Βλέπετε όλες τις γλώσσες εκεί πάνω; Μεταφράζουμε τα άρθρα του Global Voices, έτσι ώστε να είναι προσβάσιμα σε όλους τα παγκόσμια μέσα των πολιτών.

Ρουμανία: Οι διαδηλώσεις ενάντια στη διαφθορά και το βάρος της ντροπής

Διαδήλωση ενάντια στη διαφθορά στο Βουκουρέστι, 2017, στην πλατεία Victoriei. Φωτογραφία:Mihai Petre (CC BY-SA 4.0) από ταa Wikimedia Commons.

Από την Ana-Maria Dima

“Γινόμαστε ό,τι είμαστε από τη ριζοσπαστική και βαθιά άρνηση αυτού που μας έχουν κάνει οι άλλοι”.
– Ζαν Πολ Σαρτρ, από τον πρόλογο του βιβλίου του Frantz Fanon “Της γης οι κολασμένοι”

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η διαφθορά φαίνεται να είναι υπογραφή της Ρουμανίας. Ιστορικά, η χώρα, και μάλιστα η ευρύτερη περιοχή, έχουν αντιμετωπίσει βαθιά ριζωμένες πρακτικές, συχνά παράνομες ή οριακές, με σκοπό να επηρεάσουν τα πολιτικά και οικονομικά αποτελέσματα ή να κερδίσουν οφέλη ή εύνοιες. Δέκα χρόνια μετά την είσοδο της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πράγματι, λίγες διαφορετικές λέξεις έχουν συσχετιστεί σταθερά και επανειλημμένα με την απόδοση και την πολιτική τάξη της Ρουμανίας. Αυτό συνέβαινε και πριν την προσχώρηση, όταν δημιουργήθηκε ο Ειδικός Μηχανισμός Συνεργασίας και Επαλήθευσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Το μέτρο αυτό, το οποίο δεν είχε προηγούμενο στην ενσωμάτωση στην ΕΕ, σχεδιάστηκε για να μειώσει το επίπεδο διαφθοράς σε όλους τους τομείς, από το δικαστικό σώμα μέχρι την υψηλόβαθμη πολιτική, αλλά είχε επίσης ως στόχο την “αντιμετώπιση της διαφθοράς σε όλα τα μέτωπα”, όπως ανέφεραν εκθέσεις προόδου για τον μηχανισμό αυτό.

Όποιος ζει, σπουδάζει ή προβαίνει σε επιχειρηματική δραστηριότητα στη Ρουμανία, μια κοινωνία, στην οποία η πολιτική τάξη και ο μηχανισμός διοίκησης, συμπεριλαμβανομένων των νοσοκόμων, των ιατρών, των εκπαιδευτικών και των αστυνομικών, θεωρούνται διεφθαρμένα, θα δυσκολευόταν να μην αναπτύξει μια νοοτροπία που κυριαρχείται από τη διαφθορά, εκ φύσεως παντοδύναμη. Η ανάγκη για αλλαγές “συστημικής διάστασης“, όπως ανέφεραν οι εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από νωρίς, αποτελεί ζήτημα στη Ρουμανία εδώ και δεκαετίες. Αλλά η επικράτηση της ιδέας μιας βαθιά διεφθαρμένης κοινωνίας προκαλεί κάποιες δύσκολες ερωτήσεις: είμαστε εμείς, ως πολίτες, εξίσου διεφθαρμένοι με το “σύστημα” που μας περιβάλλει; Μπορεί κάποιος να αποφύγει τη διαφθορά ενώ είναι “περιτριγυρισμένος” από αυτή;

Η σημερινή κυβέρνηση της Ρουμανίας εξελέγη λιγότερο από έξι μήνες πριν. Η έκρηξη των διαδηλώσεων τον Φεβρουάριο, αμφισβητώντας την απόφαση της κυβέρνησης να υιοθετήσει ένα Έκτακτο Διάταγμα, θεωρήθηκε σε μεγάλο βαθμό ως αντίδραση στη διαφθορά. Το διάταγμα, μεταξύ άλλων, αποποινικοποίησε ορισμένα είδη επίσημων παραπτωμάτων και θα αποδυνάμωνε, τουλάχιστον στα μάτια του κοινού, την υπάρχουσα νομοθεσία κατά της διαφθοράς. Αλλά αυτές οι διαμαρτυρίες, οι μεγαλύτερες από την πτώση του Κομμουνιστικού καθεστώτος το 1989, αφήνουν πίσω τους πολλά ερωτήματα, ειδικά σε μια χώρα που «καταπολεμά τη διαφθορά σε όλα τα μέτωπα» εδώ και πάνω από μία δεκαετία υπό κυβερνήσεις του Εθνικού Φιλελεύθερου Κόμματος, των Κοινωνικών Δημοκρατικών, της Δημοκρατικής Συμμαχίας των Ούγγρων στη Ρουμανία, των Φιλελεύθερων Δημοκρατών και άλλων.

Η διαφθορά εμφανίζεται σε πολλά σχήματα και μορφές, όπως η φοροδιαφυγή, η κατάχρηση εξουσίας, η δωροδοκία, η σύγκρουση συμφερόντων, το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. Κρύβει τη φτώχεια και τη δυσλειτουργία, ενώ συγχρόνως – κατά μεγάλη ειρωνεία – τα φέρνει στο φως. Αλλά φέρνει μαζί της και την ιδέα μιας σιωπηρής, αλλά πανταχού παρούσας συνενοχής, ιδίως στην περίπτωση πολιτών που μπορεί να μην έχουν την κατανόηση ή τη γνώση άλλων τρόπων προσέγγισης των κρατικών αρχών. Έτσι είναι επίσης μια μορφή προκαλούμενης αδυναμίας. Όποιος έχει ζήσει στη Ρουμανία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως “μολυσμένος” κατά συνέπεια, επειδή η εικόνα της εκτεταμένης διαφθοράς σε μια χώρα πρέπει να συμπεριλάβει τους πολίτες της, ανεξάρτητα από το πόσο θα επιθυμούσαν να διεκδικήσουν την αθωότητά τους.

Έτσι, το σκεπτικό περί διαφθοράς έχει βαθιά ενσωματωθεί στη νοοτροπία μας, αν όχι στις πρακτικές μας. Τα μέλη της μορφωμένης μεσαίας τάξης της Ρουμανίας, που κατέβηκαν στους δρόμους τον Φεβρουάριο, φάνηκαν να φέρουν μια περίεργη αίσθηση ντροπής, το είδος της ντροπής που συνήθως βίωσαν σε χώρες, όπου οι πολίτες είναι τόσο εμμονικοί στο να φαντάζονται τοποθεσίες εντελώς διαφορετικές από τις δικές τους, που καταλήγουν να απεχθάνονται τους εαυτούς τους και ο ένας τον άλλον σε μια διαδικασία συνεχούς απορίας. Είναι η ντροπή των Ρουμάνων εργαζομένων στην ΕΕ, οι οποίοι ενδέχεται να υφίστανται κακομεταχείριση στις χώρες υποδοχής τους, αλλά για “καλύτερο”, αν όχι αμιγώς “δικαιότερο” μισθό. Και σε κάθε περίπτωση, ποιος λέει ότι η κατάχρηση εκτός της χώρας σας είναι αναγκαστικά χειρότερη από την κακομεταχείριση στην πατρίδα; Και οι εργαζόμενοι των οποίων οι ζωές εξαρτώνται από τους εργοδότες τους έχουν πραγματικά επιλογή εκ των δύο;

Υπάρχει το “λάδωμα” που ετοιμάζεται κάποιος ενστικτωδώς να προσφέρει σε νοσοκόμες στα νοσοκομεία για μια αξιόλογη περίθαλψη. Η προσδοκία ότι κάτι επιπλέον θα ζητηθεί από όσους θέλουν να κάνουν σωστά και δίκαια δουλειές με το κράτος ή ορισμένες φορές να λάβουν κάποια βασική υπηρεσία. Η «μικρή πράξη προσοχής», όπως την αποκαλούν οι Ρουμάνοι, που χρειάζεται για να επιταχυνθεί μια διαδικασία ή να διευκολυνθεί η έκδοση για κάτι όπως άδεια οδήγησης σε κάποιον που περνά εξετάσεις. Αλλά η διαφθορά ξεπερνά την προετοιμασία και την επιθυμία να επηρεαστούν οι ενέργειες των δημόσιων Αρχών. Γίνεται ένα αντανακλαστικό και ένα μέτρο – αν όχι το μέτρο – με το οποίο μετριούνται τα περισσότερα πράγματα. Και στη διαδικασία έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η κοινωνία μας είναι πράγματι βαθιά δυσλειτουργική σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση, μια πεποίθηση που διαβρώνει την αίσθηση εμπιστοσύνης μας.

Οι διαμαρτυρίες τον Φεβρουάριο έφεραν στην επιφάνεια τη βαθιά ριζωμένη ντροπή στην αντίληψή μας για τον εαυτό μας, σε μια μεγάλης κλίμακας σκέψη του “βγες στο δρόμο και ούρλιαξε μέχρι να σκάσουν τα πνευμόνια σου” ή “μην κάθεστε απλά, κάντε κάτι γι ‘αυτό”. Το σύμπλεγμα συλλογικής μας κατωτερότητας έχει επηρεαστεί βαθιά από βαρόμετρα διαφθοράς και δείκτες φτώχειας. Γνωρίζουμε ότι έχουμε υψηλό βαθμό διαφθοράς και χαμηλή ποιότητα ζωής. Κατατασσόμαστε ψηλά στα ποσοστά παιδικής φτώχειας, τα υψηλότερα στην ενδοκοινοτική μετανάστευση. Οι κακές διαπραγματεύσεις για την ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων, η πώληση πληθώρας καλλιεργήσιμων εκτάσεων της χώρας κατά την τελευταία δεκαετία (επί του παρόντος το ήμισυ της αρόσιμης γης της Ρουμανίας ελέγχεται από μη Ρουμάνους), η μαζική μετανάστευση και τα υψηλά ποσοστά φτώχειας δεν είναι κυρίως αποτέλεσμα επιτυχών κυβερνητικών διαταγμάτων. Γνωρίζουμε επίσης ότι είμαστε μια «πηγή φτηνής εργασίας» για την Ευρώπη. Αυτή η παρατεταμένη αίσθηση ανεπάρκειας, αυτή η φιλοδοξία του Άλλου, που ζει σε καλές και δίκαιες χώρες και “χωρίς διαφθορά”, αυτά τα μέτρα σύγκρισης που βρίσκονται μόνο εκτός πατρίδας, έχουν διατρήσει τη συλλογική μας φαντασία.

Ωστόσο, σε αυτό το σενάριο φθάνουν στο φως και άλλα ερωτήματα: αν είμαστε τόσο βαθιά διεφθαρμένοι, πώς χειριζόμαστε τα πράγματα; Καταγγέλλουμε ο ένας τον άλλον; Μπορεί η κυβέρνηση να μην είναι η μόνη διεφθαρμένη οντότητα, απλώς αυτή που ελέγχεται περισσότερο; Πώς αντιμετωπίζουν τη διαφθορά οι μεγάλες παγκόσμιες εταιρείες που εισέρχονται στη ρουμανική αγορά και αντίστοιχα πόσο διεφθαρμένες είναι κι αυτές; Ποιος είναι πιο διεφθαρμένος, η κυβέρνηση ή ο επιχειρηματικός τομέας; Μπορούμε να ξεφύγουμε από τον κύκλο της διαφθοράς με τρόπους που δεν επιδιώκουν την πολιτική δικαιοσύνη, αλλά παραμένουν δίκαιοι, εφόσον αυτό είναι δυνατό; Και αν ένα σύστημα είναι τόσο εσωτερικά διεφθαρμένο, τα παλιά διεφθαρμένα στοιχεία δεν αντικαθίστανται απλώς από άλλους με παρόμοιες αξίες; Η καταπολέμηση της διαφθοράς διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει μάχη “οφθαλμός αντί οφθαλμού”, εάν τέτοια ερωτήματα δεν βρίσκονται στην κορυφή της ατζέντας.

Ωστόσο, το να σε έχουν δει και να χαίρεις μεγάλης εκτίμησης επειδή συμμετείχες σε διαδήλωση ενάντια στη διαφθορά, έστω και για λίγες μέρες, έχει εμπνεύσει μια αίσθηση υπερηφάνειας και ενότητας στη Ρουμανία. Μια αίσθηση συλλογικότητας που δεν θα υπονομευόταν από την ντροπή τόσο εύκολα, αν δεν είχαμε τις πρακτικές που συμβαίνουν καθημερινά στα νοσοκομεία, ίσως και σε σχολεία, σε δημαρχεία και σε τοπικά συμβούλια, όπου οι πολιτικοί και διοικητικοί ηγέτες μπορούν ακόμα να συμπεριφέρονται ως θεόσταλτοι στον κόσμο.

Αυτή η γνώση δεν εκδηλώνεται πλέον μόνο ως δυσαρέσκεια για την αδυναμία μας να «συνέλθουμε». Εκφράσεις όπως “vreau o țară ca afară”, κυριολεκτικά “θέλουμε μια χώρα όπως οι χώρες στο εξωτερικό”, αναφέρονται σε έναν εξιδανικευμένο χώρο της Δύσης και μια φανταστική ζωή, όπου η αίσθηση της ανεπάρκειάς μας δε θα μας στενοχωρούσε πλέον. Η Ρουμανία ήταν για λίγες μέρες ένας τόπος έμπνευσης για πολλούς, ένας τόπος, όπου οι άνθρωποι κατέβηκαν στους δρόμους μαζικά, αλλά ειρηνικά, για να απαιτήσουν οι διεφθαρμένοι να μη μείνουν ατιμώρητοι, αλλά και για να αναγνωρίσουν ότι η εμμένουσα βαρύτητα της διαφθοράς υφίσταται πολύ πιο πέρα ​​από τα πολιτικά πρόσωπα που την εκπροσωπούν.

Το γνωρίζουμε πολύ καλά, αλλά με κάποιο τρόπο δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από την ντροπή αυτή, μια ντροπή που μας επιβάλλεται από πολλά μέτωπα. Ή ίσως μια ντροπή που δεχόμαστε να ζούμε μαζί της και τη λαμβάνουμε ελαφρά τη καρδία.

Η Ana Maria Dima είναι Ρουμάνα, που εργάζεται στον τομέα της διεθνούς ανάπτυξης. Ακολουθήστε τη στο Twitter στο @AnaMariaDima.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.