
Digital illustration created on Canva Pro by Global Voices.
Αυτό το κείμενο, γραμμένο από τον Gustavo Cavalcante και με τη συνεργασία του Rodrigo Borges Delfim, δημοσιεύτηκε αρχικά στον ιστότοπο MigraMundo στις 29 Μαΐου 2026. Αναδημοσιεύεται εδώ στο πλαίσιο συμφωνίας συνεργασίας με το Global Voices, με κάποιες διορθώσεις.
Αυτό το άρθρο αποτελεί μέρος της σειράς Spotlight του Global Voices για τον Ιούλιο του 2026 με τίτλο «Ανιθαγένεια». Αυτή η σειρά προσφέρει μία οπτική στο ζήτημα της ανιθαγένειας και το πώς αυτή περιορίζει την ελευθερία μετακινήσεων των ανθρώπων, τις ακαδημαϊκές τους ευκαιρίες, την πολιτική πρόσβαση και άλλα. Μπορείτε να υποστηρίξετε αυτό το ρεπορτάζ με δωρεά εδώ.
Η Μαρία* ήταν περίπου 7-8 ετών, όταν μια Βραζιλιάνα ήρθε να την παραλάβει στη Σάντα Κρουζ ντε λα Σιέρα της Βολιβίας και να την πάει στη Βραζιλία χωρίς κανένα έγγραφο ή επίσημο αρχείο για την ύπαρξή της, χωρίς να γίνει αντιληπτή από καμία Αρχή κατά τη διέλευση των συνόρων.
«Δεν γύρισα ποτέ πίσω. Από εκείνη την ημέρα έμεινα στο σπίτι ενός, μετά στο σπίτι ενός άλλου, μετά πήγαινα από τόπο σε τόπο. Έχω γυρίσει όλη τη Βραζιλία. Δούλευα για φαγητό, ζούσα στον δρόμο. Ζούσα στον δρόμο, επειδή αυτό το άτομο με κακομεταχειριζόταν, με χτυπούσε», είπε σε βραζιλιάνικο δικαστήριο, πάνω από 40 χρόνια αργότερα.
Η Μαρία αφηγήθηκε την ιστορία της κατά τη διάρκεια ακροαματικής διαδικασίας. Τον Μάιο του 2026, μια απόφαση του Πρώτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Κορούμπα, στην πολιτεία Μάτο Γκρόσο ντο Σουλ, στην περιοχή της Μεσοδυτικής Βραζιλίας, αναγνώρισε το δικαίωμά της να διαμένει στη Βραζιλία μέσω οικογενειακής επανένωσης, καθώς είχε τρία παιδιά από τη Βραζιλία, και ξεκίνησε τη διαδικασία για την επίσημη αναγνώριση του καθεστώτος της ως ανιθαγενούς. Το δικαστήριο αποφάσισε ότι η κυβέρνηση και η Ομοσπονδιακή Αστυνομία πρέπει να λάβουν μέτρα για να εγγυηθούν τη νομιμοποίηση της διαμονής τους, χωρίς να απαιτούν έγγραφα που θεωρούνται πρακτικά αδύνατες να αποκτηθούν λόγω της γραφειοκρατικής ανυπαρξίας της θέσης της.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δημόσιας Διοίκησης (DPU), η οποία την εκπροσώπησε, η Μαρία πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής της χωρίς πρόσβαση σε δικαιώματα, που θεωρούνται βασικά από τους περισσότερους ανθρώπους. Χωρίς πιστοποιητικό γέννησης, ταυτότητα ή διαβατήριο, εργαζόταν άτυπα, ενώ μεγάλωνε τα παιδιά της, και αντιμετώπιζε πάντα εμπόδια στην πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες, όπως εγγραφή των παιδιών της στο σχολείο ή υποβολή αίτησης για δημόσια επιδόματα μετά τον θάνατο του συντρόφου της.
Οι δημόσιοι υπερασπιστές ανέφεραν επίσης ότι, ενώ βγάζει τα προς το ζην πουλώντας πίτες στους δρόμους της Κορούμπα, λαμβάνει θεραπεία για καρκίνο του μαστού. Τα σχέδιά της τώρα περιλαμβάνουν το σχολείο για να μάθει να γράφει και το βάπτισμά της στην εκκλησία, δύο ιδρύματα που απαιτούν έγγραφα ταυτότητας.
Ο ομοσπονδιακός δικαστής Ρούμπενς Πετρούτσι Τζούνιορ δήλωσε ότι, σε αυτήν την υπόθεση, τα δικαστήρια αντιμετώπισαν ένα άτομο, που «για τα βραζιλιάνικα και βολιβιανά κράτη απλώς δεν υπάρχει». Αυτή η κατάσταση υπερβαίνει την καθημερινή γραφειοκρατία και αποκαλύπτει μια βαθιά διαδικασία νομικής και κοινωνικής αορατότητας.
Η κατάσταση στη Βραζιλία
Η περίπτωση της Μαρίας δεν είναι μοναδική στη Βραζιλία. Τον Ιούνιο του 2023, η MigraMundo αφηγήθηκε την ιστορία της Αντριμάνα Μπουγιόγια Χαμπιζιμάνα, «Αμπίν», η οποία γεννήθηκε στο Μπουρούντι και για διάφορους λόγους δεν μπόρεσε να λάβει την τοπική υπηκοότητα, και στη συνέχεια αναγνωρίστηκε ως άπατρις από την βραζιλιάνικη κυβέρνηση μετά από χρόνια αγώνων και διαμονής στη χώρα. Αυτή τη στιγμή ζει στο Νατάλ, στην πολιτεία Ρίο Γκράντε ντο Νόρτε.
Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Ασφάλειας που κοινοποιήθηκαν στο Global Voices, μεταξύ 2018 και Απριλίου 2025, αναλύθηκαν 58 περιπτώσεις ανιθαγένειας στη Βραζιλία. Από αυτές, 33 άτομα αναγνωρίστηκαν ως ανιθαγενείς, 17 οι υποθέσεις τους απορρίφθηκαν και οκτώ είχαν άλλα αποτελέσματα (ανακτήθηκαν, έληξαν ή ακυρώθηκαν).
Το υπουργείο ανέφερε επίσης ότι εξετάζονται οκτώ περιπτώσεις και δεν υπάρχει επίσημη εκτίμηση για τον αριθμό των απάτριδων στη Βραζιλία εκτός των επίσημων μητρώων.
Επίσης, σύμφωνα με πληροφορίες από την κυβέρνηση της Βραζιλίας, μεταξύ των χωρών προέλευσης των ατόμων που αναγνωρίζονται ως απάτριδες είναι: Γερμανία, Αγκόλα, Αργεντινή, Βολιβία, Βραζιλία, Μπουρούντι, Κίνα, Κούβα, Αίγυπτος, Ηνωμένες Πολιτείες, Γαλλική Γουιάνα, Ολλανδία, Ιταλία, Ιαπωνία, Ιορδανία, Κουβέιτ, Λίβανος, Παλαιστίνη, Παραγουάη, Περού, Ρωσία, Συρία, Σουρινάμ, Θιβέτ, Ουρουγουάη και Βενεζουέλα.
Η Βραζιλία έχει τη δική της διαδικασία για την αντιμετώπιση περιπτώσεων ανιθαγένειας από τον Νόμο περί Μετανάστευσης του 2017 και μια διυπουργική οδηγία του 2018. Πριν από αυτό, η κυβέρνηση εξήγησε, παρόλο που η χώρα είχε υπογράψει τη Σύμβαση του 1954 σχετικά με το Καθεστώς των Ανιθαγενών, «δεν υπήρχε συγκεκριμένη και δομημένη διοικητική διαδικασία στη νομοθεσία περί μετανάστευσης για την επίσημη αναγνώριση της ανιθαγένειας όπως στην τρέχουσα μορφή της». Ωστόσο, ορισμένες υποθέσεις, όπως αυτή της Abin, πέρασαν από τα δικαστήρια.
Τι είναι η ανιθαγένεια;
Σύμφωνα με τον ορισμό των Ηνωμένων Εθνών, ένα άτομο χωρίς ιθαγένεια δεν έχει ιθαγένεια που αναγνωρίζεται από κανένα κράτος. Αυτή η κατάσταση συμβαίνει για διάφορους λόγους, οι οποίοι σχετίζονται κυρίως με κάποιο είδος δικαστικής, πολιτικής, θρησκευτικής ή κοινωνικής διάκρισης εις βάρος μειονοτήτων. Αν και μπορεί να φαίνεται σαν ένα καθαρά διπλωματικό ζήτημα, η ανιθαγένεια επηρεάζει την καθημερινή ζωή με βαθύ και μόνιμο τρόπο.
Η ανιθαγένεια θεωρείται μία από τις πιο σοβαρές μορφές σύγχρονης θεσμικής αορατότητας. Χωρίς νομική αναγνώριση, αυτοί οι άνθρωποι ζουν σε νομικό κενό, όπου τα βασικά δικαιώματα παύουν να αποτελούν καθολικές εγγυήσεις και εξαρτώνται από διοικητικές εξαιρέσεις ή δικαστικές αποφάσεις.
Οι αιτίες ποικίλλουν ανάλογα με το πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο κάθε χώρας. Μεταξύ των κύριων παραγόντων είναι οι διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών, οι διακρίσεις εις βάρος εθνοτικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων, οι εδαφικές αλλαγές, η διάλυση κρατών και οι αποτυχίες στα γραφειοκρατικά συστήματα. Τα παιδιά που γεννιούνται σε περιοχές συγκρούσεων, για παράδειγμα, συχνά μένουν χωρίς πιστοποιητικά γέννησης, γεγονός που τα καθιστά ευάλωτα στον γραφειοκρατικό αποκλεισμό.
Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), υπάρχουν τουλάχιστον 4,5 εκατομμύρια ανιθαγενείς παγκοσμίως. Αν και αυτά τα δεδομένα βοηθούν στη μέτρηση του μεγέθους του φαινομένου, ο ίδιος ο οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών παραδέχεται ότι η πραγματική κλίμακα της ανιθαγένειας είναι σημαντικά υψηλότερη.
Η ιστορική εκτίμηση που χρησιμοποιείται από διεθνείς οργανισμούς δείχνει ότι ο πραγματικός αριθμός θα μπορούσε να φτάσει τα 15 εκατομμύρια ανθρώπους, ακριβώς επειδή πολλές κυβερνήσεις δεν διαθέτουν επαρκείς μηχανισμούς για την αναγνώριση ατόμων χωρίς υπηκοότητα ή ακόμη και για την παραγωγή επίσημων στατιστικών στοιχείων, γεγονός που δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο αορατότητας και έλλειψης δράσης για την αντιμετώπιση του ζητήματος.
Μεταξύ των πιο εμβληματικών περιπτώσεων ανιθαγένειας είναι οι Ροχίνγκια, μια μουσουλμανική μειονότητα που διώκεται στη Μιανμάρ και στερείται της ιθαγένειας για δεκαετίες. Υπάρχουν επίσης πληθυσμοί γνωστοί ως Μπιντούν σε χώρες του Περσικού Κόλπου και ιστορικά αποκλεισμένοι από τα κυβερνητικά συστήματα.
Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες αναφέρει ότι σε ορισμένες περιοχές, η έλλειψη τεκμηρίωσης αυξάνει επίσης τον κίνδυνο εργασιακής εκμετάλλευσης, εμπορίας ανθρώπων και θεσμικής βίας.
Παγκόσμιες και τοπικές αντιδράσεις
Τα τελευταία χρόνια, πολυμερείς οργανισμοί έχουν εργαστεί σε εκστρατείες για την αντιμετώπιση του προβλήματος, όπως η εκστρατεία «#IBelong», με επικεφαλής την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, η οποία έχει ήδη βοηθήσει περισσότερους από 550.000 ανθρώπους να αποκτήσουν ή να επιβεβαιώσουν την υπηκοότητά τους. Ορισμένες χώρες έχουν αρχίσει να αλλάζουν τη νομοθεσία τους και να αναπτύσσουν μηχανισμούς για την αναγνώριση εγγράφων. Το 2024, για παράδειγμα, η Ταϊλάνδη ανακοίνωσε μέτρα για την επιτάχυνση της χορήγησης υπηκοότητας σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους εκεί χωρίς αναγνωρισμένη υπηκοότητα.
Εκτός του ότι είναι μέλος των δύο διεθνών συμβάσεων των Ηνωμένων Εθνών για την ανιθαγένεια — της Σύμβασης του 1954 σχετικά με το Καθεστώς των Ανιθαγενών και της Σύμβασης του 1961 για τη Μείωση της Ανιθαγένειας — η Βραζιλία ενέκρινε την Συνταγματική Τροπολογία Αρ. 54 το 2007, η οποία έλυσε το πρόβλημα των «μικρών Βραζιλιάνων χωρίς ιθαγένεια», παιδιών Βραζιλιάνων που γεννήθηκαν στο εξωτερικό και δεν μπορούσαν να αποκτήσουν υπηκοότητα.
Το 2018, η χώρα αναγνώρισε επίσημα τις πρώτες περιπτώσεις απάτριδων βάσει της νέας νομοθεσίας: τις αδελφές Μάχα και Σουάντ Μάμο, που γεννήθηκαν στον Λίβανο από Σύριους, οι οποίες έμειναν χωρίς αναγνωρισμένη υπηκοότητα λόγω συγκρούσεων μεταξύ των νομοθεσιών των διαφόρων χωρών και θρησκευτικών διακρίσεων. Η υπόθεση δημοσιοποιήθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Οι δύο έλαβαν βραζιλιάνικη πολιτογράφηση σε μια τελετή, που η υπηρεσία θεώρησε ιστορική.
Η Μάχα αφηγήθηκε την ιστορία της στο βιβλίο Maha Mamo: Ο αγώνας μιας γυναίκας χωρίς κράτος για το δικαίωμα στην ύπαρξη, που εκδόθηκε στη Βραζιλία το 2020.






