καθώς τους πλησίαζαν οι φλόγες.
Τα συρματοπλέγματα παραμένουν. Αποτρέπουν την μη εξουσιοδοτημένη κίνηση προς διατήρηση της ασφάλειας του καταυλισμού. Παρόλ’ αυτά, αυτό που εξασφαλίζει ο συγκεκριμένος μηχανισμός ασφαλείας είναι ένας μεγάλος αριθμός ατόμων, που έχουν καταστεί εξαιρετικά ευάλωτα, αρκετά περιορισμένα για να αποτραπούν συμπλοκές, αλλά όχι προστατευμένα αρκετά για να εξασφαλιστεί η επιβίωσή τους, όταν τους χτυπήσει η καταστροφή.
Η οφθαλμαπάτη της βιώσιμης λύσης
Πόσες φορές πρέπει αυτοί οι πρόσφυγες να δουν τη φωτιά να αναλώνει τις ζωές τους; Η ερώτηση στοιχειώνει κάθε ανθρωπιστική ενημέρωση, κάθε έκκληση για δωρεές, κάθε ερευνητική αναφορά.
Ο Ομάρ Χαν, ένας τριανταπεντάχρονος δάσκαλος στην Δομή 5, απέδωσε την ευθύνη αμιγώς στις Αρχές της προσφυγικής δομής μετά την φωτιά τον Ιανουάριο του 2024: «Οι Αρχές της προσφυγικής δομής είναι υπαίτιες για το μέγεθος του ολέθρου». Άλλοι κατηγόρησαν τους αξιωματούχους που δεν διασφάλισαν την επαρκή πρόσβαση σε βασική βοήθεια και σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, παρά το γεγονός ότι η προσφυγική δομή είχε υποστεί περισσότερες από 300 πυρκαγιές σε διάστημα έξι ετών.
Μετά την καταστροφή του Μαρτίου του 2021, ο Αντόνιο Βιτορίνο, Γενικός Διευθυντής του ΔΟΜ, δήλωσε: «Η καταστροφή αυτή αποτελεί μία φοβερή οπισθοδρόμηση που επιδεινώνει τις ανθρωπιστικές ανάγκες. Θα χρειαστεί να αρχίσουμε εκ νέου από το μηδέν για να ξαναχτίσουμε». Ξεκινώντας από το μηδέν, ωστόσο, είναι αυτό ακριβώς που έχει τελειοποιήσει η ανθρωπιστική αρχιτεκτονική στο Κοξ Μπαζάρ. Όχι ως αποτυχία αλλά ως σύστημα λειτουργίας.
Ο Κάιζερ Ρέζβε, επικεφαλής προγραμμάτων του CARE Bangladesh, περιέγραψε την ανταπόκριση του οργανισμού μετά την φωτιά του Ιανουαρίου 2026, που εκτόπισε 2.185 ανθρώπους: «Πέρα από την άμεση απόκριση, είμαστε δεσμευμένοι να ενδυναμώσουμε τις προσπάθειες πρόληψης. Θα ενσωματώσουμε ειδικές συνεδρίες πυροπροστασίας στις ενότητες αναβάθμισης και συντήρησης των καταφυγίων για την ευαισθητοποίηση και προώθηση ασφαλέστερων πρακτικών».
Θεωρητικά, υπάρχουν βιώσιμες λύσεις: μετακίνηση των οικογενειών σε λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές, κατασκευή πυράντοχων καταφυγίων με την χρήση σκυροδέματος και μετάλλου, δημιουργία επαρκών αντιπυρικών ζωνών, αφαίρεση του συρματοπλέγματος και καθιέρωση επαγγελματικών υπηρεσιών πυρόσβεσης εντός των δομών.
Κάθε μία από αυτές τις παρεμβάσεις, ωστόσο, συγκρούεται με τη θεμελιώδη πολιτική πραγματικότητα. Η κυβέρνηση του Μπανγκλαντές δεν διατίθεται να νομιμοποιήσει αυτούς τους οικισμούς, παρότι στεγάζει πρόσφυγες πάνω από οκτώ χρόνια, επομένως οποιοδήποτε μακροπρόθεσμο εγχείρημα αντιμετωπίζει σημαντικά πολιτικά εμπόδια.






