
Φωτογραφία της Samia Osman, χρησιμοποιείται με άδεια.
Του Ragaa Dawood
Στην κατεστραμμένη από τον πόλεμο σουδανική πόλη Σέντι, στην πολιτεία του ποταμού Νείλου, πάνω από 40.000 εκτοπισμένοι από την ανατολική Αλ-Τζαζίρα βρίσκονται στοιβαγμένοι σε πρόχειρα καταφύγια υπομένοντας μια τρομερή ανθρωπιστική κρίση. Αυτά τα στοιχεία από τον Νοέμβριο του 2024 βασίζονται σε εσωτερικές εκτιμήσεις που παρείχε η Διεύθυνση Υγείας του Σέντι και εθελοντές πεδίου.
Με τις ραγδαίες τιμές των φαρμάκων, την επανεμφάνιση της χολέρας και τον εκτεταμένο υποσιτισμό, η ελπίδα έχει γίνει ένα σπάνιο αγαθό. Ωστόσο, μέσα σε αυτή την απελπισία, η ηγεσία μιας γυναίκας ξεχώρισε.
Η Samia Osman, επικεφαλής του Τμήματος Υγείας και Πληθυσμού στην περιοχή Σέντι, τιμήθηκε από την κοινότητα του Μπαράνκο για τις εξαιρετικές της προσπάθειες στην προστασία της δημόσιας υγείας. Η ανταπόκρισή της στην ξαφνική εισροή εκτοπισμένων οικογενειών, οι περισσότερες από τις οποίες προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τις επιθέσεις των Δυνάμεων Ταχείας Υποστήριξης (RSF), προσέφερε μια προσωρινή σανίδα σωτηρίας σε έναν ευάλωτο πληθυσμό.
Πλαίσιο του πολέμου
Στις 15 Απριλίου 2023, μονάδες των RSF εξαπέλυσαν συντονισμένες επιθέσεις εναντίον των Σουδανικών Ενόπλων Δυνάμεων (SAF) στην πρωτεύουσα Χαρτούμ σηματοδοτώντας την έναρξη του τέταρτου εμφυλίου πολέμου της χώρας. Οι επιθέσεις ήταν η κορύφωση των εντάσεων μεταξύ του στρατού και των RSF, ιδίως σχετικά με τα σχέδια ενσωμάτωσης των τελευταίων στον στρατό.
Οι RSF, που σχηματίστηκαν από τις πολιτοφυλακές Τζάντζαουιντ, που κατηγορήθηκαν για φρικαλεότητες στο Νταρφούρ στις αρχές της δεκαετίας του '00, έχουν εμπλακεί σε σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων επιθέσεων στην κοινότητα Μασαλίτ στο Δυτικό Νταρφούρ.
Το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRW) κατηγόρησε και τα δύο εμπόλεμα μέρη ότι βομβαρδίζουν κατοικημένες περιοχές αδιακρίτως, με τους RSF «να στοχεύουν σκόπιμα νοσοκομεία», σύμφωνα με τον Mohamed Osman, ερευνητή για το τμήμα Αφρικής.
Μια κρίση που πυροδοτήθηκε από βία
Από τον Οκτώβριο του 2024, οι πολίτες σε χωριά σε όλη την ανατολική Αλ-Τζαζίρα προσπαθούν να ξεφύγουν από τις βάναυσες επιδρομές των πολιτοφυλακών των RSF. Αυτές οι επιθέσεις, που πυροδοτήθηκαν από την αυτομόληση ενός τοπικού διοικητή των RSF στον σουδανικό στρατό, οδήγησαν σε μαζικές δολοφονίες, λεηλασίες και εκτοπισμούς. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες και τοπικά ρεπορτάζ, πάνω από 343.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν την Αλ-Τζαζίρα σε περιοχές όπως το Σέντι και το Γκενταρέφ, με πολλούς να φτάνουν με άδεια χέρια, άρρωστους και τραυματισμένους.
Οι ανθρωπιστικές συνθήκες επιδεινώθηκαν γρήγορα. Μέχρι τον Οκτώβριο του 2024, η ινσουλίνη κατέστη μη προσιτή, φτάνοντας τις 15.000 σουδανέζικες λίρες (25 δολάρια ΗΠΑ) ανά δόση, σύμφωνα με εθελοντές πεδίου.
Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, επιδημίες χολέρας στοίχισαν τη ζωή σε τουλάχιστον 23 ανθρώπους μόνο στο Σέντι, σύμφωνα με προφορικές αναφορές της Διεύθυνσης Υγείας του Σέντι, που κοινοποιήθηκαν στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα και σε ομάδες υγείας της κοινότητας.
Οι γυναίκες, τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι επηρεάστηκαν δυσανάλογα, ωστόσο, από την έλλειψη πρόσβασης σε τρόφιμα, φάρμακα και εγκαταστάσεις υγιεινής.
Μια απάντηση στην υγεία της κοινότητας
Υπό την ηγεσία της Samia Osman, αναπτύχθηκαν γρήγορα επείγουσες υγειονομικές δράσεις. Δημιουργήθηκε ένα προσωρινό κέντρο απομόνωσης, που αποτελούνταν από 16 σκηνές, εξοπλισμένο με βασικές εγκαταστάσεις υγιεινής και ηλεκτρικό ρεύμα. Αυτή η εγκατάσταση εξυπηρετούσε χιλιάδες εκτοπισμένους, προσφέροντας διαλογή για παιδιά, εγκύους και ασθενείς με χρόνιες ασθένειες.
Τον Νοέμβριο του 2024, το υπουργείο υγείας ξεκίνησε μια μαζική εκστρατεία εμβολιασμού σε συνεργασία με τη UNICEF, η οποία κάλυψε πάνω από 20.600 άτομα. Κινητές κλινικές αναπτύχθηκαν για να φτάσουν σε απομακρυσμένα καταφύγια, όπου η πρόσβαση σε περίθαλψη ήταν σχεδόν ανύπαρκτη.
Η Osman διοργάνωσε επίσης εκπαιδευτικό εργαστήριο για τους παρατηρητές υγείας της κοινότητας, ώστε να αναφέρουν πρώιμα σημάδια ασθενειών, που μεταδίδονται μέσω του νερού και άλλων λοιμώξεων, ενισχύοντας το τοπικό σύστημα επιτήρησης. Εν τω μεταξύ, εγκαινιάστηκε μια νέα φιλανθρωπική κλινική, η Κλινική Al-Ne'ma, για την παροχή δωρεάν περίθαλψης σε τραυματισμένους πολίτες.
Περιβαλλοντικές και υλικοτεχνικές προκλήσεις
Καθώς η πυκνότητα πληθυσμού στους καταυλισμούς αυξανόταν, η παραγωγή αποβλήτων στο Σέντι εκτοξεύτηκε στα ύψη. Σε απάντηση, οι δημοτικές υπηρεσίες καθαρισμού και οι προσπάθειες απολύμανσης των πηγών νερού εντάθηκαν για την πρόληψη περαιτέρω εξάπλωσης ασθενειών.
Παρά τους περιορισμένους πόρους και την θεσμική αστάθεια, η πρωτοβουλία της Osman ενέπνευσε τόσο τους αξιωματούχους όσο και τους κατοίκους. Συνεργάστηκε με τοπικές επιτροπές ασφαλείας, το Πανεπιστήμιο Σέντι και ανθρωπιστικούς εταίρους για να εξασφαλίσει φάρμακα και ιατρικό προσωπικό.
Αναγνώριση της κοινότητας και πολιτιστική σημασία
Τον Φεβρουάριο του 2025, συγκινημένη από τις προσπάθειες της Osman, η εκτοπισμένη κοινότητα στο Μπαράνκο οργάνωσε μια σεμνή τελετή προς τιμήν της. Της έκαναν δώρο ένα παραδοσιακό σάλι και μια χειροποίητη ευχαριστήρια πινακίδα.
Η Samia Osman λαμβάνει ευχαριστήριο μήνυμα από την κοινότητα Μπαράνκο τον Φεβρουάριο του 2025. Φωτογραφία που χρησιμοποιείται με άδεια.
Αυτή η πράξη ευγνωμοσύνης αντηχεί βαθιά στις σουδανικές πολιτιστικές αξίες, όπου η κοινοτική ανθεκτικότητα και η αναγνώριση της καλοσύνης παραμένουν ζωτικής σημασίας, ακόμη και σε περιόδους κρίσης. Η εκδήλωση δεν ήταν μόνο μια χειρονομία εκτίμησης, αλλά και μια στιγμή συλλογικής θεραπείας.
Μια ευρύτερη εικόνα της παραμέλησης
Ενώ τοπικοί ήρωες όπως η Samia Osman αναλαμβάνουν δράση, η διεθνής αντίδραση παραμένει σιωπηλή. Η βοήθεια είναι σπάνια και η κάλυψη της κλιμακούμενης κρίσης εκτοπισμού στο Σουδάν είναι περιορισμένη. Οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας συνεχίζουν να εργάζονται υπό επικίνδυνες και εξαντλητικές συνθήκες.
Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, περισσότεροι από 15 εκατομμύρια άνθρωποι είναι αυτή τη στιγμή εκτοπισμένοι εντός και εκτός Σουδάν, με σχεδόν το ήμισυ του πληθυσμού να χρειάζεται ανθρωπιστική βοήθεια.
Αυτή η ιστορία, ενώ αναδεικνύει το θάρρος μιας γυναίκας, αποτελεί καθρέφτη μιας ευρύτερης παραμέλησης, μια υπενθύμιση ότι η κρίση του Σουδάν δεν έχει τελειώσει και ότι όσοι προσπαθούν να κρατήσουν τη γραμμή του αξίζουν παγκόσμια αναγνώριση και υποστήριξη.






