Βλέπετε όλες τις γλώσσες εκεί πάνω; Μεταφράζουμε τα άρθρα του Global Voices, έτσι ώστε να είναι προσβάσιμα σε όλους τα παγκόσμια μέσα των πολιτών.

Η δύσκολη απόφαση ενός Παλαιστίνιου Σύριου να αφήσει πίσω την πατρίδα του

Ahmad Shihabi

Ahmad Shihabi

Πολλά έχουν γραφτεί για τους πρόσφυγες τα τελευταία δυο χρόνια. Σπάνια όμως ακούμε τους ίδιους να μιλούν, παρά μόνο για λίγες στιγμές. Το GlobalPost, ένας διεθνής ειδησεογραφικός οργανισμός εντός της οικογένειας του Public Radio International, συνέλεξε μικρά δοκίμια από πέντε νέους Σύριους, που όλοι έλαβαν τη δύσκολη απόφαση να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να ορμήσουν σε ένα απειλητικό ταξίδι εκτός συνόρων, στην Τουρκία, στην Ελλάδα και διασχίζοντας τη νότια Ευρώπη.

Το παρακάτω απόσπασμα από τον Ahmad Shihabi, 28 ετών, αρχικά δημοσιεύτηκε στο PRI.org στις 31 Μαΐου 2016 και αναδημοσιεύεται εδώ με άδεια.

Είμαι Παλαιστίνιος Σύριος. Αυτό σημαίνει ότι είμαι πρόσφυγας δύο φορές.

Η οικογένειά μου έγινε για πρώτη φορά πρόσφυγες το 1948. Έφυγαν από την Παλαιστίνη για να ξεφύγουν από τη βία και τις αναταραχές που σημειώθηκαν κατά τη δημιουργία του Ισραήλ. Το ονομάζουμε Νάκμπα. Όπως πολλοί άλλοι Παλαιστίνιοι τότε, η οικογένειά μου έφυγε στη Συρία. Τελικά εγκαταστάθηκαν στο Γιαρμούκ, ένα ανεπίσημο στρατόπεδο προσφύγων νότια της Δαμασκού.

Εκεί γεννήθηκα το 1987. Το Γιαρμούκ είναι σαν πόλη. Έχει σχολεία και νοσοκομεία και άλλες υπηρεσίες, όλα σε μια περιοχή περίπου ενός μιλίου. Είναι γεμάτο από Παλαιστίνιους και Σύριους.

Τελειώσα τη γυμνασιακή μου εκπαίδευση στο σχολείο του στρατοπέδου. Ενώ φοιτούσα, όταν ήμουν 16 ετών, ξεκίνησα την πρώτη μου δουλειά στον εκδοτικό οίκο του θείου μου ως δακτυλογράφος. Εργάστηκα εκεί έξι χρόνια. Στη συνέχεια, εργάστηκα στον τομέα της δημοσιογραφίας με ένα από τα παλαιστινιακά περιοδικά, που έδρευαν στο στρατόπεδο. Ήμουν επιμελητής. Προσπάθησα να συγκεντρώσω χρήματα για να σπουδάσω στο πανεπιστήμιο και να ολοκληρώσω τις σπουδές μου ως δημοσιογράφος. Αλλά ήταν πολύ ακριβά. Και μόλις ξεκίνησε η συριακή κρίση, ήταν σχεδόν αδύνατο για μένα να φτάσω καν στο πανεπιστήμιο από εκεί όπου κατοικούσα, στο Γιαρμούκ. Τα όνειρά μου μπήκαν σε αναμονή.

Η επανάσταση στη Συρία άρχισε τον Μάρτιο του 2011. Οι διαδηλώσεις υπέρ της δημοκρατίας εξαπλώθηκαν τελικά στη Δαμασκό, κοντά στο στρατόπεδο του Γιαρμούκ. Εμείς, ως Παλαιστίνιοι, υποστηρίζαμε τον συριακό λαό. Παράλληλα, όμως, δεν μας άρεσε να πάρουμε δημόσια θέση εναντίον του συριακού καθεστώτος. Η κυβέρνηση μας θεωρεί φιλοξενούμενους, παρόλο που πολλοί από εμάς έχουμε ζήσει στο Γιαρμούκ ολόκληρη τη ζωή μας. Συνεπώς, η εμπλοκή στη σύγκρουση θα μπορούσε να είναι επικίνδυνη για εμάς. Αν αποφασίζαμε να αναλάβουμε δράση, ολόκληρο το στρατόπεδο θα βαλλόταν από πυρά. Έτσι, λοιπόν, εργαστήκαμε για να καταστήσουμε την περιοχή μας ένα ασφαλές μέρος για τον συριακό λαό, ο οποίος έφευγε να γλιτώσει από τις επιθέσεις του καθεστώτος σε γειτονικές πόλεις και κωμοπόλεις.

Ξεκινήσαμε να φέρνουμε κόσμο στα σπίτια μας, στα σχολεία και στα νοσοκομεία μας Τους δώσαμε φαγητό, φάρμακα και ό,τι χρειάζονταν. Δεχτήκαμε περισσότερους από 200.000 ανθρώπους. Ήμαστε πρόσφυγες που δέχονταν να φιλοξενήσουν πρόσφυγες. Και κατορθώσαμε για ένα χρόνο να διατηρήσουμε την περιοχή μας ασφαλή. Ως επί το πλείστον. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αυτού του πρώτου έτους της σύγκρουσης, έπεσαν κάτι ρουκέτες και βόμβες στο Γιαρμούκ. Δύο από αυτές έπεσαν κοντά στο σπίτι μας. Στις αρχές του 2012, οι αδελφοί μου και εγώ αποφασίσαμε να στείλουμε τους γονείς και τις αδελφές μου στους συγγενείς μας στο Λίβανο. Ήταν η τελευταία φορά που τους είδα. Στη συνέχεια, η λιβανέζικη κυβέρνηση έκλεισε τα σύνορά της στους Παλαιστινίους.

“”Ήταν μια σκηνή που μας θύμισε σε όλους τις φωτογραφίες που είχαμε δει από την Παλαιστινιακή Νάκμπα το 1948″.

Τηλεφωνώ στην οικογένειά μου κάθε μέρα. Μου λείπει κάθε στιγμή. Με υποστήριξαν σε όλες μου τις επιλογές σε αυτή τη ζωή. Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα χωρίζαμε έτσι. Τελευταία φορά είδα τις αδερφές μου, όταν ήταν 6 και 12 ετών. Δεν κατάφεραν ποτέ να ολοκληρώσουν την εκπαίδευσή τους. Ο πατέρας και οι αδελφοί μου εργάζονται για να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή ζωή για όλους τους στο Λίβανο. Αλλά είναι δύσκολα. Δεν έχουν άδεια παραμονής ή άδεια εργασίας, επειδή είναι Παλαιστίνιοι. Ίσως κάποια μέρα μπορέσω να τους επισκεφτώ ξανά.

Δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι που να καταρρεύσει εντελώς η ασφάλεια που προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε στο Γιαρμούκ. Στις 17 Δεκεμβρίου 2012, όλα άλλαξαν. Το στρατόπεδο βομβαρδίστηκε απευθείας από συριακά στρατιωτικά αεροσκάφη. Στη συνέχεια, οι μαχητές της αντιπολίτευσης μπήκαν στο στρατόπεδο, δηλώνοντας ότι η περιοχή ήταν τώρα υπό τον έλεγχό τους. Δεν ήταν πλέον ασφαλές για μας τους αμάχους. Το Γιαρμούκ είχε μπει στην πρώτη γραμμή στη συριακή διαμάχη.

Την επόμενη μέρα παρακολουθούσαμε περίπου, όπως μας φάνηκε, ένα εκατομμύριο ανθρώπους να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους, κουβαλώντας ό, τι μπορούσαν και να φεύγουν από το Γιαρμούκ. Ήταν μια σκηνή που μας θύμισε σε όλους τις φωτογραφίες που είχαμε δει από την παλαιστινιακή Νάκμπα το 1948. Μετά από τρεις μέρες στο δρόμο, πολλοί από εμάς δεν μπορούσαμε να βρούμε ένα ασφαλές μέρος για ύπνο. Έτσι πήγαμε σπίτι. Επέστρεψα στο Γιαρμούκ με περίπου άλλους 50.000 ανθρώπους. Μείναμε υπό μερική πολιορκία για έξι μήνες. Βγαίναμε καθημερινά έξω για να βρούμε τρόφιμα και άλλες βασικές προμήθειες, διασχίζοντας τόσο μπλόκα του καθεστώτος όσο και της αντιπολίτευσης μέσα και έξω από το στρατόπεδο Γιαρμούκ. Ήταν τρομακτικό. Περπατούσαμε υπό το βλέμμα ελεύθερων σκοπευτών και βρισκόμαστε στο έλεός τους. Δεν μπορούσαμε να τους δούμε ξεκάθαρα, αλλά αισθανόμαστε την παρουσία τους και γίναμε μάρτυρες στις πράξεις τους πολλές φορές. Θα μπορούσαν να τερματίσουν τη ζωή μας όποτε ήθελαν. Ήταν όμως είτε κίνδυνος να σκοτωθείς από όπλο είτε κίνδυνος να πεθάνεις από την πείνα.

Τέλος, τον Ιούνιο του 2013, άφησα το σπίτι μου και το στρατόπεδο εντελώς. Πήγα στη Δαμασκό, όπου η φίλη μου και εγώ νοικιάσαμε ένα διαμέρισμα. Το διαμέρισμα ήταν στη γειτονιά Qudsia, η οποία ήταν υπό τον έλεγχο της αντιπολίτευσης. Αλλά είχαν εκεχειρία κι έτσι ήταν ασφαλέστερα. Ήταν ωστόσο και πάλι δύσκολο να ζήσεις. Εργαστήκαμε στο ίδιο περιοδικό. Και οι δύο μας βγάζαμε 175 δολάρια το μήνα. Το ενοίκιο μόνο του διαμερίσματός μας ήταν 200 δολάρια.

Αφού αγωνιστήκαμε να τα βγάλουμε πέρα εκεί για περίπου ένα χρόνο, ένας φίλος μου ήρθε και με ρώτησε αν ήθελα να φύγω από τη χώρα. Του είπα ότι ήταν αδύνατο για μένα, επειδή ήμουν Παλαιστίνιος. Δε θα μου επιτρεπόταν η είσοδος ούτε στο Λίβανο ούτε στην Ιορδανία. Ως Παλαιστίνιοι πρόσφυγες στη Συρία, δεν έχουμε επίσημα έγγραφα και έτσι δεν αναγνωριζόμαστε από άλλες χώρες. Αυτό δυσχεραίνει την κίνησή μας. Στη συνέχεια πρότεινε την Τουρκία. Αλλά η Τουρκία ήταν μακριά και θα έπρεπε να περάσεις από πολλά επικίνδυνα τμήματα της χώρας. Τον ρώτησα πώς θα το κάναμε. “Παράνομα”, μου είπε. “Έχω έναν λαθρέμπορο. Θα μας οδηγήσει στα σύνορα με την Τουρκία”.

“”Δεν είχα βιώσει ποτέ τέτοια πράγματα, τρομοκράτες και στρατιωτικές επιχειρήσεις, όπλα στους δρόμους. Πριν, τα παιδιά πήγαιναν σχολείο. Οι Σύριοι είναι απλοί άνθρωποι, δεν είναι εξτρεμιστές. Δέχονταν ο ένας τον άλλο ανεξάρτητα φυλής, θρησκείας ή ακόμα και εθνικότητας. Τώρα, βλέπω ότι η Συρία έχει πραγματικά καταστραφεί”.

Ήταν πολύ δύσκολο να αποφασίσω, αν ήθελα να φύγω από τη χώρα χωρίς να επιστρέψω ξανά. Γεννήθηκα εδώ. Σπούδασα εδώ. Εργάστηκα εδώ. Ακόμα κι αν είναι επικίνδυνα, είναι η χώρα μου. Μου αρέσει αυτή η χώρα. Τα πρώτα μου βήματα σε αυτή τη ζωή ήταν σε αυτή τη γη. Και, το πιο σημαντικό για μένα, η Συρία – ειδικά το στρατόπεδο Γιαρμούκ – είναι ο ισχυρότερος δεσμός μου με την Παλαιστίνη.

Είπα στην φίλη μου την ιδέα. Στην αρχή δεν το δέχτηκε, επειδή ο βορράς της Συρίας ήταν υπό τον έλεγχο του Iσλαμικού Κράτους και φαινόταν αδύνατο να περάσεις από σημεία ελέγχου χωρίς να σε πιάσουν. Αυτό είχαμε ακούσει στις ειδήσεις. Της είπα ότι υπήρχε ένας λαθρέμπορος και είχα διαβεβαιώσεις ότι όλα θα ήταν υπό έλεγχο.

“Αν θέλεις να φύγεις, θα έρθω μαζί σου”, είπε. Με φόβιζει να διακινδυνεύσω τη ζωή της, καθώς και τη δική μου. Είναι Χριστιανή και αν την ανακάλυπτε το Ισλαμικό Κράτος, μπορεί να μας σκότωναν. Περάσαμε μεγάλη αγωνία για να το πάρουμε απόφαση, κοντά δύο μήνες. Τέλος, αποφασίσαμε να φύγουμε παράνομα από τη Συρία. Ο λαθρέμπορος μας είπε ότι θα φεύγαμε την 1η Σεπτεμβρίου. Είπε ότι η φίλη μου έπρεπε να φορέσει χιτζάμπ και ότι έπρεπε επίσης να κρύψουμε τα τηλέφωνα και τις κάρτες μνήμης μας. Το μόνο που μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας ήταν κάποια ρούχα.

Ο λαθρέμπορος μας έδωσε ένα σχέδιο για το ταξίδι. Θα οδηγούσαμε από τη Δαμασκό στο Mανμπίτζ, που βρίσκεται στα μισά του δρόμου μεταξύ Χαλεπιού και Ράκκα. Η Ράκκα είναι η έδρα του Ισλαμικού Κράτους. Από το Mανμπίτζ, θα διασχίζαμε τα σύνορα και θα περνούσαμε στην Τουρκία.

The street Ahmad Shihabi left in Yarmouk, Syria. The area had been damaged by airstrikes and fighting between the regime and rebels. Photo by Ahmad Shihabi

Ο δρόμος που εγκατέλειψε ο Ahmad Shihabi στο Γιαρμούκ της Συρίας. Η περιοχή είχε υποστεί ζημιές από αεροπορικές επιδρομές και μάχες μεταξύ του καθεστώτος και των ανταρτών. Φωτογραφία από τον Ahmad Shihabi

Στις 7 π.μ. την 1η Σεπτεμβρίου 2014, φύγαμε. Δεν ξέραμε αν θα ξαναβλέπαμε ποτέ το σπίτι μας. Μας πήγαν με αυτοκίνητο για περισσότερες από 13 ώρες με άλλους επτά φίλους και περισσότερους από 50 ανθρώπους, που ζούσαν στο Μανμπίτζ και γύριζαν σπίτι. Δεν ήξεραν τίποτα για το ποιοι ήμαστε ή πού πηγαίναμε. Ο λαθρέμπορος ήταν ο οδηγός. Περάσαμε 47 καθεστωτικά μπλόκα. Όλα ήταν υπό τον έλεγχο του λαθρεμπόρου. Πήρε τις ταυτότητές μας και τα χρήματά μας. Πληρώσαμε περισσότερα από 50 δολάρια ανά άτομο, ώστε ο λαθρέμπορος να μπορούσε να δωροδοκήσει κόσμο στα σημεία ελέγχου για να μας αφήσουν να περάσουμε. Νομίζω ότι οι υπόλοιποι γνώριζαν ότι προσπαθούσαμε να φύγουμε από τη χώρα. Μπορούσαν να διακρίνουν ότι ήμαστε Παλαιστίνιοι. Και κανένας Παλαιστίνιος δεν ζει στο Mανμπίτζ. Αλλά δεν είπαν τίποτα.

Ενώ οδηγούσαμε, περνώντας από τα σημεία ελέγχου, είδαμε την τεράστια καταστροφή σε ολόκληρη τη χώρα. Διασχίσαμε πολλά μέρη, όπως τη Χομς και τη Χάμα. Ήμουν συγκλονισμένος από την καταστροφή. Γιατί; Γίνονται όλα αυτά μόνο για την εξουσία; Ή είναι το τίμημα της ελευθερίας; Ο καθένας μπορεί να πει ό,τι θέλει, αλλά έχουμε ένα αποτέλεσμα: η χώρα μας καταστρέφεται. Αφού περάσαμε όλα τα σημεία ελέγχου του καθεστώτος, ο οδηγός μας προειδοποίησε ότι είχαμε εισέλθει στην επικράτεια του Iσλαμικού Κράτους. Μετά από περίπου ένα μίλι, φτάσαμε σε ένα άλλο σημείο ελέγχου. Όλοι ήταν νευρικοί. Το Iσλαμικό Κράτος δεν επιτρέπει στις γυναίκες να κάθονται κοντά στους άνδρες κι έτσι όλες οι γυναίκες πήγαν πίσω και κάθισαν στο τέλος του λεωφορείου. Είδα έναν στρατιώτη, που φαινόταν πολύ νέος. Το όπλο του ήταν ψηλότερο από αυτόν. Έλεγξε μονάχα τις ταυτότητες των ανδρών και μας είπε ότι μπορούσαμε να περάσουμε.

“Κάθε βήμα που έκανα έμοιαζε σαν να έχανα μια-μια τις αναμνήσεις μου από αυτή τη χώρα. Κάθε βήμα που έκανα ένιωθα ότι απογοήτευα τους φίλους μου, την οικογένειά μου, το σπίτι μου στο Γιαρμούκ”.

Ήμαστε πολύ τυχεροί που δεν συνέβη τίποτε άλλο. Και ήμασταν ανακουφισμένοι, γιατί δεν περιμέναμε άλλα σημεία ελέγχου. Αλλά ήμουν επίσης σοκαρισμένος. Πώς μπορούν να αφήσουν ένα παιδί να κρατά ένα όπλο και να του δίνουν τη δύναμη να σκοτώνει ανθρώπους; Δεν είχα βιώσει ποτέ τέτοια πράγματα, τρομοκράτες και στρατιωτικές επιχειρήσεις, όπλα στους δρόμους. Πριν, τα παιδιά πήγαιναν σχολείο. Οι Σύριοι είναι απλοί άνθρωποι, δεν είναι εξτρεμιστές. Αποδέχονταν ο ένας τον άλλον χωρίς να λαμβάνουν υπόψη φυλή ή θρησκεία ή ακόμα και εθνικότητα. Τώρα βλέπω ότι η Συρία έχει πραγματικά καταστραφεί.

Φτάσαμε στο Mανμπίτζ στις 8 μ.μ. την ίδια μέρα. Ο λαθρέμπορος μας πήγε σε έναν άλλο λαθρέμπορο. Του είπε ότι πηγαίναμε στην Τουρκία. Ακολουθήσαμε αυτόν τον νέο λαθρέμπορο στο αυτοκίνητό του. Μας οδήγησε ως τα τουρκικά σύνορα. Μας είπε, μην φοβάστε. Το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να περπατήσουμε ένα μίλι, μες στο σκοτάδι. Μας είπε ότι δεν μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε ούτε μικρό φως ούτε τηλέφωνο, τίποτα: αλλιώς, θα μας έβλεπε η τουρκική αστυνομία. Παρακολουθούσαν.

Έτσι, περπατήσαμε. Περπατήσαμε για μία ώρα. Κάθε βήμα που έκανα ένιωθα ότι έχανα μία από τις αναμνήσεις μου για αυτή τη χώρα. Κάθε βήμα που έκανα ένιωθα ότι απογόητευα τους φίλους μου, την οικογένειά μου, το σπίτι μου στο Γιαρμούκ. Τότε άκουσα κάποιον να ψιθυρίζει: “Τουρκία”.

Ο Ahmad έλαβε άδεια διαμονής, η οποία θα του επιτρέψει να παραμείνει στη Γερμανία για τουλάχιστον τρία χρόνια. Τώρα ζει στο Greiz, μια μικρή πόλη περίπου 20.000 κατοίκων στην ανατολική Γερμανία, κοντά στην Τσεχική Δημοκρατία. Σχεδιάζει να μετακομίσει στο Βερολίνο.

Διαβάστε το επόμενο άρθρο της σειράς: Η δυσκολία και η αβεβαιότητα του να ζεις στην Τουρκία ως Σύριος πρόσφυγας
Για περισσότερη κάλυψη για την προσφυγική κρίση, δείτε τη σελίδα με το ειδικό αφιέρωμα του Global Voices: Ρεύματα προσφύγων αναζητούν καταφύγιο στην Ευρώπη

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.