- Global Voices στα Ελληνικά - https://el.globalvoices.org -

Καθώς η Βραζιλία αυξάνει τις εξαγωγές προς την Κίνα, οι πολιτικοί αλληλοκατηγορούνται

Κατηγορίες: Λατινική Αμερική, Βραζιλία, Ανάπτυξη, Διεθνείς Σχέσεις, Μέσα των πολιτών, Οικονομικά & επιχειρηματικότητα, Περιβάλλον, Πολιτική, Παρατηρητήριο Μέσων των Πολιτών, Πρωτοβουλία Μία Ζώνη Ένας Δρόμος της Κίνας

Το 2020, το βραζιλιάνικο βόειο κρέας αντιπροσώπευε το 43% του συνόλου του κρέατος που εισήχθη από Κινέζους καταναλωτές | Εικόνα: Giovana Fleck/Global Voices

Η κινεζική κατανάλωση βραζιλιάνικων γεωργικών προϊόντων αυξήθηκε απότομα το 2020 και η αύξηση αυτή εγκαθίδρυσε τη συζήτηση σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των προϊόντων, που παράγονται για την κινεζική αγορά, στο ποιος φταίει και ποιος ωφελείται.

Η Κίνα έχει γίνει ο μεγαλύτερος αγοραστής [1] βραζιλιάνικων προϊόντων την τελευταία δεκαετία. Αυτή η αύξηση των εξαγωγών συνοδεύτηκε από μια βραζιλιάνικη εθνικιστική ρητορική, που κατηγορεί την Κίνα ότι “αγοράζει” τη Βραζιλία και καταστρέφει το οικοσύστημά της. Ωστόσο, τα κρατικά υπουργεία της Βραζιλίας είναι υπεύθυνα για τη χρήση και την προστασία της γης. Οι επικριτές λένε ότι η κυβέρνηση της Βραζιλίας κατηγορεί την Κίνα για την καταστροφή του περιβάλλοντος της Βραζιλίας υπό το νεύμα της λαϊκιστικής πολιτικής, ακόμη και όταν ο βραζιλιάνικος γεωργικός τομέας κερδίζει πολύ από το κινεζικό εμπόριο [2].

Ο Guardian [3] αναφέρει αύξηση κατά 76% στις εξαγωγές βοείου κρέατος από τη Βραζιλία προς την Κίνα το 2020 σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Το βόειο κρέας της Βραζιλίας αντιπροσώπευε το 43% όλων των κρεάτων, που εισήχθησαν από Κινέζους καταναλωτές πέρυσι.

Με τις αυξημένες εξαγωγές, η ζήτηση γης για καλλιέργειες και βοοειδή έχει επίσης αυξηθεί, ιδίως σε περιοχές στις περιοχές του Αμαζονίου και του Cerrado [4], οι οποίες από κοινού αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% [5] του βοείου κρέατος που εξάγεται στην Κίνα, πυροδοτώντας έναν νέο κύκλο αποψίλωσης και υποβάθμισης του περιβάλλοντος.

Ωστόσο, η κατανάλωση φυσικών πόρων της Βραζιλίας από την Κίνα δεν είναι το κεντρικό ζήτημα, σύμφωνα με τον Evandro Menezes de Carvalho, εμπειρογνώμονα στο κινεζικό δίκαιο και στο διεθνές εμπόριο από το Fundação Getúlio Vargas [6].

Ο Carvalho επισημαίνει ότι όλες οι εξαγωγές εξαρτώνται από τον έλεγχο των ομοσπονδιακών οργανισμών, όπως ο Οργανισμός Προώθησης Εμπορίου και Επενδύσεων της Βραζιλίας, και ρυθμίζονται από τη νομοθεσία της Βραζιλίας, η οποία αναφέρει συγκεκριμένα ποιες περιοχές προστατεύονται.

Η αύξηση της αποψίλωσης στη Βραζιλία [7], υποστηρίζει, είναι πρωτίστως ευθύνη της κυβέρνησης της Βραζιλίας και όχι των ξένων χωρών. “Το πρόβλημα δεν είναι η Κίνα. Το πρόβλημα είναι το τρέχον μοντέλο ανάπτυξης της Βραζιλίας που τη μετατρέπει σε ένα μεγάλο αγρόκτημα”, δήλωσε σε τηλεφωνική συνέντευξη στo Global Voices.

Από το 2019, όταν ο Ζαΐρ Μπολσονάρου ανέλαβε την προεδρία της Βραζιλίας, σημειώθηκε σταδιακή ανάπτυξη στην καταστροφή του Αμαζονίου. Το ετήσιο ποσοστό αποψίλωσης το 2020 ήταν 11.088 τετραγωνικά χιλιόμετρα, περισσότερο από τρεις φορές το μέγεθος του Σέντραλ Παρκ στη Νέα Υόρκη, σύμφωνα με το Εθνικό Ινστιτούτο Διαστημικής Έρευνας της Βραζιλίας [8] (Inpe). Αυτό το ποσοστό αυξήθηκε κατά περισσότερο από 70% σε σύγκριση με τα προηγούμενα δέκα χρόνια, κατά μέσο όρο.

Η Βραζιλία πρέπει να επενδύσει περισσότερο στην τεχνολογία και σε βιώσιμες μορφές παραγωγής, όπως η οικογενειακή γεωργία, σύμφωνα με τον Carvalho. “Όμως, εξωτερικά, η Κίνα πρέπει επίσης να διαδραματίσει κάποιο ρόλο”, ανέφερε. Ως καταναλωτής, η Κίνα θα μπορούσε να είναι πιο αυστηρή στο να διασφαλίσει ότι η Βραζιλία ακολουθεί διεθνή ψηφίσματα και συνθήκες, όπως η Συμφωνία του Παρισιού, στην οποία έχουν υπογράψει οι δύο χώρες.

“Καταλαμβάνοντας” την Βραζιλία

Στις 31 Μαρτίου 2021, το Βραζιλιάνικο Ινστιτούτο Εφαρμοσμένης Οικονομικής Έρευνας (Ipea) δημοσίευσε μια μελέτη [9], που εξέταζε τη θέση της Βραζιλίας ως ένας από τους μεγαλύτερους προμηθευτές γεωργικών προϊόντων στον κόσμο.

Η υποτίμηση [10] του πραγματικού βραζιλιάνικου νομίσματος έναντι του δολαρίου των ΗΠΑ και ο εμπορικός πόλεμος [11] μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας συνέβαλαν στην ηγεσία της Βραζιλίας στον τομέα.

Η μελέτη δείχνει επίσης ότι η Κίνα έλαβε το 33,7% των συνολικών γεωργικών εξαγωγών της Βραζιλίας το 2020. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής σόγιας στον κόσμο, επίσης βασική εξαγωγή από τη Βραζιλία.

Όπως επισημαίνει η Ipea, ο ρόλος της Κίνας ως κύριου εισαγωγέα προϊόντων της Βραζιλίας υπερβαίνει τον εμπορικό πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η κινεζική ζήτηση για πολλά προϊόντα της Βραζιλίας υπερβαίνει την προσφορά, προς όφελος των γεωργικών εταιρειών της Βραζιλίας. Αυτή η ζήτηση πιέζει επίσης τους φυσικούς πόρους της χώρας, καθώς η προσπάθεια της Βραζιλίας για μια διευρυμένη αγορά τροφοδοτεί την αποψίλωση των δασών.

Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η αφήγηση ότι η Κίνα “αναλαμβάνει” τους φυσικούς πόρους της Βραζιλίας αντηχεί τουλάχιστον από το 2020, όπως τεκμηριώνεται από το Global Voices μέσω του Παρατηρητηρίου των Πολιτικών Μέσων [12].

Κάθε μέρα υπάρχει ένα ζώο (αργκό για ηλίθιο άτομο) στο λεωφορείο που λέει ότι η Κίνα θα κυριαρχήσει στη Βραζιλία, ότι το εμβόλιο σκοτώνει ανθρώπους, ότι ο ιός δεν υπάρχει … και τελειώνουν λέγοντας: “Μόλις το έλαβα από το Whatsapp”. 🙄🙄

Και οι δύο χώρες είναι μέλη του οικονομικού μπλοκ πέντε χωρών, γνωστού ως BRIC, και οι οικονομίες τους είναι βαθιά συνυφασμένες. Δεν πρέπει να χάνουν χρόνο να κατηγορούν ο ένας τον άλλον, δήλωσε ο οικονομολόγος της Βραζιλίας Roberto Dumas, ειδικός στην κινεζική οικονομία, σε μια κλήση με το Global Voices. Για τον Dumas, η καθυστέρηση δεν οδηγεί στην λύση του προβλήματος: μια πιο εξελισσόμενη εταιρική σχέση μεταξύ Κίνας και Βραζιλίας που μπορεί να αντιμετωπίσει περιβαλλοντικές και οικονομικές ανάγκες.

“Η Βραζιλία δεν είναι βιομηχανική δύναμη, υπό αυτήν την έννοια. Χρειάζεται την Κίνα, καθώς η Κίνα χρειάζεται τη Βραζιλία για να τροφοδοτήσει τον πληθυσμό της”, είπε. “Για να συμβεί αυτό με βιώσιμο τρόπο, τόσο για το περιβάλλον όσο και για το μέλλον των εξωτερικών σχέσεων, η βραζιλιάνικη διπλωματία πρέπει να εγκαταλείψει ιδέες που δεν έχουν βάση σε γεγονότα”.

Ο αυξανόμενος εθνικισμός: “Η Κίνα αγοράζει τη Βραζιλία”

Ο οικονομολόγος επισημαίνει δύο συγκεκριμένες αφηγήσεις, που κοινοποιούνται από κυβερνητικούς αξιωματούχους από τη διοίκηση του Μπολσονάρου και διαδίδονται γρήγορα στα κοινωνικά μέσα.

Η πρώτη ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2018. Ο Μπολσονάρου, ο οποίος τότε ως μέλος του Κογκρέσου είχε θέσει την υποψηφιότητά του για Πρόεδρος, έφτιαχνε πρωτοσέλιδα παγκοσμίως λέγοντας: “Η Κίνα δεν αγοράζει στη Βραζιλία. Η Κίνα αγοράζει τη Βραζιλία. [14]

Η δεύτερη συνέβη πέντε μήνες αργότερα, με πρόεδρο τον Μπολσονάρου. Σε ένα μάστερ με ασκούμενους για το Υπουργείο Εξωτερικών, όταν ο Ερνέστο Αραούχο, καγκελάριος εκείνη την εποχή και σύμμαχος του Μπολσονάρου, είπε στους διπλωμάτες [15] ότι η Βραζιλία δεν θα “πουλήσει την ψυχή της” για “εξαγωγή σιδηρομεταλλεύματος και σόγιας [16]” ειδικά στο Κινεζικό Κομουνιστικό Κόμμα. Ο Αραούχοαποχώρησε από την κυβέρνηση [17] στα τέλη Μαρτίου.

Για τον Dumas, αυτές οι ιδέες ριζώθηκαν στη συλλογική φαντασία των Βραζιλιάνων. Η ιδέα της αντίθεσης μιας χώρας, που θέλει να κλέψει φυσικούς πόρους της Βραζιλίας, έχει πλέον ενσωματωθεί σε ένα αυξανόμενο συναίσθημα του εθνικισμού.

“Αυτές είναι ψευδείς ιδέες, που εμποδίζουν μόνο μια πολύ ευρύτερη και πιο αυτόνομη σχέση για τη Βραζιλία”, υποστήριξε.

Γιατί οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι προωθούν αυτήν την αφήγηση; Ο Carvalho εξηγεί ότι η κυβέρνηση του Μπολσονάρου ξεκίνησε την προεδρία της αγκαλιάζοντας μια αφήγηση με πολλά στερεότυπα έναντι της Ασίας για να κρύψει την κρίση στη ίδια τη δημοκρατία της Βραζιλίας. Η χώρα αναδύθηκε από μια δικτατορία, της οποίας ο σημερινός πρόεδρος είναι γνωστός υπερασπιστής, μόλις πριν από 36 χρόνια.

Η οικονομία της Βραζιλίας

Η οικονομία της Βραζιλίας εξαρτάται τόσο πολύ από τα εμπορεύματα, που εξαρτάται από τους μεγαλύτερους αγοραστές, εξήγησε ο Menezes de Carvalho. Το 2020, η Κίνα δαπάνησε 67 δισεκατομμύρια δολάρια [18] για τις εξαγωγές της Βραζιλίας, τρεις φορές περισσότερο από τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Βραζιλίας, τις Ηνωμένες Πολιτείες, που δαπάνησε 21 δισεκατομμύρια δολάρια.

Το 2020, η Βραζιλία κέρδισε [19] περισσότερα από 29 δισεκατομμύρια δολάρια από την πώληση σόγιας στην Κίνα, που ισοδυναμεί με 60,601 εκατομμύρια τόνους σιτηρών.

Η σόγια έχει γίνει η πιο περιζήτητη και ίσως η πιο διχαστική καλλιέργεια εμπορευμάτων στον κόσμο, λόγω της χρήσης της σε ζωοτροφές για τη διατροφή των ζώων. Σύμφωνα με την ομάδα παρακολούθησης Transparency for Sustainable Economies (Trase) [20], οι εισαγωγές βραζιλιάνικης σόγιας στην Κίνα αφορούσαν 223.000 εκτάρια αποψίλωσης μεταξύ του 2013 και του 2017.

[Ο χάρτης δείχνει περιοχές της Βραζιλίας, που εξήγαγαν σόγια και σιδηρομετάλλευμα, τα βασικότερα προϊόντα, την περίοδο του 2020. Η σόγια είναι χρωματισμένη με κίτρινο και το σιδηρομετάλλευμα με πράσινο].

Ο πρώην αντιπρόεδρος της Ένωσης Βιομηχανίας Σόγιας της Κίνας, Liu Denggao, σχολιάζει σε άρθρο, που δημοσιεύθηκε από το China Dialogue [21], ότι η παγκόσμια βιομηχανία σόγιας πρέπει να αλλάξει δραματικά για να είναι βιώσιμη.

“Η προστασία των τροπικών δασών και της βιοποικιλότητας και η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, είναι ζωτικής σημασίας για το μέλλον της ανθρωπότητας. Πρέπει να ξεκινήσουμε να συνεργαζόμαστε σήμερα. Κανένα άτομο, καμία εταιρεία, καμία χώρα δεν μπορεί να μείνει πίσω”, αναφέρει.

Τόσο ο Dumas όσο και ο Carvalho συμφωνούν επίσης ότι η πορεία προς τα εμπρός πρέπει να περιλαμβάνει συνδυασμένες προσπάθειες σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις, ειδικά σε ένα μετα-πανδημικό μέλλον.

Για τον Dumas, οι περιβαλλοντικοί στόχοι μπορούν να επιτευχθούν μόνο “με την επικράτηση ισχυρών νόμων, που καθιστούν τους φορείς υπεύθυνους για μια βιώσιμη ανάπτυξη.”

Ωστόσο, και οι δύο ειδικοί συμφωνούν ότι με την αυξανόμενη αποψίλωση των δασών [22] και την εχθρότητα [23] μεταξύ της Βραζιλίας και της Κίνας, η διοίκηση του Μπολσονάρου φαίνεται να αποτελεί εμπόδιο στον δρόμο μιας τέτοιας στρατηγικής.