
Mohammed Asem. Φωτογραφία ευγενική προσφορά του συγγραφέα, χρησιμοποιείται με άδεια.
Αυτό το δοκίμιο γράφτηκε από τον Mohammed Asem, ευγενική προσφορά του Παγκόσμιου Κινήματος κατά της Ανιθαγένειας (GMAS), συνεργάτη περιεχομένου του Global Voices.
Αυτό το άρθρο αποτελεί μέρος της σειράς Spotlight του Global Voices για τον Ιούλιο του 2026 με τίτλο «Ανιθαγένεια». Αυτή η σειρά προσφέρει μία οπτική στο ζήτημα της ανιθαγένειας και το πώς αυτή περιορίζει την ελευθερία μετακινήσεων των ανθρώπων, τις ακαδημαϊκές τους ευκαιρίες, την πολιτική πρόσβαση και άλλα. Μπορείτε να υποστηρίξετε αυτό το ρεπορτάζ με δωρεά εδώ.
Πριν εγκαταλείψω την πατρίδα μου, είχα ένα μέρος να αποκαλώ σπίτι και ονειρευόμουν να χτίσω ένα μέλλον στο Αρακάν της Μιανμάρ, αλλά συχνά αντιμετωπίζαμε διακρίσεις. Δεν μπορούσαμε να μετακινηθούμε ελεύθερα, να έχουμε πρόσβαση στη δημόσια εκπαίδευση, να φοιτήσουμε στο πανεπιστήμιο ή να συμμετάσχουμε στις εκλογές.
Πριν από τον νόμο περί ιθαγένειας του 1982, οι Ροχίνγκια στη Μιανμάρ είχαν δικαιώματα ιθαγένειας, συμπεριλαμβανομένης της αναγνώρισης ως υπηκόων της Μιανμάρ. Μετά τον νόμο του 1982, οι Ροχίνγκια έχασαν εντελώς την ιθαγένειά τους, γεγονός που επηρέασε την ικανότητά τους να ζουν με αξιοπρέπεια και ασφάλεια. Ως αποτέλεσμα, ένας μεγάλος αριθμός Ροχίνγκια — περίπου 1,2 εκατομμύρια άνθρωποι σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες — αναγκάστηκαν να γίνουν πρόσφυγες στη γειτονική τους χώρα, το Μπαγκλαντές. Ήμουν ένας από αυτούς.
Καθώς έφευγα με την οικογένειά μου το 2017, σε ηλικία 10 ετών, γίναμε μάρτυρες πυροβολισμών ανθρώπων, καθώς προσπαθούσαν να διασχίσουν τον ποταμό Ναφ, τον ποταμό που σηματοδοτεί τα σύνορα μεταξύ νοτιοανατολικού Μπαγκλαντές και βορειοδυτικής Μιανμάρ. Είδα πολλά παιδιά Ροχίνγκια να επιπλέουν στον ποταμό, αφού έχασαν τη ζωή τους από τα πυρά της χούντας της Μιανμάρ. Δεχθήκαμε επίσης πυρά, καθώς προσπαθούσαμε να φτάσουμε στον Κόλπο της Βεγγάλης διασχίζοντας τον ποταμό κοντά στο χωριό μας στη Μιανμάρ, αλλά ευτυχώς για εμάς, τα καταφέραμε.
Διαδηλωτές ζητούν περισσότερα δικαιώματα για τους πρόσφυγες στο Μπαγκλαντές. Η εικόνα είναι ευγενική προσφορά του Mohammed Asem, χρησιμοποιείται με άδεια.
Οι Ροχίνγκια διώκονται στη Μιανμάρ τουλάχιστον από τη δεκαετία του '70, με τα γεγονότα να κορυφώνονται από τον Αύγουστο του 2016 έως τον Ιανουάριο του 2017, όταν ο στρατός ξεκίνησε μια βίαιη καταστολή, που οδήγησε σε μεγάλης κλίμακας σφαγές και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ο στρατός κατηγορήθηκε για εθνοκάθαρση, εγκλήματα πολέμου και διάπραξη γενοκτονίας από διάφορες υπηρεσίες των Ηνωμένων Εθνών, αξιωματούχους του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, διάφορες κυβερνήσεις και αρκετές ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Πέρα από τις εξωδικαστικές δολοφονίες, τους ομαδικούς βιασμούς, τις εκτελέσεις, τους εμπρησμούς, τις βρεφοκτονίες, τις αδιάκοπες διώξεις και την άρνηση δικαιωμάτων, οι ενέργειες του στρατού εκτόπισαν τεράστιο αριθμό ανθρώπων, οι περισσότεροι από τους οποίους διέφυγαν πέρα από τα σύνορα στο Μπαγκλαντές.
Αφού αντιμετωπίσαμε όλες τις δυσκολίες της διέλευσης, φτάσαμε στα σύνορα — το νησί Σα Πορίρ Ντιπ του Μπαγκλαντές — αλλά η Συνοριακή Φρουρά του Μπαγκλαντές δεν μας επέτρεπε να εισέλθουμε στη χώρα και περάσαμε μια νύχτα στο νησί παλεύοντας να ζήσουμε χωρίς τα απαραίτητα. Αφού περάσαμε αυτή τη νύχτα εκεί, μου επετράπη η είσοδος στην οικογένειά μου και σε εμένα στο Μπαγκλαντές.
Αλλά η ιστορία δεν τελειώνει εκεί. Μετά τον αγώνα για να ξεφύγουμε σε ασφαλές μέρος, ήρθε ο αγώνας της ανιθαγένειας, μόλις φτάσαμε στον μεγαλύτερο οικισμό και καταυλισμό στον κόσμο, στο Κουτουπαλόνγκ, στο Κοξ Μπαζάρ του Μπαγκλαντές.
Όταν φτάσαμε στο Κουτουπαλόνγκ, τον καταυλισμό των Ροχίνγκια, είχαμε πρόσβαση σε πολύ λίγες προμήθειες — ρούχα, τρόφιμα, φάρμακα και είδη υγιεινής ήταν περιορισμένα — και ζούσαμε σε προσωρινά καταφύγια, τα οποία ήταν πολύ δύσκολα. Καθώς φεύγαμε από τη Μιανμάρ, εκτεθήκαμε σε διάφορες ασθένειες και τραυματισμούς και δεν λάβαμε την κατάλληλη θεραπεία. Ένας από τους αδελφούς μου παραλίγο να πεθάνει από την έλλειψη κατάλληλης θεραπείας. Μετά από λίγες μέρες αναζήτησης βοήθειας, κατάφερα να βρω βασική θεραπεία για τον αδελφό μου και σταδιακά βελτιώθηκε.
Ένα παιδί στον καταυλισμό προσφύγων Κοξ Μπαζάρ στο Μπαγκλαντές. Φωτογραφία του Mohammed Asem, χρησιμοποιείται με άδεια.
Η ζωή σε ένα προσφυγικό καταυλισμό είναι ασφαλέστερη από αυτό από το οποίο φύγαμε, αλλά δεν είναι μια φυσιολογική ζωή. Σε μια φυσιολογική ζωή, θα σκεφτόμουν τι να σπουδάσω, πώς να χτίσω την καριέρα μου και να πετύχω. Αλλά στο στρατόπεδο, δεν είχα ευκαιρίες να σπουδάσω και στα 11 μου χρόνια ήμουν σχεδόν απελπισμένος για να συνεχίσω το ακαδημαϊκό μου ταξίδι. Το 2019, έγινα δεκτός σε ένα κέντρο μάθησης με έδρα μια ΜΚΟ για άτυπη εκπαίδευση, αλλά δεν ταίριαζε με το κανονικό σχολικό πρόγραμμα σπουδών και δεν με προετοίμασε να προσπαθήσω για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Μετά από έξι μήνες στον καταυλισμό, γράφτηκα σε ένα σχολείο κοινότητας Ροχίνγκια, όπου δίδασκαν καθηγητές του καταυλισμού. Εκεί ακολούθησα το πρόγραμμα σπουδών της Μιανμάρ όπως ακριβώς θα έκανα και στα σχολεία της Μιανμάρ. Ήλπιζα να ενταχθώ στο γενικό σχολείο μόλις έφευγα από τον καταυλισμό.
Το 2023, μου δόθηκε η ευκαιρία να σπουδάσω στην Τουρκία, αλλά χρειαζόμουν διαβατήριο, στο οποίο δεν είχα πρόσβαση, καθώς οι Ροχίνγκια δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την απόκτηση υπηκοότητας ούτε στη Μιανμάρ ούτε στο Μπαγκλαντές. Είχα λάβει πιστοποιητικό αποφοίτησης από το λύκειο, που εκδόθηκε από το Υπουργείο Παιδείας της Μιανμάρ (MMOE). Ωστόσο, η επιτροπή αξιολόγησης υποτροφιών δεν το αναγνώρισε λόγω του καθεστώτος μου ως ανιθαγενούς. Δούλεψα τόσο σκληρά για αυτή την ευκαιρία, αλλά δεν μπόρεσα να την εκμεταλλευτώ.
Η αναγνώρισή μου ως ανιθαγενούς και βίαια εκτοπισμένου ατόμου έχει γίνει ένα μακροπρόθεσμο εμπόδιο στην απόκτηση οποιωνδήποτε επίσημων ευκαιριών για εκπαίδευση ή εργασία. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό με έκανε ενεργό υποστηρικτή, ακτιβιστή νέων και υπέρμαχο ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Τον Ιούλιο του 2025, ίδρυσα έναν οργανισμό, την Arakani Youth Innovation, για να ενδυναμώσουμε τους νέους Ροχίνγκια, να διατηρήσουμε τον πολιτισμό μας και να εμπνεύσουμε την καινοτομία. Φέρνουμε νέες γυναίκες και άνδρες σε ειρηνικό διάλογο, όπου μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις, που αντιμετωπίζουν οι Ροχίνγκια στους καταυλισμούς, και να βρούμε λύσεις μέσω συλλογικών και συνεργατικών αποφάσεων.
Μια συνάντηση της ομάδας Arakani Youth Innovation. Η εικόνα είναι ευγενική προσφορά του Mohammed Asem, χρησιμοποιείται με άδεια.
Πολλοί νέοι Ροχίνγκια όπως εγώ ονειρεύονται να γίνουν μελλοντικοί ηγέτες, κινητήριες δυνάμεις στις κοινότητές τους, αλλά πάντα αντιμετωπίζουμε το εμπόδιο του να χαρακτηριστούμε «απάτριδες».
Η κατάσταση στη Μιανμάρ παραμένει αβέβαιη ακόμη και μετά τη γενοκτονία των Ροχίνγκια.
Με το στρατιωτικό πραξικόπημα του 2021, η χούντα ανέλαβε τον έλεγχο της Μιανμάρ λίγες ώρες μετά την κοινοβουλευτική συνεδρίαση και συνέλαβε τους πολιτικούς ηγέτες Αούνγκ Σαν Σου Κι και Γουίν Μιντ. Και από τότε που ο στρατός παρέδωσε την εξουσία στον αρχηγό του πραξικοπήματος Μινγκ Αούνγκ Χλάινγκ το 2021, η κατάσταση στη Μιανμάρ έχει επιδεινωθεί και οι εμφύλιες συγκρούσεις έχουν αυξηθεί. Ο λαός της Μιανμάρ έχει αρχίσει να αγωνίζεται εναντίον του στρατού.
Το 2024, η ένοπλη βουδιστική ανταρτική ομάδα, ο Στρατός του Αρακάν, ανέλαβε τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της πολιτείας Ρακάιν (Αρακάν). Αυτή η ομάδα έχει επίσης προβεί σε μεγάλης κλίμακας βιαιότητες και καταπίεση εναντίον των Ροχίνγκια.
Η ελπίδα για τους Ροχίνγκια να επιστρέψουν στην πατρίδα τους με τα δικαιώματά τους έχει γίνει ακόμη πιο αμυδρή.







