
Μία λεοπάρδαλη του Αμούρ (CC BY 2.0), ένας κοραλλιογενής ύφαλος και δύο ινδικοί ρινόκεροι (CC BY-SA 4.0). Φωτογραφίες από το Wikimedia Commons
Αυτή η ανάρτηση αποτελεί μέρος της σειράς Spotlight του Global Voices για τον Μάιο του 2026 με τίτλο «Παγκόσμια κρίση, τοπικές λύσεις». Αυτή η σειρά προσφέρει ιστορίες αντίστασης και επιτυχημένης δράσης για το κλίμα, πληροφορίες για το πώς οι κοινότητες στον Παγκόσμιο Νότο αγωνίζονται ενάντια στην κρίση, ανάλυση του τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τις μελλοντικές γενιές και πολλά άλλα. Μπορείτε να υποστηρίξετε αυτήν την κάλυψη κάνοντας δωρεά εδώ.
Σύμφωνα με μία εκτεταμένη έκθεση του 2019 της Διακυβερνητικής Πλατφόρμας Επιστήμης-Πολιτικής για την Βιοποικιλότητα και τις Υπηρεσίες Περιβάλλοντος (IPBES) των Ηνωμένων Εθνών, πάνω από ένα εκατομμύριο είδη βρίσκονται στα πρόθυρα της εξαφάνισης. Αυτό είναι ένα ανησυχητικό νούμερο και ο θάνατος αυτών των φυτών, ζώων και οικοσυστημάτων μπορεί να επιφέρει δυσμενείς οικολογικές επιπτώσεις σε όλες τις βαθμίδες της τροφικής αλυσίδας. Οι άνθρωποι έχουν προκαλέσει το μεγαλύτερο μέρος της μείωσης, καθώς έχουμε καταστρέψει τα ενδιαιτήματα ζώων, έχουμε μολύνει οικοσυστήματα, έχουμε τροφοδοτήσει την υπερθέρμανση της Γης και έχουμε κυνηγήσει είδη φέρνοντας τα στο όριο της εξαφάνισης.
Εδώ και περισσότερα από 70 χρόνια, οι επιστήμονες έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει για την εξαφάνιση ειδών από τον άνθρωπο και, ενώ πολλοί έχουν αγνοήσει τους κώδωνες του κινδύνου, ορισμένα κράτη, περιβαλλοντολόγοι και κοινότητες έχουν προσφερθεί να αναλάβουν δράση, έτσι ώστε να αναβιώσουν τους απειλούμενους με εξαφάνιση πληθυσμούς και να ενσωματώσουν μέτρα προστασίας για αυτούς.
Σε αυτό το συνεργατικό άρθρο, οι αρθρογράφοι του Global Voices από όλο τον κόσμο μοιράζονται ιστορίες επιτυχών προσπαθειών διατήρησης του περιβάλλοντος, που έχουν επαναφέρει απειλούμενους οργανισμούς στις δικές τους κοινότητες. Αυτές οι προσπάθειες αγγίζουν οικοσυστήματα, γεωγραφία και είδη και μπορούν να προσφέρουν ένα μοντέλο για μελλοντικές εργασίες προστασίας του περιβάλλοντος και αναβίωσης των απειλούμενων με εξαφάνιση πληθυσμών.
Άγριοι ίπποι επιστρέφουν στην προγονική τους στέπα στην Κεντρική Ασία

Ίπποι Πρζεβάλσκι στο Εθνικό Πάρκο Hustai Nuruu. Φωτογραφία από το Wikimedia Commons. (CC BY 4.0)
Η επιστροφή των ίππων Πρζεβάλσκι από την εξαφάνιση στην άγρια φύση στην επιστροφή τους στο φυσικό τους περιβάλλον αποτελεί μία σπάνια και συναρπαστική ιστορία επιτυχίας στην ζωική επανένταξη. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του '60, ο κόσμος είχε πει αντίο σε αυτά τα πλάσματα, καθώς δεν είχε μείνει κανένα στην φύση.
Σε αντίθεση με τα Μάστανγκ της Αμερικής και τα Μπράμπι της Αυστραλίας, τα οποία είναι άγριοι ίπποι που προήλθαν από εξημερωμένα ζώα, οι ίπποι Πρζεβάλσκι είναι γενετικά και φυσιογνωμικά διακριτοί από τους εξημερωμένους ίππους καθιστώντας τους τους μόνους πραγματικά εναπομείναντες άγριους ίππους στον κόσμο.
Έχοντας αποκτήσει το όνομά τους από τον Ρώσο γεωγράφο και εξερευνητή Νικολάι Πρζεβάλσκι, ο οποίος το 1878 ανακάλυψε ένα αφύσικα μεγάλο κρανίο και τομάρι ίππου σε μία από τις αποστολές του στην Κεντρική Ασία, μετά από μελέτη από το Ζωολογικό Μουσείο της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, οι ερευνητές έφτασαν στο συμπέρασμα ότι τα απομεινάρια ανήκαν σε άγριο ίππο, δίνοντάς του την επιστημονική ονομασία Equus przewalski.
Η επιθυμία να δει και να αποκτήσει κανείς ένα από αυτά τα εξωτικά ζώα οδήγησε πολλούς σε κυνηγετικά ταξίδια στην τωρινή Μογγολία, όπου οι ίπποι Πρζεβάλσκι διέσχιζαν την απέραντη ευρασιατική στέπα για χιλιάδες χρόνια, αν και ο Πρζεβάλσκι απέτυχε να αιχμαλωτίσει ζωντανό έναν από τους ίππους αυτούς χαρακτηρίζοντάς τους ως «ιδιαίτερα ανήσυχους» και με «εκπληκτική αίσθηση όσφρησης, όρασης και ακοής». Πιο επιτυχείς κατάφεραν να αιχμαλωτήσουν πουλάρια, τα οποία μεταφέρθηκαν στην Ευρώπη και πωλήθηκαν σε ζωολογικούς κήπους και ιδιώτες συλλέκτες.
Μεταξύ του 1897 και 1903, 88 πουλάρια αιχμαλωτίστηκαν στη Μογγολία και μόνο τα 54 επέζησαν από το μακρύ ταξίδι με το τρένο. Από αυτά, τα δώδεκα γέννησαν στην αιχμαλωσία καθιστώντας τα τους προγόνους των περίπου 2.000 ίππων Πρζεβάλσκι, που είναι ζωντανοί σήμερα. Στην άγρια φύση, το κυνήγι, η απώλεια του τόπου τους και ο ανταγωνισμός από εξημερωμένα ζώα που καταλαμβάνουν τις εκτάσεις για βοσκή, οδήγησε τους ίππους Πρζεβάλσκι στην εξαφάνιση.
«Δεν είναι σπάνιο οι άνθρωποι να εξημερώνουν άγρια ζώα, αλλά είναι σπανιότερο να καταστήσουν εξημερωμένα ζώα άγρια», σημειώνει ο Dashpurev Tserendeleg, διευθυντής του Εθνικού Πάρκου της κεντρικής Μογγολίας, όπου οι ίπποι Πρζεβάλσκι εισήχθησαν ξανά στην άγρια φύση στις αρχές της δεκαετίας του '90.

Ένας ίππος Πρζεβάλσκι. Φωτογραφία από το Animalia. (CC-BY-SA-3.0)
Αυτό το ιστορικό γεγονός προηγήθηκε ενός πολλών δεκαετιών προγράμματος από Ολλανδούς και Μογγόλους οικολόγους, που είχαν ξεκινήσει τις προσπάθειες τη δεκαετία του '70. Τα πρώτα 16 takhi, όπως ονομάζουν οι Μογγόλοι τους ίππους Πρζεβάλσκι, έφτασαν στο Εθνικό Πάρκο Χουστάι το 1992.
Έως το 2026, ο αριθμός αυτός έχει φτάσει τα 450, ενώ ο συνολικός αριθμός takhi στη Μογγολία έχει ξεπεράσει τα 1.000 αποτελώντας τον μισό από τον παγκόσμιο πληθυσμό.
Η επιτυχία του αρχικού προγράμματος επανένταξης οδήγησε στη δημιουργία δύο επιπλέον προστατευόμενων περιοχών στη Μογγολία: την Αυστηρά Προστατευόμενη Περιοχή Γκόμπι B στο νότο, και την Χομίιν Ταλ δυτικά, όπου ζουν 650 takhi.
Επιπλέον, τα takhi έχουν επανενταχθεί στην Κίνα, το Καζακστάν, ακόμη και στην Ισπανία, επιδεικνύοντας διεθνή ενθουσιασμό και δέσμευση στη δημιουργία και ανάπτυξη βιώσιμων άγριων πληθυσμών για τις μελλοντικές γενεές.
Προσπάθειες διατήρησης του περιβάλλοντος στη Νότια Ασία με επικεφαλής τις γυναίκες

Μία τίγρη της Βεγγάλης στο Εθνικό Πάρκο Κάνχα, Μαντία Πραντές, Ινδία. Wikimedia Commons. (CC BY-SA 4.0).
Κάποια από τα πιο εντυπωσιακά έργα διατήρησης έχουν λάβει χώρα στη Νότια Ασία, όπου κυβερνήσεις και τοπικοί κάτοικοι έχουν συνεργαστεί για να διαφυλάξουν τα απειλούμενα είδη.
Στο Νεπάλ, μία συντονισμένη εθνική προσπάθεια μεταξύ των Αρχών, ΜΚΟ όπως η World Wildlife Fund και τοπικών κοινοτήτων βοήθησαν την χώρα να τριπλασιάσει σχεδόν τον πληθυσμό τίγρεων της Βεγγάλης από μόλις 121 ζώα το 2010, φτάνοντας τα 355 το 2022, κάνοντάς το το πρώτο έθνος που θα επιτύχει τον φιλόδοξο στόχο της Παγκόσμιας Συνόδου Κορυφής για τον διπλασιασμό των τίγρεων νωρίτερα από το αναμενόμενο.
Ένας από τους παράγοντες πίσω από την επιτυχία του Νεπάλ είναι συνδεδεμένος με ομάδες αυτόχθονων ομάδων για την καθοδήγηση των προσπαθειών διατήρησης. ‘Ενα παράδειγμα είναι το μονοπάτι Pangolin στο Κοινοτικό Δάσος Bagh Bhairav του Κατμαντού, όπου το Ίδρυμα Διατήρησης και Έρευνας Μικρών Θηλαστικών δημιούργησε ένα μονοπάτι οικοτουρισμού και το παρέδωσε εξ ολοκλήρου στην αυτόχθονη κοινότητα Ταμάνγκ. Ενώ αυτή η περιοχή ήταν κάποτε γνωστή ως κέντρο λαθροκυνηγιού, τώρα οι αυτόχθονες γυναίκες είναι πολίτες επιστήμονες και προστάτες ενός από τα πιο παράνομα διακινούμενα πλάσματα, ενώ ταυτόχρονα ενισχύουν το οικολογικό προφίλ της περιοχής και μαζί με αυτό και την τοπική οικονομία.
Πέρα από τα σύνορα στην Ινδία, ένα διαφορετικό είδος ιστορίας προστασίας αποκτά μορφή στις ζούγκλες του Άσαμ. Στο Εθνικό Πάρκο Καζιράνγκα, στον τόπο ενός από τους μεγαλύτερους πληθυσμούς Ινδικών ρινόκερων, μία ομάδα νεαρών γυναικών από αγροτικές κοινότητες έχει πάρει τα όπλα για να υπερασπιστεί το πάρκο ενάντια στους λαθροκυνηγούς και την σύγκρουση μεταξύ ανθρώπων και άγριας ζωής.

Δύο Βαν Ντούργκα, η Mitali και η Dipanjoli, σε περιπολία για ανίχνευση λαθροκυνηγών στο Εθνικό Πάρκο Καζιράνγκα της Ινδίας. Φωτογραφία από την Arpita Das Choudhury. Χρησιμοποιείται με άδεια.
Γνωστές ως Βαν Ντούργκα, ή «Θεές του Δάσους», αυτές οι γυναίκες φύλακες του δάσους περιπολούν τις πιο ευάλωτες ζώνες του πάρκου οπλισμένες με τουφέκια και πλοηγούνται σε πλημμυρισμένα εδάφη, ανάμεσα σε επιτιθέμενους ρινόκερους και φωλιασμένες κόμπρες. Η παρουσία τους έχει φέρει σημαντικά αποτελέσματα: το πάρκο σημείωσε την τελευταία περίπτωση λαθροθυρίας το 2021, και κατά τις καταστροφικές πλημμύρες τον Ιούλιο του 2024, οι Βαν Ντούργκα καθοδήγησαν τα ζώα μέσα από ανοίγματα στην φύση ενώ διατήρησαν τον αριθμό ανθρώπινων απωλειών σε ιστορικό χαμηλό.
Μία δέκατη ζωή για τα μεγάλα αιλουροειδή στη Ρωσία
Τα σπάνια είδη δεν σώζονται σχεδόν ποτέ από ένα μοναδικό πρόγραμμα, όσο προσεκτικά και αν έχει σχεδιαστεί. Αντ’ αυτού, απαιτούνται πολύπλευρες προσπάθειες: εκπαίδευση, φυσικά καταφύγια, επιστημονικές έρευνες, δασοφύλακες, φωτογραφικές παγίδες και κοινοτική υποστήριξη. Αυτή η συμμετοχή της κοινότητας μπορεί να λάβει πολλές μορφές, όπως είναι η αναφορά θεάσεων ζώων, η δωρεά χρημάτων, η προώθηση του έργου προστασίας ή απλώς η εκμάθηση της ζωής δίπλα σε θηρευτές.

Μία λεοπάρδαλη του Αμούρ όπως έχει φωτογραφηθεί από φωτογραφική παγίδα. Φωτογραφία από το Υπουργείο της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την Ανάπτυξη της Άπω Ανατολής. Χρησιμοποιείται με άδεια.
Στις αρχές του 21ου αιώνα, μόλις μερικές δεκάδες λεοπαρδάλεις του Αμούρ παρέμειναν στην φύση στην Άπω Ανατολή (Ρωσία). Το κυνήγι τους έχει απαγορευτεί στην ΕΣΣΔ από το 1956, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό: οι λεοπαρδάλεις συνέχιζαν να πεθαίνουν λόγω λαθροκυνηγιού, υλοτομίας, δασικών πυρκαγιών και μείωσης θηραμάτων. Σήμερα, η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη: σύμφωνα με τις παρακολουθήσεις μέσω φωτογραφικών παγίδων, 129 ενήλικες λεοπαρδάλεις του Αμούρ και τουλάχιστον 14 μικρά καταγράφηκαν στο Πριμόριε της Ρωσίας το 2024.
Κάθε ζώο έχει το δικό του μοτίβο κηλίδων, σχεδόν σαν δακτυλικά αποτυπώματα, έτσι οι ερευνητές μπορούν να ταυτοποιήσουν την κάθε λεοπάρδαλη με τη βοήθεια των φωτογραφικών μηχανών-παγίδων και αναφορών από τους ντόπιους. Υπάρχει επίσης το πρόγραμμα Προστατών της Λεοπάρδαλης: συμμετέχοντες γίνονται προστάτες μίας λεοπάρδαλης ο καθένας, υποστηρίζουν τα έργα προστασίας και μπορούν να επιλέξουν το όνομα της λεοπάρδαλης.

Η τίγρης του Αμούρ. Φωτογραφία από το Flickr. CC-BY-NC-2.0.
Στην περίπτωση της τίγρης του Αμούρ, η συνεργασία με τους ανθρώπους που μοιράζονται τον τόπο της έχει γίνει κρίσιμο κομμάτι της ανάκαμψης του πληθυσμού της. Για τους οικολόγους, η τίγρης είναι σημάδι υγιούς τάιγκας της Άπω Ανατολής. Μα για έναν ντόπιο, η τίγρης μπορεί να μην είναι σύμβολο της φύσης, αλλά απειλή για τους σκύλους, τα εκτρεφόμενα ζώα ή το βιος των ανθρώπων.
Γι’ αυτό, η απλή, πρακτική εκπαίδευση έχει σημασία: τι να κάνει κανείς, αν βρεθεί αντιμέτωπος με μια τίγρη, πού να αναφέρει μία σύγκρουση και πώς να προστατέψει τα κατοικίδια ζώα. Στο Πριμόριε και στο Κράι του Χαμπαρόφσκ, ομάδες ανταποκρίνονται σε τέτοιες καταστάσεις και οι ντόπιοι μπορεί να λάβουν αποζημίωση για τα εκτρεφόμενα ζώα ή τα σκυλιά που σκοτώνονται ή τραυματίζονται από τις τίγρεις. Αν οι άνθρωποι έχουν ένα σαφή τρόπο για να λάβουν βοήθεια, είναι λιγότερο διατεθειμένοι να «αντιμετωπίσουν» οι ίδιοι τον θηρευτή.
Σύμφωνα με την απογραφή του 2021-2022 που επικαλείται το Κέντρο Τίγρεων του Αμούρ, υπήρχαν περισσότερες από 750 τίγρεις του Αμούρ στη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων των μικρών τους. Πίσω από αυτόν τον αριθμό δεν βρίσκονται μόνο οι προστατευόμενες περιοχές και οι απαγορεύσεις κυνηγιού, αλλά και οι ΜΚΟ, οι δωρητές, τα κέντρα επανένταξης, η συνεργασία με τους τοπικούς κατοίκους, ομάδες αντιμετώπισης και προγράμματα αποζημίωσης. Αυτό είναι μέρος της εργασίας προστασίας που βοηθάει τους ανθρώπους και τα απειλούμενα είδη να μοιραστούν την ίδια γη χωρίς η κάθε τους συνάντηση να καταλήγει σε σύγκρουση.
Κάτω από τη θάλασσα

Ένας πολύχρωμος κοραλλιογενής ύφαλος. Φωτογραφία από το Pexels. Ελεύθερη χρήση.
Ενώ ένα μεγάλο μέρος του έργου προστασίας εστιάζει στην χαρισματική μεγαπανίδα – μεγάλα, δημοφιλή ζώα που οι άνθρωποι τείνουν να προτιμούν, όπως οι ελέφαντες, τα πάντα και οι τίγρεις – τα υδάτινα οικοσυστήματα είναι το ίδιο, αν όχι περισσότερο σημαντικά, στην διατήρηση του γήινου βιοτόπου και της προστασίας του περιβάλλοντος.
Εντός των χερσονήσων και του αρχιπελάγους της Νοτιοανατολικής Ασίας, η υποβάθμιση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες απειλές στα παράκτια μέσα διαβίωσης και την παγκόσμια βιοποικιλότητα. Οι κοραλλιογενείς ύφαλοι της Νοτιοανατολικής Ασίας εγκολπώνουν περίπου το ένα τρίτο της συνολικής κοραλλιογενούς έκτασης παγκοσμίως και φιλοξενούν περίπου το 76% όλων των γνωστών ειδών κοραλλιών, και 36% των ειδών ιχθύων των υφάλων παγκοσμίως, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ασιατικής Τράπεζας Ανάπτυξης.
Αυτοί οι ύφαλοι υποστηρίζουν σημαντικά είδη, όπως το κριλ και μικρά ψάρια, που λειτουργούν ως θεμέλια για ολόκληρη τη θαλάσσια τροφική αλυσίδα. Δρουν επίσης ως «δεξαμενές γαλάζιου άνθρακα» απορροφώντας εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, όπως ακριβώς και τα τροπικά δάση.
Ωστόσο, αυτά τα απαραίτητα οικοσυστήματα απειλούνται.
Το Παγκόσμιο Ινστιτούτο Πόρων υπολογίζει ότι το 88-95% των υφάλων στη Νοτιοανατολική Ασία βρίσκεται σε τεράστιο κίνδυνο λεύκανσης, μία διαδικασία, όπου τα κοράλλια αποβάλλουν τα φύκια που ζουν στους ιστούς τους δείχνοντας πως βρίσκονται κάτω από τρομερό στρες και κοντά στον θάνατο.
Αυτή η διαδικασία απελευθερώνει μεγάλες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, σκοτώνει τα βιοσυστήματα που η θαλάσσια ζωή, τόσο η μεγάλη όσο και η μικρή αποκαλούν σπίτι τους, και δημιουργεί μία αλυσιδωτή αντίδραση βιολογικής κατάρρευσης που θα είναι καταστροφική για τους ανθρώπους και τις παγκόσμιες προσπάθειες διατήρησης. Η λεύκανση μπορεί να προκληθεί από τις αυξανόμενες θερμοκρασίες των ωκεανών, την αλλαγή του pH (οξίνιση) λόγω της ρύπανσης και της απορροής, τις όλο και συχνότερες ακραίες παλίρροιες και τις ανθρώπινες δραστηριότητες όπως η εκτεταμένη κυκλοφορία των πλοίων ή η ανάπτυξη. Κάποιοι ακτιβιστές υπολογίζουν ότι το 90% των κοραλλιογενών υφάλων θα έχει αφανιστεί μέχρι το 2050.

Υγιή ροζ κοράλλια δίπλα σε ημιθανή λευκασμένα κοράλλια στον Μεγάλο Κοραλλιογενή Ύφαλο της Αυστραλίας. Φωτογραφία από το Ινστιτούτο Θαλάσσιων Επιστημών της Αυστραλίας. CC-BY-3.0-AU.
Μπροστά σε τέτοιο πρόβλημα, μερικοί οικολόγοι συνεργάζονται ταυτόχρονα για να επαναφέρουν στη ζωή τους υφάλους και να ανασυστήσουν τα είδη που βασίζονται σε αυτούς.
Περιβαλλοντολόγοι στην Ινδονησία ανοίγουν τον δρόμο στην αναγέννηση των κοραλλιογενών υφάλων μέσω μίας μεθόδου γνωστής ως κηπουρική κοραλλιών, κατά την οποία δύτες καλλιεργούν κοράλλια κάτω από την επιφάνεια του νερού και μετά τα μεταφυτεύουν σε νεκρούς ή ημιθανείς υφάλους. Ερευνητές στη Μαλαισία και τη Σιγκαπούρη εξερευνούν πρωτοποριακούς τρόπους για να προστατεύσουν τα κοράλλια και να ενισχύσουν την ανάπτυξή τους, συμπεριλαμβανομένων θρεπτικών βάσεων, που έχουν εκτυπωθεί τρισδιάστατα ώστε να επιταχυνθεί η ανάπτυξή τους και να γίνει επιλεκτική αναπαραγωγή, ώστε να προκύψουν κοράλλια με ενισχυμένη ανθεκτικότητα, με τον σκοπό δημιουργίας μίας καλλιέργειας, που θα μπορεί να αντέξει τις πιέσεις της κλιματικής κρίσης.
Οι παράκτιες κοινότητες πιέζουν για τα αναπτυξιακά έργα και ενθαρρύνουν τις κυβερνήσεις, έτσι ώστε αυτές να ενσωματώσουν κανονισμούς και προστασίες, που θα βοηθήσουν στις προσπάθειες αναζωογόνησης των υφάλων. Πολλά έθνη του Ειρηνικού, όπως το νησί Παλάου, έχουν ενσωματώσει εκτεταμένες προσπάθειες θαλάσσιας προστασίας, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας θαλάσσιων καταφυγίων όπου η αλιεία, η ανάπτυξη και οι καταδύσεις περιορίζονται ή απαγορεύονται εντελώς.
Ενώ ο δρόμος που πρέπει να διανυθεί είναι μεγάλος, οι παράκτιες κοινότητες στην περιοχή έχουν καταστήσει σαφές ότι η εγκατάλειψη δεν αποτελεί επιλογή.
Ενδιαφέρεστε για τους καρχαρίες; Μην τους βάζετε στο πιάτο σας

Ένας καρχαρίας του είδους Mustelus canis, χρησιμοποιείται συχνά για το φαγητό cazón. Φωτογραφία από το Wikimedia Commons/NOAA. Ελεύθερη χρήση.
Η Βενεζουέλα, με την μακρύτερη ακτογραμμή της Καραϊβικής, φιλοξενεί 123 είδη καρχαριών (συμπεριλαμβανομένων σαλαχιών και καρχαριών του γένους Chimaera), σύμφωνα με τον βιολόγο Leonardo Sánchez, επικεφαλής του Κέντρου Έρευνας Καρχαριών (CIT), ΜΚΟ της Βενεζουέλας.
Ωστόσο, το 37,5% περίπου των ειδών καρχαριών παγκοσμίως είναι απειλούμενα και υπό εξαφάνιση λόγω της υπεραλιείας, σύμφωνα με μία αναφορά του 2024 από τη Διεθνή Ένωση για την Προστασία της Φύσης.
Αυτό το γεγονός συγκρούεται άμεσα με τη βενεζουελάνικη κουλτούρα, καθώς το κρέας από τα μικρά των καρχαριών (που επίσης ονομάζονται cazón στα ισπανικά) είναι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της τοπικής θαλασσινής κουζίνας. Η παρασκευή empanadas de cazón, φτηνού φαγητού από ζύμη και γέμιση από κρέας καρχαρία, είναι μία σταθερή πηγή εισοδήματος για πολλές φτωχές οικογένειες, ιδίως γυναίκες. Το κρέας cazón μπορεί επίσης να βρεθεί σε άλλες παράκτιες χώρες της Αμερικής, όπως για παράδειγμα το Μεξικό.

Μία έμπορος εμπανάδα στην αγορά Κονεχέρο στη Βενεζουέλα. Φωτογραφία από το WIkimedia Commons. CC0
Το Κέντρο Έρευνας Καρχαριών και άλλοι τοπικοί οργανισμοί, όπως το Proyeto Tintorera, ύψωσαν από κοινού τις φωνές τους για να υπερασπιστούν τους καρχαρίες τον Απρίλιο του 2025 με μία έκκληση στους βενεζουελάνους καταναλωτές: «Σταματήστε να τρώτε cazón». Παραδόξως, η εκστρατεία βρήκε ανταπόκριση από μεγάλα ντόπια ΜΜΕ και είχε απήχηση μεταξύ χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
«Το κρέας cazón προέρχεται από νεαρούς, μη αναπαραγωγικής ηλικίας καρχαρίες (διάφορα είδη). Έχουν μακρές περιόδους κύησης με μικρό αριθμό νεογνών και δεν μπορούν να αντικατασταθούν μετά από εκτεταμένη αλιεία. Τα σαλάχια (που επίσης καταναλώνονται στην χώρα) δεν πρέπει να αντικαταστήσουν την κατανάλωσή των καρχαριών, καθώς είναι και αυτά πολύ όμοια με αυτούς. Ζευγαρώνουν μόνο κάθε δύο χρόνια», είπε ο Sánchez σε μία ανάρτηση του Κέντρου Έρευνας Καρχαριών. «Αν εξαλειφθούν, πώς θα βγάζουν οι άνθρωποι που βασίζονται στην παραγωγή εμπανάδας τα προς το ζην;».
Ο ειδικός προτείνει την αντικατάσταση του κρέατος καρχαριών και σαλαχιών με αυτό άλλων, πιο πολυπληθών ειδών. Μερικοί γνωστοί τοπικοί σεφ, όπως ο Daniel Torrealba, ακολουθούν αυτή τη συμβουλή και δεν εισάγουν το κρέας cazón ή σαλαχιών στις γαστρονομικές τους προτάσεις, όπως σημειώνει το El Estímulo. Ο Torrealba εξηγεί αυτή του την επιλογή:
El cazón y la raya (otra especie en peligro) están muy por encima de la cadena alimenticia en los océanos y su extinción le haría mucho daño a ese ecosistema.
Το cazón και τα ράζα (ένα άλλο απειλούμενο είδος) βρίσκονται πολύ ψηλά στην τροφική αλυσίδα των ωκεανών και η εξαφάνισή τους θα προκαλούσε σημαντική βλάβη στο οικοσύστημα.
Μέχρι σήμερα, η κυβέρνηση της Βενεζουέλας δεν έχει κάνει κάποιο σχόλιο για την εκστρατεία του Κέντρου Έρευνας Καρχαριών.
Οι περιπτώσεις των cazón, των τίγρεων της Βεγγάλης, των ίππων Πρζεβάλσκι και άλλων ζώων που έχουν αναφερθεί σε αυτό το άρθρο υπογραμμίζουν ότι η επίτευξη αληθινής προόδου στην προστασία και αναπλήρωση του πλυθησμού δεν είναι μόνο τμήμα της ενσωμάτωσης περιορισμών. Η επιτυχία απαιτεί εκπαίδευση, συμμετοχή της κοινότητας, έρευνα και συμπεριφορική και κοινωνική αλλαγή. Και αυτές οι υποθέσεις έχουν δείξει ότι αυτή η αλλαγή είναι δυνατή.
Αυτές οι ιστορίες επιτυχίας είναι δείγμα για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω της κοινότητας, που θα μπορούσε να βοηθήσει κι άλλες χώρες και περιοχές να ξαναχτίσουν τα ταλαίπωρα οικοσυστήματά τους.






