
Ένα σπίτι στο ευρύτερο Μπουένος Άιρες, όπου τα θύματα απήχθησαν κατά τη διάρκεια της λεγόμενης «Επιχείρησης Σφαγής». Φωτογραφία: Rodolfo Walsh. Ελεύθερη χρήση.
Τη νύχτα της 9ης Ιουνίου 1956, μια ομάδα ανδρών συγκεντρώθηκε σε ένα σπίτι στο προάστιο του Μπουένος Άιρες στη Φλόριντα. Ενώ μερικοί ήταν απλώς γείτονες και γνωστοί που άκουγαν έναν αγώνα πυγμαχίας στο ραδιόφωνο, ο οποίος μεταδιδόταν από το Luna Park Arena της πρωτεύουσας, άλλοι ήταν υποστηρικτές των Περονιστών, που γνώριζαν την πιθανότητα πως μια ραδιοφωνική ανακοίνωση θα σηματοδοτούσε εξέγερση κατά της δικτατορίας, που είχε ανατρέψει τον πρόεδρο Χουάν Ντομίνγκο Περόν τον προηγούμενο χρόνο.
Το σχέδιο ματαιώθηκε πριν καν ξεκινήσει. Γύρω στις 11:00 μ.μ., ένοπλοι άνδρες εισέβαλαν στις εγκαταστάσεις αναζητώντας τον στρατιωτικό αξιωματούχο Ραούλ Τάνκο, ο οποίος πιστεύεται ότι ήταν ένας από τους ενορχηστρωτές του πραξικοπήματος. Όλοι οι άνδρες στο σπίτι συνελήφθησαν στη συνέχεια, ανεξάρτητα από το ποιοι ήταν. Μέχρι την αυγή, πέντε από αυτούς είχαν εκτελεστεί σε μια χωματερή στην πόλη Χοσέ Λεόν Σουάρες, στο ευρύτερο Μπουένος Άιρες, και επτά άλλοι επέζησαν.
Ο Αργεντινός δημοσιογράφος και συγγραφέας Ροντόλφο Γουόλς, ο οποίος είχε αντιπερονιστικές απόψεις εκείνη την εποχή, τελικά πίστεψε αυτή την απίστευτη ιστορία αποκαλύπτοντάς την σε αυτό που θεωρείται το πρώτο ισπανόφωνο μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα, το Επιχείρηση Σφαγή (1957).
Εβδομήντα χρόνια αργότερα, δικαστήριο της Αργεντινής χαρακτήρισε τις εκτελέσεις του Χοσέ Λεόν Σουάρες ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Στις 22 Ιουνίου του τρέχοντος έτους, η δικαστής Αλίσια Βένσε εξέδωσε την απόφαση. Έκρινε ότι αποδείχθηκε πως οι ανώτατες Αρχές της δικτατορίας, με επικεφαλής τον στρατηγό Πέδρο Εουγκένιο Αραμπούρου και τον ναύαρχο Ισαάκ Φρανσίσκο Ρόχας, είχαν διατάξει αυτήν την επιχείρηση, αποδίδοντας την ευθύνη στους αξιωματούχους ασφαλείας του κράτους Χουάν Κονσταντίνο Κουαράντα, Ντεσιντέριο Φερνάντεζ Σουάρες και Ροντόλφο Ροντρίγκεζ Μορένο.
Η Βένσε όρισε ότι, εάν οι δράστες ήταν ακόμη ζωντανοί σήμερα προς εκδίκαση, θα είχαν καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη. Το δικαστήριο διέταξε επίσης αποζημιώσεις, που ζητούσαν εδώ και καιρό οι οικογένειες των θυμάτων. Περιλαμβάνουν την αποκατάσταση των ονομάτων και της τιμής των ανδρών, τη δημοσίευση της απόφασης σε εθνικές και επαρχιακές εφημερίδες, την ενσωμάτωση αποδεδειγμένων ιστορικών γεγονότων σε εκπαιδευτικά προγράμματα, την τοποθέτηση αναμνηστικών πλακών, όπου πραγματοποιήθηκαν οι επιδρομές και οι εκτελέσεις και τη δημιουργία μνημείου στον χώρο υγειονομικής ταφής Χοσέ Λεόν Σουάρες.
Οι οικογένειες των θυμάτων κατέθεσαν στο δικαστήριο για πρώτη φορά. Κατά τη διάρκεια των ακροάσεων, η Μπέρτα Καράντσα, κόρη του εκτελεσμένου Νικολάς Καράντσα, δήλωσε: «Θέλω να αποδοθεί δικαιοσύνη. Ακόμα κι αν οι δολοφόνοι τους δεν είναι πλέον εδώ, θέλω να γίνει γνωστή η αλήθεια».
Η δικτατορία του 1955
Το 1955, ένα πραξικόπημα, γνωστό ως «Revolución Libertadora» (Απελευθερωτική Επανάσταση), ανέτρεψε τον Περόν. Ο στρατηγός Αραμπούρου ηγήθηκε αυτής της δικτατορίας, η οποία κυβέρνησε με τη βία θέτοντας εκτός νόμου τον Περονισμό με διατάγματα, καταλαμβάνοντας τον έλεγχο των συνδικάτων και φυλακίζοντας δεκάδες χιλιάδες ακτιβιστές.
Τη νύχτα που κατέληξε σε εκτελέσεις, δύο στρατηγοί, ο Χουάν Χοσέ Βάλε και ο Ραούλ Τάνκο, είχαν καταστρώσει ένα σχέδιο για την ανατροπή του καθεστώτος. Μια ραδιοφωνική ανακοίνωση επρόκειτο να διακόψει τη μετάδοση του αγώνα πυγμαχίας πυροδοτώντας μια εξέγερση. Ωστόσο, μέσα σε λίγες μόνο ώρες, η εξέγερση κατέρρευσε αφήνοντας όσους περίμεναν μέσα στο σπίτι σε άγνοια του τι συνέβαινε αλλού στη χώρα. Ο Βάλε συνελήφθη και εκτελέστηκε τρεις ημέρες αργότερα.
Μόλις έφτασαν, η αστυνομία εισέβαλε στο σπίτι, φωνάζοντας: «Πού είναι ο Τάνκο;», αλλά κανείς δεν ήξερε. Ο Ραούλ Τάνκο δεν βρισκόταν πουθενά σε αυτό το σπίτι στη Φλόριντα ούτε είχε πάει ποτέ. Είχε ζητήσει άσυλο στην πρεσβεία της Αϊτής, από όπου αργότερα απήχθη. Παρ’ όλα αυτά, οι αστυνομικές δυνάμεις συνέλαβαν τους 12 άνδρες.
Κανείς δεν εξήγησε για τι κατηγορούνταν ούτε απήγγειλαν κατηγορίες. Αντίθετα, απλώς τους έβαλαν σε ένα φορτηγό και τους οδήγησαν πρώτα στην Περιφερειακή Αστυνομική Μονάδα του Σαν Μαρτίν και τελικά στην χωματερή Χοσέ Λεόν Σουάρες.
Οι Νικολάς Καράντσα, Φρανσίσκο Γκαριμπότι, Κάρλος Αλμπέρτο Λιζάσο, Μάριο Μπριόν και Βισέντε Ροντρίγκες εκτελέστηκαν όλοι. Οι άλλοι επτά άνδρες κατάφεραν να δραπετεύσουν, κρυφά μέσα από τα λιβάδια, τραυματισμένοι αλλά ζωντανοί. Ένας επιζών ήταν ο 24χρονος Χουάν Κάρλος Λιβράγκα, ο οποίος, παρά το γεγονός ότι πυροβολήθηκε, είχε ακόμα όλη τη ζωή μπροστά του. Ως εκ τούτου, έθεσε ως αποστολή του να δημοσιοποιήσει ολόκληρη την ιστορία.
Ροντόλφο Γουόλς, ο άνθρωπος που δεν ξέχασε
Δημοσιογράφος Ροντόλφο Γουόλς. Φωτογραφία: ελεύθερη χρήση.
Έξι μήνες μετά το περιστατικό, σε ένα μπαρ στη Λα Πλάτα, πρωτεύουσα της επαρχίας Μπουένος Άιρες, ο Ροντόλφο Γουόλς έπαιζε σκάκι, όταν ένας γνωστός του, ο Ενρίκε Ντίλον, είπε κάτι που τον σταμάτησε απότομα: «Υπάρχει ένας εκτελεσμένος άντρας που ζει».
Ο Ντίλον μετέφερε όσα του είχε πει ο ξάδερφός του, ο Υπολοχαγός της Ναυτικής Φρεγάτας Χόρχε Ροντόλφο Ντίλον. Ο άνδρας βρισκόταν στο αρχηγείο της Περιφέρειας του Σαν Μαρτίν εκείνο το βράδυ και άκουσε επίσης τον Αντισυνταγματάρχη Σουάρες να δίνει την εντολή εκτέλεσης. Καθώς δεν υπήρχαν νέα για αυτό και κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτό, ο Γουόλς ήταν αρχικά σκεπτικός. Ωστόσο, τις επόμενες ημέρες, οι λέξεις «υπάρχει ένας εκτελεσμένος άνδρας που ζει» αντηχούσαν στο μυαλό του ωθώντας τον να ερευνήσει.
Στη συνέχεια, ο Γουόλς πέρασε μήνες αναζητώντας τους επιζώντες, που ζούσαν κρυμμένοι, αναδημιουργώντας πλήρως τη νύχτα της 9ης Ιουνίου 1956 μέσα από τις μαρτυρίες τους και συναρμολογώντας το παζλ ώρα με την ώρα. Χρησιμοποιώντας τις ραδιοφωνικές μεταγραφές της νύχτας, επιβεβαίωσε την παρανομία της επιχείρησης. Ο στρατιωτικός νόμος, που φέρεται να ενέκρινε αυτές τις εκτελέσεις, δεν διατάχθηκε και δεν μεταδόθηκε παρά μετά τα μεσάνυχτα. Ωστόσο, οι συλλήψεις είχαν πραγματοποιηθεί πριν από τις 11:30 μ.μ. Η έρευνα του Γουόλς δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά ως σειρά άρθρων πριν γίνει το βιβλίο Επιχείρηση Σφαγή, ένα θεμελιώδες έργο της λατινοαμερικανικής ερευνητικής δημοσιογραφίας και της μη μυθοπλαστικής λογοτεχνίας. Ωστόσο, οι δράστες διατήρησαν τις επίσημες θέσεις τους και το κράτος δεν κατάφερε να προσφέρει στα θύματα και στις οικογένειές τους καμία απάντηση.
Ούτε ο Γουόλς έζησε για να δει την απονομή δικαιοσύνης. Είκοσι χρόνια αργότερα, στις 25 Μαρτίου 1977, απήχθη και δολοφονήθηκε από μια άλλη στρατιωτική δικτατορία, μόλις μία ημέρα αφότου δημοσίευσε την «Ανοιχτή Επιστολή προς τη Στρατιωτική Χούντα».
Τοίχος προς τιμήν ανθρώπων που σκοτώθηκαν από εκτελεστικό απόσπασμα στη χωματερή Χοσέ Λεόν Σουάρες. Φωτογραφία: Agustín Cassano / Εξουσιοδοτημένη χρήση.
Το χρέος της δημοκρατίας
Ο Χουάν Κάρλος Λιβράγκα έχει περάσει 70 χρόνια ως «ο εκτελεσμένος που έζησε», ο άνθρωπος για τον οποίο έγραψε ο Γουόλς στο βιβλίο του και ο μάρτυρας, που το κράτος δεν ήθελε ποτέ επίσημα να ακούσει. Τον Ιούνιο, σε ηλικία 94 ετών, κατέθεσε σε τηλεδιάσκεψη από κάπου στις Ηνωμένες Πολιτείες και τελικά άκουσε την απόφαση, που ζητούσε εδώ και καιρό.
Για πρώτη φορά, η Αργεντινή αναγνώρισε ενώπιον του νόμου ότι, σε μια χωματερή στο ευρύτερο Μπουένος Άιρες τις πρώτες πρωινές ώρες της 10ης Ιουνίου 1956, το Κράτος εκτέλεσε πέντε άνδρες χωρίς δίκη, κατηγορίες ή νομική βάση, και το απέκρυψε για 70 χρόνια.
Σε αντίθεση με τις οικογένειες των εξαφανισμένων τη δεκαετία του '70, οι οποίες σχημάτισαν ομάδες, όπως οι Μητέρες της Πλατείας του Μαΐου, οι Γιαγιάδες της Πλατείας του Μαΐου και άλλες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτές οι οικογένειες στάθηκαν μόνες τους για δεκαετίες. Ο χρόνος, που είχε παρέλθει από τότε που διαπράχθηκαν αυτά τα εγκλήματα, αποτελούσε ένα πραγματικό νομικό εμπόδιο. Η κήρυξη των περιστατικών ως εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και η καθιέρωσή τους ως απαράγραπτων χωρίς χρονικούς περιορισμούς κατέστησε τελικά δυνατή αυτή τη δίκη.
Η Αλίσια Ροντρίγκες, κόρη του Βισέντε Ροντρίγκες, ενός από τους εκτελεσθέντες, ήταν 10 ετών όταν συνέβησαν τα περιστατικά. Αφού άκουσε την απόφαση, η πλέον 80χρονη Αλίσια δήλωσε στα ΜΜΕ: «Για εμάς και για όλες τις άλλες οικογένειες, το γεγονός ότι αυτές οι εκτελέσεις έχουν χαρακτηριστεί ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας 70 χρόνια μετά είναι ένα σημαντικό επίτευγμα. Βοηθά τους νέους να μάθουν την αλήθεια. Πιστεύω ότι έτσι χτίζουμε την Αλήθεια, τη Μνήμη και τη Δικαιοσύνη, ώστε άλλες οικογένειες να μην χρειαστεί να υποστούν την ίδια σκληρότητα που υποστήκαμε εμείς».






