Η αόρατη μετανάστευση: Πώς ενισχύουν οι πρόσφυγες των πόλεων την οικονομία στην Ουγκάντα;

Three young girls sewing with a sewing machine

Μαθητευόμενες στο Μποντέκο ράβουν τα ρούχα τους. Φωτογραφία του Godfrey Luzinda. Χρήση κατόπιν αδείας.

Αυτό το άρθρο της Ayebare Cinderella αρχικά δημοσιεύτηκε στο Peace News Network στις 8 Απριλίου 2026. Μια επιμελημένη εκδοχή του επαναδημοσιεύεται στο Global Voices βάσει συμφωνίας διαμοιρασμού περιεχομένου.

Η Ουγκάντα εδώ και καιρό μνημονεύεται παγκοσμίως για την προοδευτική της πολιτική για τους πρόσφυγες, που βάζει στην άκρη τους καταυλισμούς που  συνεπάγονται την ύπαρξη περιορισμών που βλέπει κανείς σε άλλα έθνη υπέρ ενός μοντέλου ένταξης και ελευθερίας της κίνησης.

Σύμφωνα με στατιστικές του Γραφείου του Πρωθυπουργού, η Ουγκάντα στις 31 Οκτωβρίου 2025 φιλοξενούσε  1.961.518 πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο. Από αυτούς, 91% ζουν σε καταυλισμούς προσφύγων. Ενώ οι αγροτικοί καταυλισμοί είναι ο παραδοσιακός προορισμός, μια μαζική, κατά πολύ αόρατη, μετανάστευση αναδιαμορφώνει την πρωτεύουσα της χώρας, με 9% να ζει σε αστικές περιοχές. Χιλιάδες ανταλλάσσουν τις ολοένα και μικρότερες μερίδες των καταυλισμών για το χυλό και τις ευκαιρίες της μητροπολιτικής περιοχής της Καμπάλα.

Στα πολυσύχναστα προάστια Μακίντιε και Ζάνα, πρόσφυγες από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, τη Σομαλία, το Νότιο Σουδάν, την Ερυθραία, το Σουδάν, την Αιθιοπία, τη Ρουάντα και το Μπουρούντι δεν είναι πλέον απλώς αιτούντες άσυλο. Είναι φορολογούμενοι πολίτες, εργοδότες και επιχειρηματίες.

Πρόσφυγες από αυτές τις χώρες έχουν ξεφύγει από εφιαλτική βία και αστάθεια, που έχει να κάνει με εμφύλιους πολέμους, πολιτικές ταραχές και άλλες μεγάλες αναταραχές. Ωστόσο, τώρα χρησιμοποιούν την επιχειρηματικότητα, υπηρεσίες διατροφής, ρουχισμού, και καλλυντικών, ανάμεσα στ'άλλα, για να τροφοδοτήσουν την οικονομία της Ουγκάντας και να φέρουν αρμονία ανάμεσα στις διάφορες ομάδες των προσφυγικών κοινοτήτων και των τοπικών που τις φιλοξενούν.

Η βελονιά της ανθεκτικότητας: John Babish Makando

Στο Μακίντιε, ένα προάστιο που το χαρακτηρίζει ο ποικιλόμορφος προσφυγικός πληθυσμός, ο John Babish Makando λειτουργεί μια επιχείρηση ραπτικής, που αψηφά τα κοινά στερεότυπα του επαγγέλματος. Έχοντας ξεφύγει από την σύγκρουση στην Ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό το 2019, ο Makando προσπέρασε εντελώς το σύστημα των καταυλισμών στοιχηματίζοντας στις δεξιότητές του για να επιβιώσει στο ανταγωνιστικό αστικό τοπίο της Καμπάλα.

Για τον Makando, το να είσαι πρόσφυγας δεν είναι εμπόδιο στην επαγγελματική αριστεία. Έχει φτιάξει φήμη για το ότι είναι στην ώρα του και είναι ακριβής, ιδιότητες που, όπως λέει, συχνά λείπουν από την τοπική αγορά. Ο Makando εξηγεί στο Peace News Network (PNN):

Αλλάζω την κοινή λανθασμένη αντίληψη των πελατών για τους ντόπιους ράφτες. Πολλοί είναι γνωστοί για την απογοήτευση που προκαλούν στους πελάτες, επειδή δεν ανταποκρίνονται στις προθεσμίες ή χαλούν τα σχέδια. Εδώ, είναι διαφορετικά. Επικεντρώνομαι στην ποιότητα και στο να είμαι εντάξει χρονικά.

A man sewing with a sewing machine

Ο Makando δουλεύει στο κατάστημά του στο Μακίντιε. Φωτογραφία από την Cinderella Ayebare. Χρήση κατόπιν αδείας.

Η συμβολή του Makando στην οικονομία της Ουγκάντα είναι χειροπιαστή. Αντίθετα από τους πρόσφυγες στους καταυλισμούς που λαμβάνουν ανθρωπιστική βοήθεια,  πρόσφυγες της πόλης, όπως ο Makando, δεν λαμβάνουν σχεδόν καμία οικονομική στήριξη. Αντιθέτως, στην Καμπάλα, οι μικρής κλίμακας επιχειρήσεις είναι η ραχοκοκκαλιά της τοπικής οικονομίας, συνεισφέροντας μέσα από ένα δομημένο φορολογικό σύστημα. Οι περισσότεροι πληρώνουν μια ετήσια Εμπορική Άδεια της Αρχής του Συμβουλίου της Πόλης της Καμπάλα (KCCA), που ποικίλει από 31.500 σελίνια Ουγκάντα (7,22 ευρώ) για απλούς πάγκους ως 90.000 σελίνια Ουγκάντα (20,64 ευρώ) για κομμωτήρια και εργαστήρια. Επιπλέον, οι τεχνίτες πληρώνουν ένα Φόρο Τοπικών Υπηρεσιών βάσει εισοδήματος, ενώ οι πωλητές στην αγορά συνεισφέρουν μέσω καθημερινών πληρωμών. Παρά το περιορισμένο κεφάλαιο, αυτές οι μικρο-επιχειρήσεις εξασφαλίζουν έσοδα για την αστική ανάπτυξη και υποδομές στην πόλη. Ο Makando πληρώνει ενοίκιο για το ραφτάδικό του και εκπληρώνει τις φορολογικές του υποχρεώσεις, ρίχνοντας καύσιμο στην τοπική ανάπτυξη.

Το ταξίδι του στην αυτάρκεια άρχισε με μια τρίμηνη επαγγεματική κατάρτιση με τη χορηγία της Διεθνούς Επιτροπής Διάσωσης (IRC) και των Υπουργείων Ειρήνης και Συμφιλίωσης της περιοχής των Μεγάλων Λιμνών (GRS). Σήμερα, ξεπληρώνει αυτό το δώρο. Ο Makando σημείωσε:

Πήγα σε μια τρίμηνη κατάρτιση δεξιοτήτων και μετά από αυτό έκανα ένα σύντομο μάθημα στην ραπτική. Μετά από μερικά χρόνια κατά τα οποία απέκτησα εμπειρία, αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε να μεταφέρουμε αυτές τις δεξιότητες σε φίλους πρόσφυγες και να φιλοξενήσουμε κοινότητες που εκπαιδεύουμε στο πώς να φτιάχνουν ρούχα χρησιμοποιώντας διαφορετικά υφάσματα.     

Πρόσθεσε:

Αποφασίσαμε να διδάξουμε τους ανθρώπους για να τους δείξουμε με ποιο τρόπο συνδεόμαστε με τους Ουγκαντέζους γείτονές μας, επειδή υπάρχει ένα ρητό που λέει ότι ο γείτονάς μου είναι η πρώτη μου οικογένεια.

Αναμιγνύοντας τη μόδα με το φαγητό: Τα φρέσκα της Αmina

Το οικονομικό οικοσύστημα που δημιουργείται από τους πρόσφυγες εκτείνεται από το ρουχισμό στο τραπέζι μας. 

Η Amina, μια άλλη πρόσφυγας από το Κονγκό στο Μακίντιε, εξασφαλίζει ότι τόσο οι πρόσφυγες όσο και οι Ουγκαντέζοι τρώνε καλά. Η Amina ανταποκρίνεται στην υψηλή απαίτηση για φρέσκια παραγωγή στους πυκνά κατοικημένους διαδρόμους του Μακίντιε.

Ο πάγκος της είναι ένα ζωηρό ζωντανό σταυροδρόμι από διάφορες κουλτούρες. Ειδικεύεται σε λαχανικά όπως ντομάτες και χόρτα, αλλά η αληθινή της επιτυχία βρίσκεται στο σόμπε (φύλλα κασάβα), τη σούσα, το ντόντο, και τις μελιτζάνες, βασικές τροφές που αρέσουν σε πελάτες από τη Ρουάντα, το Μπουρούντι και το Σουδάν. Η Amina λέει:

Οι Ουγκαντέζοι αγαπούν το κογκολέζικο φαγητό και οι Κογκολέζοι αγαπούν το φαγητό της Ουγκάντας.

Η Amina αντιπροσωπεύει μια μορφή πολιτιστικής προσαρμογής, που ξεπερνά την απλή επιβίωση. Διατηρώντας τον πάγκο της, η Amina δεν παρέχει μόνο για την οικογένειά της: συμμετέχει ενεργά στην ανεπίσημη οικονομία της πόλης, συνεισφέροντας στη φορολογική βάση και προωθώντας την ασφάλεια του φαγητού της πόλης.

A woman holding green leafy vegetables

Η Amina καθαρίζει και ξεχωρίζει τα χόρτα της. Φωτογραφία από την Cinderella Ayebare. Χρήση κατόπιν αδείας.

Η μετατροπή των μεταναστών σε οικονομικές μηχανές

Στην καρδιά αυτής της μεταμόρφωσης είναι το Κέντρο Διαβίωσης Προσφύγων Νποντέκο στο χωριό Najjanankumbi’s Stella. Ιδρύθηκε το 1997 από τον Αιδεσιμότατο Michael Lingisi κι έχει εξελιχθεί από ένα απλό δίχτυ ασφαλείας σε μια εκλεπτυσμένη μηχανή  αυτάρκειας.

Ο Εκτελεστικός Διευθυντής του, Paul Kithima, είναι ένας ηχηρός υπερασπιστής της τοπικής προσαρμογής, που δηλώνει ότι οι καλύτερες λύσεις για τους πρόσφυγες προέρχονται από τους ίδιους. Ο Kithima λέει:

Έχουμε δράσεις που σχετίζονται με τον βιοπορισμό, στις οποίες εκπαιδεύουμε πρόσφυγες σε διαφορετικούς τομείς όπως την κομμωτική, την ραπτική, τους υπολογιστές, και το μακιγιάζ.

Πρόσθεσε ότι το κέντρο διαθέτει επίσης χρηματοοικονομικές ομάδες, στις οποίες παρέχεται εκπαίδευση στην επιχειρηματικότητα και τον οικονομικό αλφαβητισμό που είναι ζωτικής σημασίας.

Έχουμε συνολικά 37 χρηματοοικονομικές ομάδες, τις οποίες παρακολουθούν 1.110 άτομα, με κάθε ομάδα να αποτελείται από 30 άτομα.

Συνέχισε:

Τους βοηθάμε να εγγραφούν ως Κοινοτικές Οργανώσεις Βάσης (CBO) ώστε να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε οικονομικούς φορείς για να εξερευνήσουν επιλογές όπως δάνεια και άλλα προϊόντα.

Μόνο πέρσι, το Μποντέκοστήριξε πάνω από 3.500 άτομα, τόσο προσφύγων όσο και ντόπιων Ουγκαντέζων. Αυτή η συμπεριληπτική προσέγγιση, η εκπαίδευση ντόπιων μαζί με πρόσφυγες, είναι βασική για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και την πρόληψη της περιφρόνησης. 

Τα προγράμματα αυτού του κέντρου είναι πολυποίκιλα, από ένα μοντέρνο φούρνο και καλλιέργειες με μανιτάρια μέχρι μια κοινή κλινική, που βοηθά οικογένειες προσφύγων να κατανοήσουν το καθεστώς ασύλου και ένα κέντρο νεότητας για παιδιά.

Ένα νέο κεφάλαιο στην αυτάρκεια

Η αλλαγή προς την αστική επιχειρηματικότητα έχει καταστεί αναγκαία. Με τις οικονομικές περικοπές του 2026 να μηδενίζει σχεδόν τις μερίδες στους καταυλισμούς, η αόρατη μετανάστευση δεν είναι πλέον επιλογή αλλά στρατηγική επιβίωσης. Αυτά τα άτομα απομακρύνονται από την εξάρτηση από τη βοήθεια και οδεύουν προς την ενεργή οικονομική συμμετοχή.

Όπως αποδεικνύουν ο Paul Kithima και οι επιχειρηματίες στο Μακίντιε, όταν στους πρόσφυγες δίνονται εργαλεία για να επιτύχουν, δεν επιβιώνουν απλώς: χτίζουν το μέλλον της χώρας που τους δέχτηκε.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.