Βλέπετε όλες τις γλώσσες εκεί πάνω; Μεταφράζουμε τα άρθρα του Global Voices, έτσι ώστε να είναι προσβάσιμα σε όλους τα παγκόσμια μέσα των πολιτών.

Συρία: Μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης οι εκτοπισμένοι κάτοικοι της Ανατολικής Γούτα

Σύριοι πολίτες και μαχητές της αντιπολίτευσης έτοιμοι να επιβιβαστούν σε λεωφορεία κατά την εκδίωξή τους από την πόλη Ιρμπίν στην Ανατολική Γούτα στα προάστια της Δαμασκού στις 25 Μαρτίου 2018, μετά από συμφωνία με το συριακό καθεστώς. Φωτογραφία από τον Abdul Munim Issa. Χρησιμοποιείται με άδεια.

Το συριακό καθεστώς εκδίωξε τους κατοίκους της ανατολικής Γούτα, εκτοπίζοντάς τους βίαια από τις πόλεις και τα χωριά τους και στέλνοντας τους με υπεραστικά λεωφορεία προς το αγροτικό Χαλέπι και το Ιντλίμπ στη βόρεια Συρία, μετά από μια στρατιωτική επίθεση 45 ημερών, κατά την οποία 1.650 άνθρωποι σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν χιλιάδες άλλοι.

Οι εκδιώξεις έλαβαν χώρα μετά από συμφωνία μεταξύ αντιπολίτευσης και συριακού καθεστώτος, επιτρέποντας στο συριακό καθεστώς και στους συμμάχους του να αρπάξουν σπίτια και ολόκληρες πόλεις, μερικές φορές προχωρώντας ακόμα και σε κράτηση όσων παρέμειναν.

Οι εκτοπισμένοι έφτασαν στη βόρεια περιφέρεια κουρασμένοι, καταρρακωμένοι και επιβαρυμένοι από χρόνια πολιορκίας και αφόρητων αναμνήσεων. Είχαν φτάσει στο τέλος του δρόμου – ή, ακριβέστερα – έφτασαν στην αρχή ενός άλλου ταξιδιού. Ήταν το τέλος της καθημερινής τραγωδίας από την πολιορκία και το βομβαρδισμό και η αρχή της τραγωδίας του εκτοπισμού και των δυσκολιών ενός νέου ξεκινήματος.

Οι περισσότεροι εκτοπισμένοι πληθυσμοί εγκαταστάθηκαν σε διάφορες πόλεις στο αγροτικό Χαλέπι και στο Ιντλίμπ. Πολλοί συνειδητοποίησαν ότι βρίσκονταν σε ένα σταυροδρόμι, έχοντας να επιλέξουν δύο κύριες διαδρομές, μια απόφαση που θα καθόριζε το μέλλον τους.

Μια δύσκολη επιλογή

Στο βορρά, πολλές ερωτήσεις στροβιλίζονται στο μυαλό των νεοαφιχθέντων πληθυσμών από την ανατολική Γούτα: “Θα περάσουμε ξανά πολιορκία και βομβαρδισμό; Θα ζούμε σε χειρότερες συνθήκες από εκείνες που περάσαμε; Να φύγουμε για Τουρκία, που δεν γνωρίζουμε τίποτα;”

Οι άνθρωποι είναι μπερδεμένοι. Θα μπορούσαν είτε να επιλέξουν να παραμείνουν στη βόρεια Συρία, παρά τις σκληρές συνθήκες και το απροσδιόριστο μέλλον είτε θα μπορούσαν να αποφασίσουν να διασχίσουν τα σύνορα και να αναζητήσουν καταφύγιο στις τουρκικές πόλεις είτε εγκαθιστώμενοι εκεί είτε ξεκινώντας ένα ταξίδι προς την Ευρώπη.

Οι εκτοπισμένοι Σύριοι δεν μιλούν την τουρκική γλώσσα. Πρέπει να τη μάθουν για να αναζητήσουν απασχόληση, να εγκατασταθούν και να ξεκινήσουν μια κανονική ζωή. Αλλά αυτό απαιτεί χρόνο και χρήμα, κάτι που σχεδόν κανείς δεν έχει. Οι περισσότεροι δεν έχουν ούτε τα χρήματα που χρειάζονται για να πληρώσουν λαθρεμπόρους να τους μεταφέρουν στην άλλη πλευρά των συνόρων, εάν δηλαδή απορρίψουν τους κινδύνους αντιμετώπισης της εξαπάτησης και της εξαιρετικά επικίνδυνης διέλευσης.

H παραμονή είναι δύσκολη

Ο 29χρονος Samer, παντρεμένος με μια κόρη, περιγράφει το δίλημμα της οικογένειάς του:

Δεν αισθάνομαι άνετα να φύγω από τη Συρία. Δε νιώθω άνετα ούτε και να μείνω. Ελπίζω ο Θεός να εκδικηθεί για εμάς εκείνους που αναποδογύρισαν τη ζωή μας και έσβησαν το μέλλον μας.

Ο 25χρονος Mohammed δεν μπορεί καν να σκεφτεί να φύγει στην Τουρκία, καθώς είναι ο μοναδικός που φέρνει χρήματα στο σπίτι για την οικογένειά του. Το να τους βγάλει όλους στην Τουρκία θα του κόστιζε χιλιάδες δολάρια, που δεν έχει, γι’ αυτό και σταμάτησε να το σκέφτεται. Η ζωή στην Τουρκία είναι δαπανηρή και, ως ο μοναδικός εργαζόμενος της οικογένειας, δεν θα ήταν σε θέση να καλύψει τις βασικές ανάγκες τους.

Ο 24χρονος Shadi, δημοσιογράφος από τη Γούτα, δηλώνει ότι πρέπει να μείνει στη Συρία για να υπηρετήσει το σκοπό και να ενισχύσει τις ιστορίες των αγώνων του λαού του και μικρά επιτεύγματα. Θέλει ο κόσμος να γνωρίζει ότι οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν ποτέ, ακόμα και όταν ξεριζώνονται από την πατρίδα τους.

Κατά την άφιξή τους στη βόρεια Συρία, ορισμένες οικογένειες αποφασίζουν να παραμείνουν εντός συριακών συνόρων και να ζήσουν σε μια από τις βόρειες πόλεις.

Ο 26χρονος Nazir, παντρεμένος με μια κόρη, συνέχισε το έργο του με τους Φύλακες της Παιδικής Ηλικίας, μια οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών, στην οποία εργαζόταν στη γενέτειρά του, την Ντούμα, μόλις δύο εβδομάδες μετά την άφιξή του. Ήθελε να μείνει στη Συρία για να βοηθήσει τα εκτοπισμένα παιδιά χωρίς πρόσβαση στην εκπαίδευση, ελπίζοντας ότι μπορεί να τα διασώσει από την αμάθεια και καταστροφή.

Η 38χρονη Niveen, ακτιβίστρια και μητέρα δυο παιδιών, αρνείται και αυτή να φύγει:

Αν φύγουμε όλοι από τη Συρία, ποιος θα βοηθήσει τις γυναίκες και τα παιδιά που θα μείνουν πίσω;

Η Niveen δεν θέλει να αναζητήσει καταφύγιο στην Τουρκία, επειδή δεν θέλει να της κολλήσουν την ταμπέλα του “πρόσφυγα”. Πιστεύει ότι έχει αποστολή να εκπληρώσει τη Συρία και όσο η παραμονή εκεί αποτελεί επιλογή, θα παραμείνει σε συριακό έδαφος, όπως έκανε πριν από επτά χρόνια, όταν άρχισε η σύγκρουση. Δεν θέλει να αναγκαστεί να φύγει και να χάσει χρόνια από τη ζωή της εκτός Συρίας.

Για άλλους, η απόφαση παραμονής στη Συρία βασίστηκε στον φόβο τους για το άγνωστο.

Η Nuha, 24 ετών, λέει ότι είναι πολύ δύσκολο γι’ αυτήν να ζήσει στην Τουρκία, όπου κανείς δεν την καταλαβαίνει παρά μόνο με χειρονομίες ή μεταφραστικές εφαρμογές. Λέει ότι προτιμά να μείνει στη Συρία, επειδή η διαμονή σημαίνει μεγαλύτερες πιθανότητες επιστροφής στην πατρίδα.

Η 49χρονη Um Abdul Rahman, μητέρα επτά παιδιών, πείστηκε από τα παιδιά της να παραμείνουν, επειδή δεν ήθελαν να χάσουν την αξιοπρέπειά τους ζώντας ως πρόσφυγες σε άλλη χώρα.

Ο Mahmoud, 34 ετών, παντρεμένος με τέσσερα παιδιά, διασφαλίζει ότι τα παιδιά του πάνε ξανά σχολείο. Θέλει να αποκτήσουν εκπαίδευση, επειδή αποτελεί εγγύηση για ένα καλό μέλλον. Θα ήθελε να εκμεταλλευτεί τα δικά του προσόντα, δηλαδή το πτυχίο που έχει ως πολιτικός μηχανικός, αλλά αυτό θα σήμαινε τη μετάβαση στην Τουρκία. Δεν μπορούσε να αγνοήσει τη συνείδησή του και να αφήσει τους συμπατριώτες του πίσω κι έτσι αποφάσισε να παραμείνει στη Συρία, κρατώντας το καταφύγιο στην Τουρκία ως την τελευταία του επιλογή, άμα χαθεί κάθε ελπίδα.

Οι εκτοπισμένοι της Γούτα συγκεντρώνονται συχνά για να συζητήσουν τις επιλογές τους. Συμβουλεύονται τους φίλους και την οικογένειά τους, επειδή δεν θέλουν τα παιδιά τους να μεγαλώσουν μακριά από την πατρίδα τους. Επίσης, δεν θέλουν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους σε μια χώρα, που έχει ρημαχτεί από τον πόλεμο. Θέλουν να ξεχάσουν τον πόνο και την ταλαιπωρία και να ξεκινήσουν από την αρχή, αλλά ταυτόχρονα δεν επιθυμούν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, αφότου επέζησαν επτά χρόνια κόλασης.

Αναζητώντας καταφύγιο εκτός συνόρων

Για πολλούς, η αναζήτηση καταφυγίου στην Τουρκία ή σε άλλες περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί αναγκαστική επιλογή, μην μπορώντας πλέον να ανεχτούν μια ζωή μέσα σε εμπόλεμη ζώνη. Θέλουν να ξεφύγουν από τις πολιορκίες που σου απομυζούν το είναι και να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή.

Ο Moa'yad, 24 ετών, θέλει να ξανακούσει πουλιά να κελαηδάνε. Θέλει να ακούσει μουσική και φασαρία των γειτόνων του. Λέει ότι δεν μπορεί πλέον να αντέξει τον ήχο μιας βόμβας – ούτε καν ενός πυροβολισμού.

Η 21χρονη Rahaf θέλει να εγκαταλείψει τους βομβαρδισμούς, τον φόβο και τη μάταιη προσδοκία των ειρηνευτικών διασκέψεων, που δεν οδηγούν πουθενά. Θέλει να ξεφύγει από τους πολέμαρχους που εμπορεύονται τις ζωές των ανθρώπων. Λέει ότι δεν μπορεί να αντέξει την ιδέα της ζωής υπό άλλη μια πιθανή πολιορκία, τώρα που κατάφερε να φύγει από τη Γούτα.

Ο Moa'yad φοβάται να εγκατασταθεί στο βορρά, επειδή δεν είναι σίγουρος για το τι περιμένει το Ιντλίμπ: το μέλλον της πόλης μπορεί να αποβεί χειρότερο από το σενάριο της ανατολικής Γούτα. Θέλει να πάει στην Τουρκία και να ζήσει μαζί με τον αδελφό του και να εργαστεί μαζί του σε εργοστάσιο ραπτικής, ωσότου μάθει τούρκικα και γυρίσει στα θρανία.

Η διαμονή στη Συρία δεν αποτελεί επιλογή ούτε για τον 22χρονο Imad.

Δεν θέλει να ζήσει σε ένα μέρος, όπου ελλοχεύει πάντα η πιθανότητα βομβαρδισμού: από τους Ρώσους ή τους Ιρανούς από τη μία πλευρά ή από την άδικη εξουσία διαφόρων φατριών από την άλλη. Ο Imad συνειδητοποιεί επίσης ότι είναι αδύνατο να ολοκληρώσει τις σπουδές του στο βορρά εξαιτίας της αστάθειας και του γεγονότος ότι τα προσόντα του δεν αναγνωρίζονται εκτός της βόρειας Συρίας. Για αυτόν, η Τουρκία είναι η καλύτερη επιλογή.

Οι κάτοικοι της ανατολικής Γούτα διαβλέπουν το αόριστο μέλλον τους με φόβο, καθώς χιλιάδες ερωτήσεις πλανώνται στο μυαλό τους. Ωστόσο, πολλοί αποτυγχάνουν να βρουν έστω και μια μόνο χρήσιμη απάντηση, καθώς το να γυρίσουν σπίτια τους στην ανατολική Γούτα δεν είναι επιλογή. Τουλάχιστον όχι ακόμα.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.