Το κουήρ σινεμά στο Αζερμπαϊτζάν αφηγείται ιστορίες ορατότητας και επιβίωσης

Το κείμενο αυτό παρήχθη σε συνεργασία με το Queerradar.

Στο Αζερμπαϊτζάν, παραβιάσεις των δικαιωμάτων ΛΟΑΤΚΙ+, διακρίσεις και εγκλήματα μίσους τεκμηριώνονται συχνά σε τοπικές και διεθνείς εκθέσεις. Παράλληλα με αύξηση ομοφοβικής ρητορικής από κρατικούς αξιωματούχους, το Αζερμπαϊτζάν κατατάσσεται σταθερά μεταξύ των χαμηλότερων θέσεων στον Χάρτη Ουράνιου Τόξου της ILGA-Europe για πολλά συνεχόμενα έτη, μια συστημική περιθωριοποίηση που επεκτείνεται και στις τέχνες, ειδικά στον κινηματογράφο.

Τα τελευταία χρόνια, ένα νέο κύμα ταινιών μικρού μήκους έχει αρχίσει να πραγματεύεται το ζήτημα, προσφέροντας οικείες απεικονίσεις της κουήρ ζωής μέσω προσωπικής αφήγησης. Μετριόφρονες σε κλίμακα, αλλά ριζοσπαστικές στην ίδια τους την ύπαρξη, αυτές οι ταινίες τεκμηριώνουν ζωές, που έχουν διαγραφεί εδώ και καιρό και, κάνοντάς το, γράφουν τα πρώτα κεφάλαια της κουήρ κινηματογραφικής ιστορίας στο Αζερμπαϊτζάν.

Οι πρώτες τεκμηριωμένες ιστορίες: «Όλα τα τέρατα είναι άνθρωποι»

Το 2017, το Αζερμπαϊτζάν προστέθηκε σε μια θλιβερή λίστα χωρών, συμπεριλαμβανομένης της Τσετσενίας, της Ινδονησίας και της Αιγύπτου, όπου ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αντιμετώπισαν βίαιες καταστολές. Οι Αρχές του Αζερμπαϊτζάν οργάνωσαν μαζικές συλλήψεις, βασανιστήρια και «στημένες» κατηγορίες εναντίον κουήρ πολιτών. Καθώς η παγκόσμια προσοχή εξασθένησε γρήγορα, η κρίση βυθίστηκε στη σιωπή. Η ταινία «All Monsters Are Human» («Όλα τα τέρατα είναι άνθρωποι»), από τους Βρετανούς σκηνοθέτες Hugh Davies και Helen Spooner, προέκυψαν από αυτή τη σιωπή, τεκμηριώντας τις ιστορίες τριών κουήρ Αζέρων, της Roma, της Lady Cat και της Lisa, των οποίων οι ζωές κινούνται μεταξύ Μπακού και Κωνσταντινούπολης, μια κοινή διαδρομή μετανάστευσης για τρανς γυναίκες από την περιοχή, που αναζητούν ασφάλεια.

Μέσω μιας υβριδικής μορφής που συνδυάζει συνεντεύξεις και κινούμενα σχέδια, η ταινία δίνει οπτική μορφή σε τραύματα δύσκολο να αρθρωθούν. Τα animated τμήματα μαλακώνουν αβάσταχτες μνήμες δημιουργώντας έναν χώρο, όπου ο πόνος γίνεται αντιληπτός αλλά όχι ηδονοβλεπτικός. Το αποτέλεσμα είναι μια ευαίσθητη και συναισθηματικά φορτισμένη ταινία, που αντιστέκεται στον εντυπωσιασμό παρόλο που γυρίστηκε από ξένους σκηνοθέτες. Το δυτικό της βλέμμα δεν αντικειμενοποιεί τα πρόσωπά της· αντίθετα, ενισχύει την ατζέντα και την αξιοπρέπειά τους απέναντι στη συστημική βία.

Η Roma αφηγείται πώς επιβίωσε από σεξουαλική επίθεση και αστυνομική βία. Η Lady Cat συνεχίζει την πορνεία, ταυτόχρονα μια μορφή επιβίωσης και διαγραφής. Σε μία από τις πιο συγκινητικές ακολουθίες, η μνήμη της Kristina, μιας τρανς γυναίκας που δολοφονήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ανασυντίθεται μέσω των αναμνήσεων της μητέρας της. Οι σκηνοθέτες ταξίδεψαν στο Αζερμπαϊτζάν για να της μιλήσουν αποκαλύπτοντας την αβάσταχτη αντίφαση μεταξύ μητρικής τρυφερότητας και κοινωνικής σκληρότητας: Η Kristina, κάποτε αλυσοδεμένη από τον πατέρα της, μένει στη μνήμη ως ένα άτομο, που θα μοιραζόταν και το τελευταίο κομμάτι ψωμί της.

Από τον χλευασμό στην αυτοαναπαράσταση

Ο πρώτος ομοφυλόφιλος χαρακτήρας στον αζέρικο κινηματογράφο εμφανίστηκε μόλις το 2014, στην κωμωδία «My Name is Intigam», σε σκηνοθεσία Emin Abdullayev. Όπως σε μεγάλο μέρος του μετασοβιετικού κινηματογράφου, η κουήρ ταυτότητα επιτρεπόταν μόνο ως καρικατούρα: ένα εργαλείο ειρωνείας, γελοιοποίησης ή φόβου. Για δεκαετίες, ο mainstream κινηματογράφος ενίσχυε την ετεροκανονιστική ιδεολογία υποβιβάζοντας τα κουήρ πρόσωπα σε αστεία, διασφαλίζοντας ότι δεν θα μπορούσαν ποτέ να θεωρηθούν πλήρη ανθρώπινα υποκείμενα.

Ακόμη και σήμερα, δεν υπάρχουν mainstream αζέρικες ταινίες, που να απεικονίζουν θετικά ζωές ΛΟΑΤΚΙ+ και ο διεθνής κουήρ κινηματογράφος παραμένει ως επί το πλείστον απών από τις τοπικές οθόνες. Ωστόσο, η ανησυχία για την «εξάπλωση» κουήρ θεμάτων έχει ήδη φτάσει στην κινηματογραφική κοινότητα.

«Τα τελευταία χρόνια υπάρχει ανοιχτή προπαγάνδα ομοφυλοφυλίας και σεξουαλικών μειονοτήτων στον παγκόσμιο κινηματογράφο και ανησυχώ γι’ αυτό εδώ και καιρό», δήλωσε ο Ayaz Salayev, σεβαστός σκηνοθέτης και κρατικά τιμώμενος καλλιτέχνης, σε συνέντευξή του σε τοπικά ΜΜΕ. «Αν ο αζέρικος κινηματογράφος ακολουθήσει τον δυτικό δρόμο και γυρίσει τέτοιες ταινίες για να κερδίσει βραβεία, θα μπορούσε να πλήξει σοβαρά τον εθνικό κινηματογράφο».

Σε ένα άρθρο για τη Yeni Musavat με τίτλο «Μια ομοφυλοφιλική κινηματογραφική βιομηχανία εμφανίζεται σε όλο τον κόσμο. Ποιος είναι ο στόχος;», η κριτικός κινηματογράφου Sevda Sultanova υποστήριξε ότι ο αγώνας της Δύσης για την ισότητα των φύλων έχει περιορίσει την ακαδημαϊκή ελευθερία και τον διάλογο. «Οι διοργανωτές του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου αφαίρεσαν την αρχή του φύλου, αντικαθιστώντας τα βραβεία Α’ Ανδρικού και Α’ Γυναικείου Ρόλου με βραβεία ουδέτερα ως προς το φύλο», ισχυρίστηκε. «Έτσι, ένα από τα πιο επιδραστικά φεστιβάλ του κόσμου παραβίασε τα δικαιώματα ηθοποιών γυναικών και ανδρών υπό την πίεση σεξουαλικών μειονοτήτων».

Σε αυτό το πλαίσιο, η εμφάνιση μη-δυαδικών και τρανς δημιουργών, που αφηγούνται τις δικές τους ιστορίες, σηματοδοτεί μια σημαντική στροφή από το να είσαι αντικείμενο παρατήρησης στο να παρατηρείς εσύ. Αυτοί οι σκηνοθέτες, πολλοί από τους οποίους απόφοιτοι του Κρατικού Πανεπιστημίου Πολιτισμού και Τεχνών του Αζερμπαϊτζάν, επαναδιεκδικούν τον κινηματογράφο ως χώρο αντίστασης και αυτοδημιουργίας. Τα έργα τους, συχνά παραγόμενα με συμβολικούς προϋπολογισμούς, αφορούν λιγότερο την τεχνική αρτιότητα και περισσότερο το θράσος να υπάρχουν στην οθόνη.

Ενώ προηγούμενες μεμονωμένες ακτιβιστικές ταινίες, όπως το «Sebastian» (2017) του ακτιβιστή ΛΟΑΤΚΙ+ Samad Ismayilov, προσέφεραν σπάνιες ματιές στην κουήρ ζωή, μια νεότερη γενιά διαμορφώνει τώρα ένα πιο βιώσιμο σώμα έργου. Αυτοί οι καλλιτέχνες αναπτύσσουν αυτό που μπορεί να περιγραφεί ως κουήρ βλέμμα, ένα βλέμμα που αμφισβητεί κανονιστικές αναπαραστάσεις, θέτει στο προσκήνιο τις υποκειμενικότητες ΛΟΑΤΚΙ+ και κατασκευάζει εναλλακτικές οπτικές γλώσσες για ό,τι απορρίπτει η mainstream κουλτούρα.

Νέες φωνές του κουήρ κινηματογράφου

Η Vusala Hajiyeva μετέτρεψε τη δική της ιστορία ζωής στο «Bunny Decides to Go», απεικονίζοντας τις πιέσεις που αντιμετώπισε στο Αζερμπαϊτζάν και τις συνθήκες που την οδήγησαν τελικά να μετακομίσει στην Τιφλίδα της Γεωργίας. Η ταινία έλαβε σημαντική διεθνή προσοχή με προβολές σε σχεδόν είκοσι φεστιβάλ κινηματογράφου μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Oslo Fusion. Η Hajiyeva σκηνοθέτησε επίσης το «A and 24 Others» (2022) επανεξετάζοντας την καταστολή ΛΟΑΤΚΙ+ του 2017 και τις ταινίες μικρού μήκους «Anyone from Istanbul» (2024) και «Leave the Room, Make a Mistake» (2024).

«Ο κύριος σκοπός μου, όταν έφτιαξα αυτή την ταινία, ήταν να αναλύσω σε προσωπικό επίπεδο ό,τι μου είχε συμβεί και να δω τα χρόνια μετά τη μετάβασή μου», εξήγησε. Χρησιμοποιώντας προσωπικά αρχεία, φωτογραφίες και κάμερα στο χέρι, η Hajiyeva ανασυνθέτει τις πρώιμες μνήμες της — να φοράει κρυφά τα ρούχα της μητέρας της, να παίζει με τις κούκλες των ξαδέρφων της — τοποθετώντας τες σε ένα ευρύτερο ταξίδι αυτοανακάλυψης. Συναισθήματα μοναξιάς και απομόνωσης απεικονίζονται οπτικά μέσω μιας μετάβασης από ένα χαοτικό οικογενειακό τραπέζι φαγητού σε ένα μινιμαλιστικό, μοναχικό. «Το σπίτι δεν είναι πάντα ζώνη άνεσης. Μερικές φορές το σπίτι μπορεί να μετατραπεί σε κόλαση», λέει.

Δύο πηγές δύναμης παραμένουν γι’ αυτήν: ο σύντροφός της και η ραπ μουσική. Το μοτίβο του κουνελιού αναδύεται από αυτές τις σχέσεις: το πρώτο δώρο της μητέρας της ήταν ένα παιχνίδι-κουνέλι, ενώ ο σύντροφός της θυμάται ότι έχασε ένα αγαπημένο αληθινό κουνέλι από την παιδική του ηλικία. Το σύμβολο γίνεται μεταφορά για την ευθραυστότητα και τη φυγή. Η ραπ μουσική γίνεται το δεύτερο καταφύγιό της: διαμαρτυρία, έκφραση, ρυθμός επιβίωσης. Το εγκατέλειψε για λίγο λόγω «δυσφορίας και φόβου», αλλά επέστρεψε σε αυτό μετά από μια βίαιη επίθεση στο σπίτι της. Απειλητικά τηλεφωνήματα από συγγενείς και εχθρικά βλέμματα στο δημόσιο χώρο την ανάγκασαν τελικά να δραπετεύσει στην Τιφλίδα μέσα σε μια νύχτα: «Όταν όλα γύρω σου γίνονται ανασφαλή, η φυγή γίνεται η μοναδική επιλογή».

Αν και δεν είναι ιδανική, η Τιφλίδα προσφέρει σχετική ελευθερία. Η ταινία τελειώνει με μια αισιόδοξη νότα, με την εικόνα ενός μικρού κοριτσιού που περπατάει στο Μπακού με σίγουρο βήμα, αγνοώντας τα βλέμματα γύρω της, προχωρώντας προς μια νέα ζωή.

Φωτίζοντας τις ιστορίες ΛΟΑΤΚΙ+

Η τρανς σεναριογράφος και σκηνοθέτιδα Miray Deniz, άλλη μία απόφοιτος του Κρατικού Πανεπιστημίου Πολιτισμού και Τεχνών του Αζερμπαϊτζάν, είναι από τις λίγες που θέτουν συνεχώς στο επίκεντρο τις εμπειρίες ΛΟΑΤΚΙ+. Η προηγούμενη ταινία της «Sunshine for My Body» απεικόνιζε ένα λεσβιακό ζευγάρι, μια τρανς γυναίκα που αναζητούσε οικογένεια και έναν ομοφυλόφιλο έφηβο, που πάλευε με δυσκολίες σε σχέση.

Η ταινία της «Queer Destiny: Avaz Hafizli» εξετάζει τη ζωή και την κληρονομιά του 23χρονου blogger και υπερασπιστή των δικαιωμάτων ΛΟΑΤΚΙ+ Avaz Hafizli, ο οποίος δολοφονήθηκε από τον ξάδερφό του στις 22 Φεβρουαρίου 2022, «γιατί ντρόπιασε το όνομα της οικογένειας». Τόσο η κηδεία όσο και η επακόλουθη δίκη αποκάλυψαν το βάθος της ομοφοβίας στο Αζερμπαϊτζάν: οι φίλοι εμποδίστηκαν να παραστούν στη δίκη, η διάσταση του εγκλήματος μίσους αγνοήθηκε και, παρόλο που η μητέρα του Hafizli ζήτησε την αυστηρότερη ποινή, ο αδερφός του συγχώρησε δημοσίως τον δράστη. Όπως αναφέρεται στην ταινία, μετά από πίεση από φίλους και ακτιβιστές όπως ο Ali Malikov, ο δολοφόνος καταδικάστηκε σε ποινή εννιάμισι ετών.

Μια έρευνα του QueerRadar διαπίστωσε ότι μεταξύ 2013 και 2023 τουλάχιστον 15 άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ στο Αζερμπαϊτζάν δέχθηκαν επιθέσεις με όπλα και 12 δολοφονήθηκαν. Αυτοί οι αριθμοί, ωστόσο, πιθανότατα δεν αναφέρονται επαρκώς λόγω της έλλειψης κατάλληλης έρευνας και της απουσίας ταξινόμησης εγκλημάτων μίσους στο εθνικό δίκαιο.

Η ταινία της Deniz ανασυνθέτει τη ζωή του Hafizli μέσω συνεντεύξεων με τη μητέρα του, φίλους και συναδέλφους, συνδυάζοντάς τες με αρχειακό υλικό. Ο ακτιβισμός της, η συνεχής παρουσία σε διαδηλώσεις και οι προσπάθειες να τεκμηριώσει δολοφονίες τρανς την τοποθετούν στην καρδιά του κουήρ αγώνα του Αζερμπαϊτζάν. Ωστόσο, η δολοφονία χαρακτηρίστηκε από ορισμένους ως «άξιος θάνατος», μια αφήγηση που επαναλήφθηκε σε φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ.

Η ταινία χρονικογραφεί πώς η ρητορική μίσους τροφοδοτεί τη βία και θέτει σε κίνδυνο ζωές. Παρόλο που ο Hafizli ανέφερε επανειλημμένα απειλές, οι Αρχές τον αγνόησαν. Η απόπειρα αυτοκτονίας του, που επίσης αφηγείται στην ταινία, υπογραμμίζει το ψυχολογικό τίμημα που συχνά υφίστανται οι κουήρ Αζέροι· θυμίζει επίσης την αυτοκτονία του ακτιβιστή Isa Shahmarli το 2014, ο οποίος αυτοκτόνησε χρησιμοποιώντας τη σημαία του ουράνιου τόξου, μια ακόμη ζωή που οδηγήθηκε στα άκρα.

Ακόμη και μετά θάνατον, η διάκριση συνεχίστηκε για τον Hafizli, ο οποίος στερήθηκε κατάλληλη ταφή και επιτάφια πλάκα. Όπως σημείωσε ο δημοσιογράφος Nurlan Libre στην ταινία, ορισμένα μέλη της οικογένειας θέλουν ο τάφος να «εξαφανιστεί». Απέναντι σε τέτοιες στάσεις, η έννοια της «δυνατότητας πένθους» της Τζούντιθ Μπάτλερ, η ιδέα ότι ορισμένες ζωές δεν θεωρούνται άξιες πένθους, γίνεται οδυνηρά ορατή.

Αναζητώντας σπίτι

Η Mehriban Karimova, με υπόβαθρο στο μακροπρόθεσμο φωτορεπορτάζ και  τη φωτογραφία, πραγματεύεται τις προκαταλήψεις και διακρίσεις εναντίον τρανς γυναικών στην ταινία «Home Within», η οποία προβλήθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Oslo Fusion και στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Γυναικών Sevil στο Αζερμπαϊτζάν.

Εξετάζοντας το σπίτι τόσο ως φυσικό χώρο όσο και ως συναισθηματική κατάσταση, η ταινία ακολουθεί την Karmen, μια 20χρονη φοιτήτρια που ζει στο διαμέρισμα μιας φίλης της. Έχοντας ξεκινήσει τη μετάβασή της ενώ ζούσε σε φοιτητική εστία, η Karmen βλέπει το σπίτι ως τόπο ασφάλειας, αυθεντικότητας και ζεστασιάς, αλλά αυτές οι ποιότητες γίνονται εύθραυστες. Θυμάται ότι ένιωθε πραγματικά στο σπίτι της μόνο στο σπίτι της γιαγιάς της, ένα πρώιμο καταφύγιο που δεν ήθελε να εγκαταλείψει.

Για να βρει το «εσωτερικό της σπίτι», η Karmen έπρεπε να θυσιάσει το «εξωτερικό της σπίτι». Αν και τώρα λέει ότι νιώθει άνετα στο διαμέρισμα της φίλης της, αφηγείται επίσης ότι δέχτηκε σεξουαλική πρόταση από πρώην ιδιοκτήτη, που προσέφερε να μειώσει το ενοίκιο με αντάλλαγμα σεξ, μια προσφορά που αργότερα επαναλήφθηκε και από άλλους. Γι’ αυτήν, το σπίτι έχει μετατραπεί σε χώρο γεμάτο όρους, περιορισμούς και κίνδυνο. Η φωτεινή της προσωπικότητα επισκιάζεται από τραυματικές μνήμες. Η ταινία δείχνει πώς ακόμη και βασικές ανάγκες, όπως το να περπατάς ελεύθερα στον δρόμο, γίνονται προκλήσεις για τα κουίρ άτομα.

Αν και το Αζερμπαϊτζάν δεν έχει αναγνωρίσιμο κίνημα «New Queer Cinema», αυτές οι ανεξάρτητα παραγόμενες ταινίες αρχίζουν να καλύπτουν το κενό που άφησαν δεκαετίες σιωπής. Αμφισβητούν τον μετασοβιετικό συντηρητισμό και την ετεροκανονιστική κινηματογραφική γλώσσα επαναδιεκδικώντας τη δύναμη του να κοιτάς, αυτό που οι φεμινιστικές και κουήρ θεωρίες ονομάζουν «κουήρ οπτική». Αυτή η οπτική διερωτάται επίσης για την έννοια του σπιτιού, προχωρώντας πέρα από το φυσικό για να εξερευνήσει την έννοια του ανήκειν, την ασφάλεια και την ταυτότητα.

Μια εντυπωσιακή διαδρομή σε αυτά τα έργα είναι η εξερεύνηση του σπιτιού ως καταφύγιο και ταυτόχρονα ως τόπος κινδύνου. Για την Hajiyeva στο «Bunny Decides to Go», το σπίτι είναι ένας τόπος που πρέπει να αφεθεί πίσω για να επιβιώσεις, αλλά παραμένει βαθιά συνδεδεμένος με τη μνήμη και τη συναισθηματική προσκόλληση. Η ιστορία του Hafizli στο «Queer Destiny» αποκαλύπτει πώς, χωρίς την προστασία της οικογένειας, ακόμη και το σπίτι γίνεται ανασφαλές, καταλήγοντας σε θανατηφόρα βία. Το «Home Within» της Karimova εξετάζει το σπίτι ως συναισθηματική και κοινωνική κατασκευή, αποκαλύπτοντας τους συμβιβασμούς, τους κινδύνους και τους αποκλεισμούς που αντιμετωπίζουν τα τρανς άτομα ακόμη και σε φαινομενικά συνηθισμένους οικιακούς χώρους.

Συνολικά, αυτές οι ταινίες απεικονίζουν μια γενιά, που αναζητά το νόημα του σπιτιού σε μια κοινωνία που της αρνείται ασφάλεια και αναγνώριση. Μετατρέπουν τους προσωπικούς αγώνες σε συλλογικές αφηγήσεις δείχνοντας πώς η επιβίωση, η μνήμη και η αναζήτηση του ανήκειν είναι αλληλένδετες με τη δημιουργία κουήρ κινηματογραφικών ιστοριών. Χαρτογραφώντας τα περιγράμματα του σπιτιού, τόσο του χαμένου όσο και του φανταστικού, αυτές οι ταινίες σχεδιάζουν μια συλλογική ιστορία της κουήρ ζωής στο Αζερμπαϊτζάν, διατηρώντας τη μνήμη εκεί όπου τα επίσημα αρχεία αποτυγχάνουν.

Για αυτή τη γενιά καλλιτεχνών, ο κινηματογράφος δεν είναι απλώς μια έκκληση για ορατότητα· είναι μια πράξη τεκμηρίωσης, αντίστασης και μνήμης. Μαζί, συνεχίζουν να δημιουργούν ένα εναλλακτικό αρχείο, όπου ο πόνος, η μνήμη και η ταυτότητα συνυπάρχουν χωρίς απολογία και όπου η ίδια η πράξη της δημιουργίας ταινιών γίνεται μια μορφή επιβίωσης.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.