Οι διαμαρτυρίες της Σερβίας δείχνουν κρίση νομιμότητας για την κυβέρνηση Βούτσιτς

Young people wearing masks sitting on a street in Belgrade during anti-government protest on July 10, 2020. Serbia.

Ειρηνική διαμαρτυρία στο Βελιγράδι, 10 Ιουλίου 2020. Φωτογραφία από τον χρήστη της Wikipedia OakMapping, CC BY-SA 4.0.

Τα τελευταία χρόνια, το Βελιγράδι είναι το σκηνικό για μαζικές διαμαρτυρίες, που απαιτούν διαφάνεια και λογοδοσία από την κυβέρνηση με επικεφαλής τον Πρόεδρο Αλεξάνταρ Βούτσιτς του Σερβικού Προοδευτικού Κόμματος (SNS).

Διαμαρτυρίες ενάντια στον εξευγενισμό και τη μη διαφανή ανάπτυξη, όπως η πρωτοβουλία Don’t Let Belgrade D(r)own (Ne da(vi)mo Beograd) έφεραν χιλιάδες στους δρόμους και έγιναν διεθνή πρωτοσέλιδα, ενώ το μαζικό κίνημα “1 από 5 εκατομμύρια” διαδήλωνε για εβδομάδες για να μπει ένα τέλος ενάντια στη διαφθορά και για ελεύθερες και δίκαιες εκλογές. Ωστόσο, καμία από αυτές τις μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις δεν άγγιξε την κρατική βία, κάτι που άλλαξε στις αρχές Ιουλίου του τρέχοντος έτους.

Το βράδυ της 6ης Ιουλίου και για αρκετές νύχτες μετά, η αστυνομία διέλυσε τις διαδηλώσεις μπροστά στο εθνικό κοινοβούλιο με δακρυγόνα, χειροβομβίδες αναισθητοποίησης και ξυλοδαρμούς. Μάρτυρες όπως ο Goran Sandić, συνεργάτης του Κέντρου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Βελιγραδίου, είδαν την αδιάκριτη και δυσανάλογη χρήση βίας ακόμη και μπλοκ πέρα από το κοινοβούλιο, βία που κινηματογραφήθηκε από κινητά τηλέφωνα σε πολλές περιπτώσεις και διαδόθηκε ευρέως στα σερβικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Τι κρίμα! Η σερβική στολή ντροπιάστηκε για πάντα! Για πάντα!

“Είδαμε με τα μάτια μας και σε βίντεο ότι η αστυνομία επιτέθηκε σε ανθρώπους”, λέει ο Sandić, ο οποίος παρακολούθησε τη δεύτερη νύχτα των διαδηλώσεων ως παρατηρητής. Το Βαλκανικό Δίκτυο Ερευνητικής Δημοσιογραφίας (BIRN) χαρτογράφησε πολυάριθμα περιστατικά επιθέσεων εναντίον τόσο διαδηλωτών όσο και δημοσιογράφων και μια ομπρέλα ΜΚΟ οργανώσεων υπέβαλε καταγγελίες στον εισαγγελέα και τον Συνήγορο του Πολίτη ζητώντας έρευνα για τα περιστατικά.

Γιατί αυτές οι διαμαρτυρίες, σε αντίθεση με τα κύματα των μαζικών διαδηλώσεων κατά τα προηγούμενα χρόνια, προκάλεσαν μια τόσο βίαιη καταστολή από τις Αρχές; Οι παρατηρητές επισημαίνουν, αφενός, τη φύση της διαμαρτυρίας, η οποία αρχικά υποτιμήθηκε ως κυρίως αντιεμβολιαστές, συνωμοσιολόγοι και υποστηρικτές της ακροδεξιάς, προτού διογκωθεί σε χιλιάδες πολίτες από όλες τις διαφορετικές ηλικίες και τα υπόβαθρα.

Μια ομάδα πρωτοπόρων διαδηλωτών περικύκλωσε το κοινοβούλιο και μπόρεσαν να μπουν σε αυτό, πριν ξεκινήσει η Αστυνομία να διαλύει τη σκηνή. “Η 5η Οκτωβρίου [2000, όταν κατέρρευσε το καθεστώς του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς] ολοκληρώθηκε με την είσοδο στο κοινοβούλιο, οπότε είναι πολύ συμβολική”, λέει ο Zdravko Janković, ακτιβιστής με το “Don’t Let Belgrade D(r)own” που έχει παρακολουθήσει πολλές δημόσιες διαμαρτυρίες την τελευταία δεκαετία.

Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, αυτές οι διαμαρτυρίες αντιπροσωπεύουν μια μοναδική απειλή για έναν πρόεδρο, που ψηφίστηκε από μια μειονότητα, μαστίζεται από κατηγορίες διαφθοράς και προεδρεύει μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία και την οικονομική κατάσταση. Όπως σημειώνει ο Sandić, “Αυτό είναι κυριολεκτικά μια κατάσταση ζωής ή θανάτου”.

Ψεύτικη αναφορά των αριθμών του COVID-19

Μετά από μήνες αυστηρού εθνικού αποκλεισμού, ο Πρόεδρος Βούτσιτς ανακοίνωσε ότι η χώρα αντιμετώπισε με επιτυχία την πανδημία και θέσπισε χαλάρωση των μέτρων στα τέλη Μαΐου, που συνέπεσε με την προπαρασκευή των επαναπρογραμματισμένων κοινοβουλευτικών εκλογών.

Το εκλογικό όργανο εκλογών του ΟΑΣΕ σχολίασε την εκστρατεία, “Μια αξιοσημείωτη πτυχή ήταν η συσχέτιση της εκστρατείας του SNS με κάλυψη των μέσων ενημέρωσης στην ανταπόκριση του προέδρου και της κυβέρνησης στην κρίση του COVID-19″. Το κυβερνών κόμμα έλαβε πολύ μεγαλύτερη κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης από οποιοδήποτε άλλο και επωφελήθηκε από την επαναλαμβανόμενη επιτυχημένη καταπολέμηση του COVID-19 από όλα τα μεγάλα κανάλια. Εν τω μεταξύ, η φυσιολογική ζωή επανήλθε σε κάποιο βαθμό, και το Βελιγράδι φιλοξένησε ακόμη και το πρώτο ποδόσφαιρο ντέρμπι της Ευρώπης μετά τον αποκλεισμό, με τη συμμετοχή 25.000 οπαδών.

Αυτό το έκανε ακόμη πιο δύσκολο, όταν ο Βούτσιτς ανακοίνωσε, μόλις δύο εβδομάδες μετά από τις έντονα αμφισβητούμενες εκλογές, που τις μποϊκοτάρισε το 50% περίπου του εκλογικού σώματος, ότι η χώρα θα επέστρεφε σε αυστηρό αποκλεισμό. Αυτό έδωσε την εντύπωση ότι η άρση των κυρώσεων ήταν μια πολιτική κίνηση, που επέτρεψε τις εκλογές.

Εν τω μεταξύ, νέες πληροφορίες άρχισαν να δημιουργούν σημαντικές αμφιβολίες σχετικά με τη βιασύνη της κυβέρνησης να ανοίξει ξανά τη χώρα. Μια έρευνα του BIRN έδειξε ότι οι αρχές υποβίβασαν σημαντικά τον αριθμό των θανάτων από τον COVID-19, σύμφωνα με πληροφορίες από τη βάση δεδομένων της κυβέρνησης. Φαίνεται ότι “είχαν μια έκθεση για την κυβέρνηση και μία έκθεση για το κοινό”, λέει ο Janković. Οι αριθμοί σε διεθνείς ιστότοπους παρακολούθησης όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εξακολουθούν να αντικατοπτρίζουν τους αριθμούς της κυβέρνησης—απαριθμούν συνολικά 491 θανάτους από τις 24 Ιουλίου για τη Σερβία, ενώ τα στοιχεία που ανέφερε το BIRN έδειξαν 632 θανάτους από την 1η Ιουνίου.

Παρά τις αρνήσεις της κυβέρνησης και τις κατηγορίες για ψευδείς ειδήσεις, η έκθεση προφανώς κατάφερε να προσεγγίσει μεγάλο αριθμό ανθρώπων, οι οποίοι θεώρησαν ότι η κυβέρνηση τους είχε χειριστεί για πολιτικούς σκοπούς. “Η πραγματική δημοσιογραφία έχει βρει τον τρόπο να σέρνεται στο σωρό της δημοσιογραφίας σκουπιδιών”, προσθέτει ο Sandić.

Κατάσκοποι ή Υποκινητές

Η παρουσία δεξιών και χούλιγκαν στις διαδηλώσεις στις 6 Ιουλίου και τις επόμενες μέρες είναι αδιαμφισβήτητη, αλλά οι ισχυρισμοί της κυβέρνησης ότι οι διαδηλώσεις κυριαρχούνταν από τέτοιες δυνάμεις, ή ακόμη και από ξένους ταραχοποιούς, είναι πολύ ύποπτες. Οι παρευρισκόμενοι και οι παρατηρητές, καθώς και βίντεο, δείχνουν ένα ευρύ φάσμα διαδηλωτών από όλα τα κοινωνικά στρώματα.

“Ήμουν εκεί για να παρακολουθήσω και τι μπόρεσα να δω … τα δημογραφικά στοιχεία της διαμαρτυρίας ήταν τέτοια που υπήρχαν ηλικιωμένοι, νέοι, μεσήλικες με παιδιά κ.λπ., αλλά από τη στιγμή που ξεκίνησαν οι συγκρούσεις ήταν κυρίως νέοι άνδρες, ντυμένοι με μαύρα που άρχισαν να προκαλούν την αστυνομία,” λέει ο Sandić. “Αυτό που είναι σαφές είναι ότι υπήρχε απόδοση των σκηνών βίας σε όλους τους πολίτες στη διαμαρτυρία αντί στους χούλιγκαν”.

“Η μόνη αντιπολίτευση είναι η πραγματικότητα”

Παρά τις προσπάθειες του Βούτσιτς και ορισμένων στα ΜΜΕ να απορρίψουν τις διαμαρτυρίες ως έργο θεωρητικών αντιεπιστημονικής συνωμοσίας και ανθρώπων, που είναι θυμωμένοι αποκλειστικά (και παράλογα) σχετικά με τα μέτρα του αποκλεισμού, οι σκηνές αστυνομικής βίας και δακρυγόνων κατά των δημοσιογράφων, που μεταδόθηκαν ευρέως και στα δημόσια μέσα και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενημέρωσαν τη σερβική κοινωνία και προφανώς απειλούσαν βαθιά την ικανότητα της κυβέρνησης να ελέγξει την αφήγηση σχετικά με την πανδημία.

Οι αμφιβολίες σχετικά με τους επίσημους αριθμούς του κορωνοϊού έχουν φτάσει σε μέλη της ιατρικής κοινότητας, μια μεγάλη ομάδα της οποίας ζήτησε την παραίτηση της κυβερνητικής ειδικής ομάδας και την έρευνα για πιθανές προσπάθειες απόκρυψης του καθεστώτος. Η προγραμματισμένη επανεισαγωγή της απαγόρευσης ανακλήθηκε. Οι υποψίες για τη νομιμότητα των εκλογών και την παρουσία παρατυπιών συνεχίζουν να κυριαρχούν στο SNS, ακόμη και όταν το κόμμα κυριαρχεί στο κοινοβούλιο με υπερ-πλειοψηφία. Και οι μακροχρόνιες υποψίες σχετικά με τις συνδέσεις του κόμματος με το οργανωμένο έγκλημα ξύπνησαν εκ νέου από μια έκθεση του ερευνητικού μέσου KRIK, που έπιασε τον γιο του προέδρου να παρακολουθεί το ντέρμπι του Βελιγραδίου μαζί με έναν “χούλιγκαν ποδοσφαίρου”, ο οποίος έχει ύποπτους δεσμούς με έναν Μαυροβούνιο εγκληματία.

Η συνεχής παραγωγή κακών ειδήσεων για αυτήν την κυβέρνηση υπονομεύει την ικανότητά τους να αποκτήσουν δημόσια συνεργασία, σε μια στιγμή που η χώρα αντιμετωπίζει μια άνευ προηγουμένου διπλή απειλή μιας ανεξέλεγκτης πανδημίας και μιας οικονομικής αναταραχής. “Αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα νομιμότητας, το οποίο είναι αρκετά περίπλοκο σε αυτό το στάδιο της πανδημίας στη Σερβία”, σημειώνει ο Janković. Η σχέση μεταξύ της εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση και της ικανότητας επιβολής μέτρων για την καταπολέμηση αυτών των απειλών έχει παρατηρηθεί σε άλλες χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά, όταν προέρχεται ύστερα από χρόνια θυμού και απελπισίας για τη διαφθορά, όπως στη Σερβία, ισοδυναμεί με δυνητικά επικίνδυνη κατάσταση, ιδίως εάν η κυβέρνηση εξακολουθεί να δείχνει απρόθυμη να αντιμετωπίσει τις αυξανόμενες κατηγορίες, που της επιβλήθηκαν από εξοργισμένα μέλη του κοινού.

Για παρατηρητές όπως ο Sandić, η ανησυχία ότι η κυβέρνηση θα αγωνιστεί σκληρά για να διατηρήσει την αρμοδιότητά της στην εξουσία είναι τόσο ανησυχητική, όσο η συνεχιζόμενη απειλή από τον COVID-19. “Φοβάμαι ότι η σπίθα που θα ανάψει τη φωτιά της αλλαγής θα μπορούσε να καταλήξει σε θανάτους και αυτό θα ήταν το χειρότερο σενάριο.”

Η βία και η έλλειψη υπευθυνότητας, που αποκαλύφθηκαν ανοιχτά στο έθνος, που έγινε μάρτυρας αυτών κατά τις διαμαρτυρίες του Ιουλίου μετά από χρόνια συγκράτησης, δείχνουν ότι αυτοί οι φόβοι μπορεί να μην είναι αβάσιμοι.

Ξεκινήστε τη συζήτηση

Συντάκτες, παρακαλώ σύνδεση »

Οδηγίες

  • Όλα τα σχόλια ελέγχονται. Μην καταχωρείτε το σχόλιο σας πάνω από μία φορά γιατί θα θεωρηθεί spam.
  • Παρακαλούμε, δείξτε σεβασμό στους άλλους. Σχόλια τα οποία περιέχουν ρητορική μίσους, προσβολές ή προσωπικές επιθέσεις δεν θα καταχωρούνται.